664
O Νίκολας Στερν υπήρξε από τους πρώτους που σήμαναν συναγερμό για την κλιματική αλλαγή | EPA/STEPHEN MORRISON

Ο Νίκολας Στερν είναι πιο αισιόδοξος τώρα για το περιβάλλον

Protagon Team Protagon Team 20 Φεβρουαρίου 2020, 15:40
O Νίκολας Στερν υπήρξε από τους πρώτους που σήμαναν συναγερμό για την κλιματική αλλαγή
|EPA/STEPHEN MORRISON

Ο Νίκολας Στερν είναι πιο αισιόδοξος τώρα για το περιβάλλον

Protagon Team Protagon Team 20 Φεβρουαρίου 2020, 15:40

Το 2020 θα είναι μια καθοριστική χρονιά για το κλίμα. Τουλάχιστον αυτό πιστεύει ο Νίκολας Στερν, ο άνθρωπος που σήμανε πρώτος, με το Stern Review το 2006, συναγερμό για το τεράστιο οικονομικό κόστος της κλιματικής αλλαγής, κάνοντας λόγο για «τη μεγαλύτερη αποτυχία της ελεύθερης αγοράς».

Σήμερα ο διακεκριμένος βρετανός οικονομολόγος είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Ερευνών για το Κλίμα και το Περιβάλλον του London School of Economics και εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι είναι απαραίτητο οι κατά συρροή ρυπαντές του πλανήτη να λογοδοτήσουν για το μερίδιο ευθύνης που τους αναλογεί για την καταστροφική αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Σήμερα, σχεδόν δεκαπέντε χρόνια μετά, αυτό που έχει αλλάξει σύμφωνα με τον Στερν είναι κυρίως «η αίσθηση του επείγοντος». «Σήμερα όλοι βλέπουν τις ζημιές στο περιβάλλον. Εχουμε φτάσει στο ανώτατο όριο των θερμοκρασιών που μπορεί να ανεχθεί ο ανθρώπινος πολιτισμός όπως τον γνωρίζουμε. Ηδη με την αύξηση της θερμοκρασίας κατά ένα βαθμό σε σχέση με την προβιομηχανική εποχή, οι αλλαγές είναι βίαιες. Αρκεί να παρατηρήσουμε τις πυρκαγιές στην Καλιφόρνια ή στην Αυστραλία, την ένταση των τυφώνων, το λιώσιμο των πάγων στην Ανταρκτική. Οι επιπτώσεις είναι χειρότερες από ό,τι αναμέναμε», επισήμανε ο βρετανός ακαδημαϊκός μιλώντας στην Corriere della Sera (με συνδρομή).

Συγχρόνως, ωστόσο, δηλώνει ότι είναι πολύ πιο αισιόδοξος από ό,τι ήταν πριν από μια δεκαετία, τουλάχιστον όσον αφορά «αυτά που μπορούμε να κάνουμε για να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης». Και το γεγονός ότι τα χρονικά περιθώρια στενεύουν επικίνδυνα, την ώρα, μάλιστα, που η πολιτική βούληση για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης παραμένει ισχνή, αντισταθμίζεται από το ότι πλέον έχουν όλοι επίγνωση των κινδύνων.

«Το διαπιστώνουμε από τα νεανικά κινήματα. Σήμερα τα παιδιά έρχονται στην τάξη και έχουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα σε σχέση με πριν από μια δεκαετία. Το βλέπουμε και στη βιομηχανία. Ποιος θα φανταζόταν ότι μέσα σε μια δεκαετία όλες οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες θα αποδέχονταν το τέλος της εποχής των μηχανών εσωτερικής καύσης; Οτι το κόστος της ηλιακής και της αιολικής ενέργειας θα μειωνόταν δραστικά; Η τεχνολογία μας επιτρέπει να κάνουμε πολλά για το κλίμα», υπενθύμισε ο Στερν.

Οσον αφορά το τι πρέπει να γίνει πριν να είναι πολύ αργά, «γνωρίζουμε όλοι –και η κοινή γνώμη και οι πολιτικοί και οι βιομηχανίες– ότι επιβάλλεται να εκμηδενίσουμε άμεσα, σε μία τριακονταετία, τις εκπομπές» των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα σίγουρα αποτέλεσε μια ιδιαίτερα αρνητική εξέλιξη στη μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής, αλλά καθοριστική για το μέλλον του κλίματος είναι η στάση που πρόκειται να κρατήσουν η Ινδία και κυρίως η Κίνα, με διαφορά η χώρα με τις μεγαλύτερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στον πλανήτη. Το Πεκίνο, ωστόσο «φέρεται να έχει την πρόθεση να θέσει ως στόχο στο επόμενο πενταετές αναπτυξιακό πρόγραμμα την εκμηδένιση των εκπομπών έως το 2050. Ολα θα εξαρτηθούν από τo όραμα που θα επικρατήσει».

Σχολιάζοντας την αποτυχία, κατά γενική ομολογία, της COP25, τη Διεθνούς Διάσκεψης του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο στη Μαδρίτη, ο Νίκολας Στερν ευελπιστεί πως «φέτος, με την COP26, μπορούμε ακόμα να καλύψουμε τα κενά. Πρέπει να δούμε ποια θα είναι και η κατάληξη των αμερικανικών εκλογών. Οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση, πέρα από τη σημερινή, θα είναι καλύτερη. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως σημαντικό κομμάτι των ΗΠΑ είναι και ένα βιομηχανικό σύστημα που εστιάζει ιδιαίτερα στη μείωση των εκπομπών».

Ολοκληρώνοντας τη συνέντευξή του, ο Στερν μίλησε και για τον «φόρο άνθρακα», το οποίο είχε προτείνει ο ίδιος το 2006 στην έκθεσή του ως μέτρο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Υπερασπίστηκε την αποδοτικότητά του, σημειώνοντας πως συνέβαλε σημαντικά στην εγκατάλειψη πολλών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα ανά την Ευρώπη.

Πλέον, όμως, έχει καταστεί αναγκαία η λήψη άμεσων μέτρων «όπως αυτά που λαμβάνονται σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις με στόχο την απελευθέρωσή τους από τα αυτοκίνητα και την επανακατάληψή τους από τους πεζούς και τα ποδήλατα. Οι απαγορεύσεις αποκαλύπτουν πώς πραγματικά έχουν τα πράγματα. Η Βρετανία σκοπεύει να απαγορεύσει την πώληση οχημάτων εσωτερικής καύσης από το 2035. Μέτρα όπως αυτά προσφέρουν σιγουριά και στους επενδυτές».