905
| REUTERS/SANA/Handout via Reuters

Η Ζάκυνθος, ο Ασαντ και τα χαρτιά του Παναμά

Τάσος Τέλλογλου Τάσος Τέλλογλου 5 Απριλίου 2016, 20:38

Η Ζάκυνθος, ο Ασαντ και τα χαρτιά του Παναμά

Τάσος Τέλλογλου Τάσος Τέλλογλου 5 Απριλίου 2016, 20:38

Tον Μάρτιο του 2013 ένα Σύρος, γεννημένος το 1961 στην πόλη Σάλμια, έλληνας υπήκοος τώρα, μόνιμος κάτοικος Αθηνών, πολύ γνωστός σε κύκλους πλουσίων και φιλότεχνων της πόλης, στέλνει εξώδικη δήλωση στον υπουργό Οικονομικών και στον διευθυντή της ΔΟΥ Κατοίκων Εξωτερικού. Σε αυτήν αναφέρει ότι δεν είναι νόμιμος εκπρόσωπος του Μοχάμεντ Μαχλούφ, υπηκόου Συρίας με ΑΦΜ… 835, που υπάγεται φορολογικώς στη ΔΟΥ Κατοίκων Εξωτερικού, ενόψει της αγοράς δύο νεοκλασικών ακινήτων στην Ελλάδα για τα οποία «τον είχε ορίσει αντίκλητό του». Ο Μαχλούφ δεν είναι άλλος από τον θείο –από την πλευρά της μητέρας του– του σύρου προέδρου Μπασάρ αλ Ασαντ. Σύμφωνα με τηλεγραφήματα των Wikileaks, τα οποία επικαλούνται εκτιμήσεις αμερικανικών υπηρεσιών, οι Μαχλούφ μαζί με τον πεθερό του Ασαντ, Φαβάζ αλ Αχράς και δύο ακόμα πρόσωπα, διαχειρίζονταν την προσωπική περιουσία του ισχυρού άνδρα της Συρίας και της οικογένειάς του. Αποτελούν δε την πιο γνωστή επιχειρηματική οικογένεια της χώρας αυτής. Ο γιος του «θείου» Ραμί Μαχλούφ είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται σύμφωνα με το BBC πολύ κοντά στον Μπασάρ αλ Ασαντ.

Πριν από τον εμφύλιο πόλεμο, το 2011, η οικογένεια ήλεγχε ζώνες ελευθέρων συναλλαγών στα σύνορα με τον Λίβανο, τη μεγαλύτερη εταιρεία κινητής τηλεφωνίας της χώρας (Syriatel) και την κτηματική τράπεζα. Η αξία των περιουσιακών τους στοιχείων ξεπερνούσε τα 3 δισ. δολάρια σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε από το Ινστιτούτο Brookings στην Ουάσιγκτον. Μετά την έναρξη του εμφυλίου, ο Μαχλούφ άρχισε να τοποθετεί τα χρήματά του στο εξωτερικό. Ανάμεσα στις επενδύσεις του επεδίωξε και την αγορά δύο νεοκλασσικών κτιρίων στο κέντρο της Αθήνας και ως αντίκλητο όρισε αρχικά τον προαναφερθέντα συμπατριώτη του που ζούσε μόνιμα στην Ελλάδα.

Αλλά ο σύρος κάτοικος Αθηνών -που προσφέρθηκε να βοηθήσει τον πλουσιότερο άνθρωπο της πατρίδας του με το ελληνικό ΑΦΜ-  αντιμετώπισε ένα πρόβλημα. Ο Μαχλούφ βρισκόταν στη λίστα των ΗΠΑ και της ΕΕ για τις κυρώσεις εναντίον του καθεστώτος Ασαντ και μάλιστα «πολύ ψηλά» καθώς ακόμα και πριν από το 2008 κατηγορείτο από αμερικανικές υπηρεσίες ότι χρησιμοποιούσε τις μυστικές υπηρεσίες για να βγάζει εκτός ανταγωνισμού όσους ήθελαν ένα κομμάτι από την συριακή αγορά. Η ελληνική κυβέρνηση δεν θα το γνώριζε αν δεν ειδοποιούσε την ΕΥΠ αντίστοιχη αμερικανική υπηρεσία και αν ο σύρος μεσολαβητής δεν εμφανιζόταν ταυτόχρονα και στο διοικητικό συμβούλιο μιας λιβανέζικης εταιρείας -με έδρα την οδό Βασιλίσσης Σοφίας- που για λογαριασμό του πρώην εμίρη του Κατάρ ήθελε να αγοράσει μια μεγάλη έκταση στη Ζάκυνθο, μαζί με ένα νησάκι στα δυτικά του νησιού. Η αγορά της βραχονησίδας απαιτούσε όμως την έγκριση του υπουργείου Αμύνης. Οταν το τελευταίο διαπίστωσε ότι ο Σύρος ήταν αντίκλητος και του Μαχλούφ έκρουσε τον «κώδωνα κινδύνου» οπότε η λιβανέζικη εταιρεία του πρώην εμίρη άλλαξε τη σύνθεση των μετόχων της –που περιελάμβανε αρχικά και τον αντίκλητο έτσι έφτασε ο «Ελληνας» Σύρος να στείλει το εξώδικο με το οποίο δήλωνε ότι έπαυε να είναι αντίκλητος του Μαχλούφ.

Ο «πανικός» των ελληνικών αρχών

Ο «πανικός» των ελληνικών αρχών μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την άγνοιά τους. Κατ’ αρχάς το καλοκαίρι του 2015 σαουδαραβικές πηγές ανέφεραν ότι οι Μαχλούφ, είχαν συγκρουσθεί με την οικογένεια Ασαντ διότι η εγγύτητά τους πριν από τον εμφύλιο, από πλεονέκτημα μετατράπηκε σε μειονέκτημα.

Σύμφωνα με τα Panama Papers, εννέα μήνες μετά την πρώτη σύσταση το δικηγορικό γραφείο Mossack Fonseca διακόπτει τις σχέσεις με τον εξάδελφο του Ασαντ, Ραμί Μαχλούφ που είχε χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες του γραφείου μέσω λογαριασμού που διατηρούσε στην «αμαρτωλή» HSBC της Γενεύης. Αλλά το νομικό τμήμα της Τράπεζας στο Λονδίνο ανέφερε στο δικηγορικό γραφείο ότι «γνωρίζει πως ο κ. Μαχλούφ είναι ξάδελφος του Ασαντ και αισθάνονται άνετα με αυτό».

Σε δήλωση του παναμέζικου δικηγορικού γραφείου μετά το ξέσπασμα της υπόθεσης διαβάζουμε για την υπόθεση Ραμί Μαχλούφ «Δεν γνωρίζαμε αυτό το άτομο μέχρις ότου το όνομα και οι σχέσεις του δημοσιευθούν στα ΜΜΕ. Ενώ είμαστε δηλωμένος μεσίτης για μια εταιρεία (σσ: ραφιού) που, όπως ανακαλύψαμε αργότερα, πουλήθηκε σε αυτόν, δεν ασχοληθήκαμε μαζί του άμεσα. Σύμφωνα με τους νόμους για το ελβετικό τραπεζικό απόρρητο δεν διαθέταμε πρόσβαση στον τελικό δικαιούχο για την περί ης ο λόγος επιχείρηση (πρόκειται για την επιχείρηση Drex Technologies στην οποία παρείχε υπηρεσίες τόσο η τράπεζα όσο και το δικηγορικό γραφείο). Ο πελάτης μας ήταν μια τράπεζα στη Γενεύη το όνομα της οποίας δεν είμαστε σε θέση να αποκαλύψουμε λόγω των υφιστάμενων συμφωνιών εχεμύθειας… Διακόψαμε τη σχέση μας ως μεσίτης αμέσως μόλις έγινε γνωστή η σχέση της εταιρείας με ειδεχθή άτομα…»

Eκπρόσωπος πολυεθνικών brands

Ωστόσο το παναμέζικο δικηγορικό γραφείο συνέχισε να διαχειρίζεται και μια εταιρεία Σεϋχελλών για λογαριασμό του Μαχλούφ, την Pangates που σύμφωνα με το BBC -το οποίο συμμετέχει στη διεθνή σύμπραξη των ΜΜΕ που αποκάλυψε τα Panama Papers- τροφοδοτούσε το συριακό καθεστώς με αεροπορικό καύσιμο. Χρειάστηκε να φθάσουμε στο 2015 για να αναφέρει την εταιρεία στις αρχές των Σεϋχελλών το δικηγορικό γραφείο του Παναμά.

Ενα άλλο μέλος της οικογένειας, ο Χαφίζ Μαχλούφ, διηύθυνε τη Γενική Υπηρεσία Πληροφοριών, ενώ αρκετοί άλλοι δικαιούχοι των λογαριασμών από την οικογένεια ήταν αξιωματικοί του συριακού στρατού.

Ετσι πέφτει σαν κεραυνός η είδηση στις 9 Δεκεμβρίου 2015, ότι οι άραβες ερευνητές δημοσιογράφοι, διεθνής οργάνωση με πρόσβαση στους λογαριασμούς της HSBC, τους οποίους διοχέτευσαν στις γαλλικές αρχές (Swissleaks), διαπίστωσαν ότι οι Μαχλούφ διαχειρίζονταν 50 εταιρείες σε ολόκληρο τον κόσμο εκπροσωπώντας -ακόμα και εν μέσω των κυρώσεων…– τα μεγαλύτερα πολυεθνικά brands στη Συρία με άλλους διαχειριστές. Εως εδώ ίσως τίποτα ασυνήθιστο. Ενας όμως από τους διεθνείς συνεργάτες του Μαχλούφ, με πρόσβαση στους λογαριασμούς του, εμφανίζεται να είναι ο γεννημένος το 1954 στην Πολωνία, Ισραηλινός Φρέντι Ζίνγκερ. Ο ισραηλινός διαχειριστής, σύμφωνα με το βιογραφικό του, είχε υπηρετήσει σε θέση διοικητή του ισραηλινού στρατού από το 1976 ώς το 1981.

 

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News