1348
|

Το βράδυ έχει αφισοκόλληση

Το βράδυ έχει αφισοκόλληση

Αν η αφισοκόλληση είχε οριστεί για την Τρίτη το βράδυ, όλα τα διαθέσιμα μέλη της οργάνωσης έπρεπε να μαζεύονται από την Κυριακή με βάρδιες στα γραφεία για την προεργασία. Πάνω σε πάγκους υπήρχαν τα τεράστια πάκα από αφίσες που μόλις είχαν βγει απ’ το τυπογραφείο, όγκος βαρύς και δύσχρηστος που μέσα σε μια νύχτα επρόκειτο να σκεπάσει όλη την πόλη. Αυτά τα πάκα έπρεπε να γίνουν ρολά, αλλά αυτό ήταν μια βαρετή και χρονοβόρα δουλειά. Ώρες ολόκληρες πάνω στον πάγκο λοιπόν, τα μέλη της οργάνωσης τύλιγαν τη μία αφίσα πάνω στην άλλη, όπως οι νοικοκυρές τυλίγουν το φύλλο για τη σπανακόπιτα γύρω απ’ το ξυλίκι. Με καμιά τριανταριά αφίσες, το ρολό έφθανε στο πάχος μιας ανδρικής χούφτας, δενόταν μ’ ένα σπαγκάκι κι έμπαινε στην άκρη για ν’ αρχίσει η κατασκευή του επόμενου.

Η κατασκευή των ρολών εξυπηρετούσε πολλαπλούς χρηστικούς, ιδεολογικούς και πολεμικούς σκοπούς. Πρώτον, η μεταφορά πέντε τέτοιων ρολών (150 αφίσες) σε ένα σακίδιο ήταν εύκολη υπόθεση, ενώ η μεταφορά μιας (πόσο μάλλον παραπάνω) ανοικτής ντάνας από τοίχο σε τοίχο και από κολώνα σε κολώνα ήταν πρακτικά αδύνατη. Δεύτερον, μόλις η επιφάνεια του τοίχου γέμιζε κόλα απ’ τη φαρδιά βούρτσα, ο αφισοκολλητής μπορούσε με μία κίνηση του ρολού προς τα κάτω να κολλήσει την αφίσα μέσα σε δευτερόλεπτα. Αυτό δεν εξυπηρετούσε μόνο οικονομία χρόνου, αλλά είχε και μια βαθιά ιδεολογική και ιστορική σημασία. Από τα χρόνια του κυνηγητού της αριστεράς (όταν ο λαός είχε μόνο τους τοίχους) η αφισοκόλληση είχε πάντα ένα άρωμα παρανομίας. Η αφίσα έπρεπε να βγει με ταχυδακτυλουργικό τρόπο από την τσάντα όπου ήταν κρυμμένη και να κολληθεί αστραπιαία, πριν προλάβουν οι χωροφύλακες να το πάρουν χαμπάρι. Τρίτον, σε περίπτωση που το συνεργείο έπεφτε πάνω σε αφισοκολλητές αντιπάλου κόμματος και ακολουθούσε σύρραξη, τα σκληρά ρολά μετατρεπόντουσαν εύκολα σε ρόπαλα υπεράσπισης της «ελεύθερης διακίνησης των ιδεών». 

Το έτερο μέρος της διαδικασίας ήταν η κατασκευή και η μεταφορά της κόλας. Επρόκειτο για μια σιχαμένη δουλειά που γινόταν μέσα σε βρωμερές τουαλέτες των γραφείων της οργάνωσης. Τα εντεταλμένα μέλη γέμιζαν κουβάδες με νερό κι έριχναν μέσα  την κόλα-σκόνη. Έπρεπε να πέφτει στο νερό σιγά-σιγά και να ανακατεύεται συνέχεια για να διαλυθεί σωστά χωρίς κόμπους. Επειδή με τις βούρτσες δε γινόταν δουλειά, σήκωναν τα μανίκια κι έβαζαν τα χέρια τους μέχρι τους αγκώνες μέσα στις κόλες, με αποτέλεσμα τα ρούχα και ο γύρω τόπος να γεμίζει με το παχύρευστο περιεχόμενο των μπουγέλων. Αφού φτιαχνόταν η κόλα, συνεργεία (με τέσσερα άτομα κατ’ ελάχιστον) ξεκινούσαν για την περιοχή που είχαν αναλάβει κατ’ εντολή των καθοδηγητών. Τα συνεργεία αυτά ήταν ένα είδος κομάντος, με πλήρη αυτονομία κίνησης και αυτάρκεια υλικών. Φορτωμένοι σαν γαϊδούρια κάλυπταν μεγάλες αποστάσεις με τα πόδια, αφού όλη η πόλη έπρεπε να σαρωθεί από ένα ορμητήριο. Δύο κουβαλούσαν και χειριζόντουσαν τους γεμάτους κουβάδες με τις βούρτσες (η παχύρευστη κόλλα ήταν πολύ βαριά), ένας κρατούσε τα σακίδια με τα ρολά και με τα κουτιά της σκόνης μήπως  χρειαζόταν να παρασκευαστεί νέα κόλλα στον δρόμο, ενώ ένας κολλούσε αφίσες και επόπτευε τον χώρο. Αυτός συνήθως ήταν ο επικεφαλής και υπεύθυνος της ομάδας. Οι δύο κουβάδες εξυπηρετούσαν μια συγκεκριμένη κατανομή εργασίας. Ο πρώτος κάλυπτε με τη βούρτσα όλη την επιφάνεια, ο αφισοκολλητής έβαζε την αφίσα και ο δεύτερος την ξαναπερνούσε με κόλα από πάνω για να γίνει ένα με τον τοίχο. Αν όλα πήγαιναν καλά, η ομάδα επέστρεφε κάθιδρη και μέσα στη βρωμιά μετά από τρεις ή τέσσερις ώρες κι έδινε ακριβέστατη αναφορά για τους δρόμους που κάλυψε.

Σήμερα που τα πράγματα έχουν αλλάξει, είναι αδύνατο να φανταστούμε πόσο σημαντικό θέμα ήταν για τις τότε οργανώσεις η αφισοκόλληση. Μέσα στη χούντα ήταν υπόθεση για πολύ τολμηρούς, αφού η σύλληψη οδηγούσε σε βασανιστήρια, μακρές φυλακίσεις και εκτοπίσεις. Η έξαρση του φαινομένου ήταν από την πτώση των συνταγματαρχών το 1974 μέχρι το 1985, οπότε άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες εταιρείες επαγγελματικής αφισοκόλλησης. Μετά το 1990, οι εθελοντές αφισοκολλητές των οργανώσεων σταδιακά εξαφανίστηκαν, ενώ ελαχιστοποιήθηκαν και οι χώροι άναρχης αφισοκόλλησης με πρωτοβουλία των δήμων και των καταστηματαρχών. Είναι αδύνατο επίσης να φανταστούμε πόσα εκατομμύρια τόνοι χαρτιού καταναλώθηκαν μ’ αυτό τον χαζό τρόπο αυτή την εικοσαετία. Στις κολώνες του κέντρου, το πάχος από τις αφίσες που ήταν κολλημένες η μία πάνω στην άλλη έφτανε συχνά τα τριάντα ή σαράντα εκατοστά. Συχνότατα, το στρώμα αυτό κατέρρεε κάτω από το ίδιο του το βάρος, αφού δύσκολα τολμούσε κάποιος ν’ ακουμπήσει κολλημένες αφίσες. Είναι αδύνατο να υπολογιστούν τα δισεκατομμύρια δραχμών που ξοδεύτηκαν σ’ αυτό το επικοινωνιακό σπορ, πάντως πελώρια τυπογραφεία και εταιρίες με γραφίστες έζησαν ζωή χαρισάμενη εξαιτίας του. Θυμάμαι τον δήμαρχο Αθηναίων Δημήτρη Μπέη μετά τις εκλογές του 1981, να δηλώνει στην κρατική τηλεόραση ότι λόγω της απερίγραπτης κατάστασης της πόλης, ο δήμος αποφάσισε να  καθαρίσει την οδό Ακαδημίας από την Κάνιγγος ως το υπουργείο Εξωτερικών. Το σύνολο των απορριμμάτων μόνο αυτού του μικρού δρόμου από τις προεκλογικές αφίσες και τα πανό (άλλη κατάρα κι αυτά), ξεπέρασε τα 180 ανοικτά φορτηγά!

Ως το 1981 η αφισοκόλληση απαγορευόταν μ’ έναν νόμο περί ρύπανσης των δημοσίων χώρων. Όποιος ήθελε να αφισοκολλήσει έπρεπε να βγάλει άδεια από την αστυνομία. Σε πολιτικά κόμματα δεν δινόταν ποτέ. Συνηθέστατα επί Κωνσταντίνου Καραμανλή, τα περιπολικά μάζευαν κάποιους αφισοκολλητές στα τμήματα, οι χωροφύλακες τους τρομοκρατούσαν , έπαιρναν τηλέφωνα στα σπίτια τους αν επρόκειτο για πιτσιρικάδες, τους απειλούσαν ότι θα τους φακέλωναν στην ασφάλεια και δεν θα έβρισκαν ποτέ δουλειά. Τους κρατούσαν ως το πρωί και μετά τους ελευθέρωναν. Σπάνια τους παρέπεμπαν σε δίκη. Μετά το 1981 το κυνηγητό σταμάτησε. Κατά τη διάρκεια της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου πάντως, τα θύματα των αφισοκολλήσεων δεν ήταν τόσο αποτέλεσμα αστυνομικής δράσης, όσο μαζικών συγκρούσεων ανάμεσα σε ομάδες της αριστεράς που συναντιόντουσαν τυχαία στον ίδιο δρόμο για την ίδια δουλειά κι έσπαζαν τα κεφάλια τους. Ουκ ολίγοι έφευγαν δαρμένοι ή λουσμένοι με κόλες, καθώς μια προσφιλέστατη επιθετική μέθοδος ήταν να αναποδογυρίζουν πάνω στο κεφάλι του αντιπάλου τον κουβά με το σιχαμερό περιεχόμενο. Καμιά φορά επίσης, μεμονωμένες ομάδες της αριστεράς έπεφταν πάνω σε ενέδρες διάφορων «ακτιβιστών της Δεξιάς» κι έμεναν εκεί με σπασμένα κόκαλα από σιδερογροθιές ή με ξυραφισμένα τα μούτρα τους, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που δεν αφορά πια κανέναν. Σωστά;

Η αφισοκόλληση είχε το δικό της Savoir Vivre. Ακατανόητο ίσως για τους πολλούς, πλην απολύτως αποδεκτό τότε από τους πρωταγωνιστές. Το «καπέλωμα» μιας  αφίσας αντιπάλου κόμματος με δική σου ήταν ανάρμοστη πράξη που έχριζε αντίστοιχης «καπελωματικής» απάντησης. Το σχίσιμο της όμως ήταν έγκλημα καθοσιώσεως που ξεπλενόταν μόνο με ξύλο, καθότι υπονοούσε περιφρόνηση και καταστολή. Ένας πολίτης που τύχαινε να πετύχει το συνεργείο έξω από την πόρτα του, είχε δικαίωμα να αρνηθεί την αφισοκόλληση τού εξωτερικού τοίχου του σπιτιού του. Ένας έμπορος όμως που φώναζε να μην καλύπτουν τις κολώνες μπροστά στα μαγαζί του, αντιμετωπίζονταν δυναμικά ως μη έχων δικαίωμα τέτοιας  ένστασης. Τίποτα μυστήριοι δήμαρχοι που μιλούσαν (τότε) για την αισθητική των πόλεων και για καθαριότητες, θεωρούνταν είτε φασιστοειδή είτε γραφικοί. Τα «σεντόνια» των αφισών (δεκαπέντε ίδιες, η μια δίπλα στην άλλη ώσπου να σκεπαστεί και το τελευταίο εκατοστό τοίχου), δεν εξυπηρετούσαν προφανώς τις ανάγκες ενημέρωσης του κόσμου, αλλά αποτελούσαν επίδειξη δύναμης. Για την κατοχή και την πλήρη κάλυψη αυτών των σπάνιων μεγάλων επιφανειών, ξεσπούσαν οι μαζικότερες συρράξεις ανάμεσα σε οργανώσεις.  Όταν όμως μια μικρή οργάνωση περνούσε από ένα δικό σου «σεντόνι» κι αντί να το καλύψει έβαζε μόνο μία δική της αφίσα στην άκρη του, έχαιρε καλύτερης αντιμετώπισης. Η πράξη της υποδήλωνε τη συστολή του «μικρού» απέναντι στον «μεγάλο» και η αφίσα της αντιμετωπιζόταν με επιείκεια, δηλαδή έμενε στη θέση της. Όταν ένα κόμμα είχε την κεντρική προεκλογική του ομιλία, η πόλη παραδιδόταν εθιμικά στους αφισοκολλητές του από την προηγούμενη μέρα. Ο χρόνος ανοχής μηδενιζόταν τη στιγμή που τελείωνε η ομιλία του πολιτικού αρχηγού στην πλατεία. Τα τελευταία «ζήτω» των συγκεντρωμένων έσμιγαν με τη φασαρία της εξόδου από τα γραφεία, των αφισοκολλητών του κόμματος που είχε ομιλία την άλλη μέρα. Τόσο αστραπιαία γίνονταν τα πράγματα.

Γιατί τα θυμήθηκα όλα τούτα; Μα γιατί έχουμε εκλογές, δίχως αυτό το φοβερό αφισομάνι που χαρακτήριζε εκείνους τους καιρούς. Όσα ζήσαμε ως γενιά ανήκουν ήδη στην ιστορία. Διηγήθηκα πρόσφατα στην κόρη μου κάποια περιστατικά από αφισοκολλήσεις στα νιάτα μου και με κοίταξε όπως ο εντομολόγος ένα καινούριο είδος κατσαρίδας… Τελικά, τριάντα χρόνια είναι πάρα πολλά, έτσι;
 

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News