Το Fanpage για έναν μανιώδη καπνιστή (και περίφημο συγγραφέα) ηλικίας 93 ετών/ Οι Financial Times για τον αποφασισμένο και επικίνδυνο Ματέο Σαλβίνι/ Ο Guardian για την ανθρωπιστική επιστροφή μιας πρώην επίδοξης προέδρου των ΗΠΑ/ Και το Atlas Obscura για...
  • Fanpage

    Αντρέα Καμιλέρι/ Καπνίζοντας 60 τσιγάρα την ημέρα στα 93 του

    «Λίγο πριν από τα ογδόντα μου, φοβούμενος το Αλτσχάιμερ, σκέφτηκα πώς να τελειώσω τον Μονταλμπάνο […] Οπότε το τέλος του το έγραψα πριν από περισσότερο από 13 χρόνια. Το έπιασα στα χέρια μου ξανά πρόσφατα και σκεφτήκαμε πως έπρεπε να το ξαναγράψω γιατί μέσα σε αυτά τα χρόνια, η γραφή μου εξελίχθηκε. […] Πότε θα τελειώσει ο Μονταλμπάνο; Τη στιγμή που θα τελειώσω εγώ, θα τελειώσει και εκείνος. Αλλά ο Μονταλμπάνο δεν πεθαίνει και ούτε συνταξιοδοτείται. Ο Μονταλμπάνο είναι ένας λογοτεχνικός χαρακτήρας και πεθαίνει όπως μπορούν να πεθάνουν οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες», αποκάλυψε σε μία συναρπαστική συνέντευξή του στο ιταλικό Fanpage ο περίφημος Αντρέα Καμιλέρι. Αλλά ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς της Ιταλίας  δεν στάθηκε μόνον στον διάσημο επιθεωρητή του αλλά μίλησε για κάποιες άγνωστες πτυχές της ζωής του.

    «Υπήρξα ένα άτομο που επί χρόνια έπινε ένα μπουκάλι ουίσκι το πρωί με άδειο στομάχι με αποτέλεσμα στη συνέχεια, το απόγευμα και το βράδυ, να μην πίνει για κανέναν λόγο. Οπότε συνέβαινε το εξής: εκείνοι που με γνώριζαν το πρωί, θεωρούσαν πως ήμουν αλκοολικός, εκείνοι που με γνώριζαν το απόγευμα και το βράδυ έλεγαν, «Μα όχι, είναι εγκρατής». Δυαδικότητα», απαντά σήμερα εκείνος. Και όσον αφορά «το γεγονός ότι συνεχίζω να καπνίζω 60 τσιγάρα την ημέρα στην ηλικία των 93 ετών… Φαίνεται πως έχω ένζυμα… δεν θα έπρεπε, δηλαδή αυτή την ώρα να είμαι εδώ. Το τσιγάρο για μένα είναι μια κακιά συνήθεια που προσπάθησα να νικήσω με κάθε τρόπο. Και νικήθηκα».  

    Αναπόφευκτα ο Καμιλέρι μίλησε επίσης και για τα γηρατειά και αποκάλυψε πως «το να μην βλέπω τις γυναίκες, να μην μπορώ να δω πια τη γυναικεία ομορφιά. Είναι αυτό που με έκανε πραγματικά μελαγχολικό. Και μετά, το ότι δεν μπορώ να δω τους πίνακες που αγάπησα, όχι τα τοπία, αλλά τους πίνακες, τις ζωγραφιές […] Όταν κοιμάμαι βλέπω πολύ καλά και κάθε τόσο διερωτώμαι: «μα, εσύ δεν είσαι τυφλός; Δεν έχει σημασία, προς το παρόν βλέπεις»». Τέλος, εκμυστηρεύτηκε πως «μέσα σε αυτή τη σιωπή που δημιουργείται γύρω μου, μου ήρθε η επιθυμία να μην κατανοήσω, επειδή θα είναι αρκετά δύσκολο να την κατανοήσω, αλλά να διαισθανθώ τι μπορεί να είναι η αιωνιότητα». 

    Ο Αντρέα Καμιλέρι αφιερώθηκε αποκλειστικά στο γράψιμο στην ηλικία των 60 ετών για να καταλήξει στη συνέχεια να γίνει ένας από τους πιο γνωστούς ιταλούς συγγραφείς στον κόσμο. Φωτογραφία: Vittorio Zunino Celotto/ Getty Images/ Ideal Images
  • Financial Times

    Ο Τραμπ, ο Σαλβίνι και το φάντασμα της Βαϊμάρης

    Δύο είναι οι μεγαλύτερες απειλές που καλείται να αντιμετωπίσει σήμερα η Ευρώπη: ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο υπουργός Εσωτερικών της Ιταλίας και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης της χώρας, Ματέο Σαλβίνι. Αυτό υποστηρίζει τουλάχιστον ο διακεκριμένος αρθρογράφος των Financial Times Βόλφγκανγκ Μινχάου.

    Ο Τραμπ γιατί ζητάει από τους Ευρωπαίους να πληρώσουν τον λογαριασμό για τα χρόνια που η αμερικανική αγορά απορροφούσε τα ευρωπαϊκά προϊόντα και η αμερικανική πολεμική μηχανή εγγυόταν την εξωτερική ασφάλεια της Ευρώπης. Αλλά η απειλή του αμερικανού προέδρου είναι «εμφανής, άμεση και σκληρή» ενώ του επικεφαλής της ακροδεξιάς και ξενοφοβικής Λέγκας του Βορρά παρότι δεν είναι τόσο άμεση, σίγουρα είναι πιο σοβαρή. Γιατί, επισημαίνει ο Μινχάου, ο στόχος των λαϊκιστών και των συμμαχιών που συνάπτουν είναι «να καταλάβουν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και να καταστρέψουν την ΕΕ εκ των έσω».

    Γι’ αυτό ο Σαλβίνι έχει ήδη στραμμένη την προσοχή του στις Ευρωεκλογές του 2019. Και γι’ αυτό κατά τον Μινχάου δεν έχει κανένα νόημα να επισημαίνονται τα αντικρουόμενα συμφέροντα των ευρωπαίων λαϊκιστών όσον αφορά το ζήτημα των προσφύγων και των μεταναστών (τους οποίους δεν θέλει κανένας) καθώς «οι λαϊκιστές είναι ενωμένοι γιατί θέλουν όλοι να επανεθνικοποιήσουν την πολιτική». Και αυτό θα μπορούσαν να το επιτύχουν είτε κερδίζοντας ένα ποσοστό στις ευρωεκλογές της επόμενης χρονιάς που θα τους επέτρεπε ακόμα και να καθορίσουν την επιλογή του διαδόχου του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ στην ηγεσία της Κομισιόν, ή εξαναγκάζοντας όλους όσοι κινούνται στο χώρο του κέντρου να συνθηκολογήσουν και να παραδώσουν την ευθύνη για τη μεταναστευτική πολιτική στις εθνικές κυβερνήσεις των κρατών – μελών της ΕΕ. Αλλά αυτό που καθιστά εξαιρετικά επικίνδυνο τον Σαλβίνι είναι το γεγονός πως εμφανίζεται «αποφασισμένος», το ότι «είναι ο πρώτος σύγχρονος ιταλός πολιτικός που δεν έχει τη συναισθηματική ανάγκη να αισθάνεται πως βρίσκεται μεταξύ φίλων στο Νταβός και τις Βρυξέλλες» και δεν φοβάται να απομονώσει την Ιταλία.
    Η ΕΕ θα πρέπει να μην ξεχνάει ότι η Ιταλία είναι η χώρα όπου συγκλίνουν τα δύο σοβαρότερα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει: το Προσφυγικό και η κρίση της Ευρωζώνης. Στην περίπτωση που δεν βρεθούν συγκεκριμένες λύσεις, κινδυνεύει ακόμα και με διάλυση, «γιατί το πρόβλημα της ΕΕ είναι ότι η σταθερότητά της εξαρτάται από την αδυναμία ατόμων σαν τον Τραμπ και τον Σαλβίνι να καταλάβουν την εξουσία». Στην αντίθετη περίπτωση, όπως σήμερα, δηλαδή «κινδυνεύει να μετατραπεί στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης της εποχής μας, μια κατασκευή κατάλληλη μόνο για μετριοπαθείς πολιτικές καταστάσεις».

    Ο Ματέο Σαλβίνι μαζί με άλλους επιφανείς εκπροσώπους της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς. Φωτογραφία: Sean Gallup/ Getty Images/Ideal Images
  • The Guardian

    Η ανθρωπιστική επιστροφή της Χίλαρι Κλίντον

    «Ήλπιζα ότι δεν θα έβλεπα τους μεγαλύτερους φόβους μου να επιβεβαιώνονται. Αλλά ήταν χειρότερα. Πρέπει να το πω, ούτε καν εγώ δεν πίστευα ότι θα συνέβαινε αυτό», παραδέχεται, μιλώντας στον Guardian, η Χίλαρι Κλίντον. Όταν η αμερικανίδα πρώην υπουργός Εξωτερικών και υποψήφια των Δημοκρατικών για την προεδρία των ΗΠΑ στις εκλογές του 2016 έκανε την πρώτη δημόσια εμφάνισής της μετά την ήττα της από τον Ντόναλντ Τραμπ, στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων κατέληξε η παραδοχή της ότι αισθανόταν πως δεν ήθελε «ποτέ ξανά να φύγει από το σπίτι» της.

    Φεύγοντας, ωστόσο, μετέβη στο Children’s Defense Fund, μια οργάνωση προάσπισης των δικαιωμάτων των παιδιών όπου δεν παρέλειψε να αναφερθεί σε ένα «κοριτσάκι που συνάντησα στη Νεβάδα και το οποίο άρχισε να κλαίει όταν μου είπε ότι θα την έπαιρναν μακριά από τους γονείς της καθώς θα απελαύνονταν». Σήμερα, ωστόσο, η κατάσταση είναι πολύ πιο ζοφερή, παραδέχεται 20 μήνες μετά η Χίλαρι Κλίντον. Αλλά δεν σκοπεύει να κάτσει με τα χέρια σταυρωμένα. Γιατί μπορεί «να συμφιλιώθηκε με την ιδέα της ήττας στις εκλογές αλλά όχι με τον Ντόναλντ Τραμπ», αναφέρει χαρακτηριστικά η βρετανική εφημερίδα, αναφέροντας πως στόχος της αναγεννημένης Κλίντον είναι να περιορίσει την τεράστια ζημιά που έχει ήδη προκαλέσει η πολιτική χωρισμού των μικρών παιδιών από τους μετανάστες γονείς τους.

    Σύμφωνα με τη βετεράνο, πλέον, πολιτικό, ο Τραμπ αποφάσισε να εφαρμόσει αυτήν την απάνθρωπη πολιτική ούτως ώστε να αναδειχτεί ως καταλληλότερη η πρότασή του για την ανέγερση του τείχους. «Απευθύνεται στη βάση του, η οποία τον προσέγγισε για αρκετούς λόγους, ένας εκ των οποίων ήταν η αντιμεταναστευτική του ρητορική με σημείο αναφοράς το τείχος, το οποίο κατέληξε να αποτελεί περισσότερο ένα σύμβολο παρά ένα συγκεκριμένο σχέδιο. Τώρα αποφάσισε πως πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί για να το κατασκευάσει ώστε να ικανοποιήσει τη βάση του. Και πιστεύω πως το παρατράβηξε προς αυτήν την κατεύθυνση και προβαίνει σε ενέργειες που είναι πραγματικά απίστευτα απάνθρωπες και άσχετες με το αποτέλεσμα».

    Ο Τραμπ προέβη στην κατάργηση του μέτρου μόνο και μόνο γιατί κατάλαβε πως επρόκειτο να ζημιωθεί σημαντικά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα λύθηκε.

    «Το ζήτημα του πώς θα επανενώσουμε τα παιδιά με τους γονείς τους, είναι αυτό που με κρατάει ξύπνια τα βράδια», εξήγησε η Κλίντον. Και για αυτό, προς το παρόν, σκοπεύει να δαπανήσει 1,5 εκατ. δολάρια που έχει ήδη συγκεντρώσει για να «πλημμυρίσουν τα σύνορα με δικηγόρους, διερμηνείς, έμπειρους κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους».

    Όσον αφορά το ενδεχόμενο αποσύρσής της από τα κοινά, η Χίλαρι Κλίντον ξεκαθάρισε πως «δεν πάω πουθενά». Φωτογραφία: Ramin Talaie/ Getty Images/Ideal Images
  • Atlas Obscura

    Singlish, η ανεπίσημη γλώσσα των περισσότερων πολιτών της Σιγκαπούρης

    Ας φανταστούμε, μας προτρέπει το AtlasObscura, πως η γλώσσα που μιλάμε με τους φίλους και τους συγγενείς μας και τους περισσότερους ανθρώπους που συναναστρεφόμαστε καθημερινά, μια γλώσσα μοναδική στη χώρα και αντικειμενικά ενδιαφέρουσα, θεωρείται ξαφνικά υποδεέστερη από τις άλλες επίσημες γλώσσες που ομιλούνται, και πως οι Αρχές δηλώνουν πως θα πρέπει να καταργηθεί η χρήση της. Αυτό συμβαίνει σήμερα στην Σιγκαπούρη ενώ η γλώσσα που απειλείται είναι τα αποκαλούμενα singlish.

    H Σιγκαπούρη είναι μια χώρα μεταναστών με τέσσερις επίσημες γλώσσες: τα αγγλικά, τα κινεζικά (μανδαρινικά), τα μαλαϊκά και τα ταμίλ. Επίσημα, τα αγγλικά είναι η γλώσσα που ομιλείται περισσότερο στα νοικοκυριά της Σιγκαπούρης, έχοντας πρόσφατα μόλις ξεπεράσει τα μανδαρινικά. Ανεπίσημα, όμως, ο ισχυρισμός αυτός πολύ πιθανώς να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα γιατί κατά πάσα πιθανότητα η γλώσσα που ομιλείται περισσότερο στην πόλη – κράτος των 5,6 εκατομμυρίων κατοίκων είναι τα singlish.

    «Τα singlish βασίζονται στα αγγλικά γιατί η Σιγκαπούρη ήταν αποικία των Άγγλων για το μεγαλύτερο διάστημα της σύγχρονης ιστορίας της. Αλλά η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών της μετανάστευσαν από χώρες που η αγγλική γλώσσα δεν ήταν η κυρίαρχη, κυρίως από την ηπειρωτική Κίνα, τη Μαλαισία και την Ινδία. Και έτσι γεννήθηκαν τα singlish», μια κατεξοχήν, οπότε, κρεολή γλώσσα.

    Τα αγγλικά της Σιγκαπούρης ομιλούνται από μέλη όλων των εθνοτικών ομάδων και όλων των κοινωνικών τάξεων. Αλλά από το 2000 η κυβέρνηση ηγείται του «Speak Good English Movement», μιας εκστρατείας με στόχο να σταματήσουν σταδιακά οι πολίτες να μιλάνε τη γλώσσα που δημιούργησαν οι πρόγονοί τους, και να χρησιμοποιούν κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, την αγγλική.

    Το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης είναι απλό και αφορά το γεγονός ότι τα αγγλικά είναι η γλώσσα του παγκόσμιου εμπορίου, οπότε η Σιγκαπούρη έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα που πρέπει να το εκμεταλλευτεί ο λαός της στο έπακρο. Κάποιοι θεωρούν, με λίγα λόγια, ότι τα singlish αποτελούν τροχοπέδη «στη διεθνή οικονομική επιτυχία» της χώρας. Πάντως οι ειδικοί αποκλείουν να καταλήξουν σύντομα μια νεκρή γλώσσα. Γιατί όταν οι πολιτικοί επιδιώκουν να έρθουν πραγματικά σε επαφή με τους πολίτες, όπως την περίοδο πριν από τις εκλογές, για παράδειγμα, είναι αδύνατο να μην τους απευθύνουν τον λόγο και στα «αγγλικά της Σιγκαπούρης».

    «Κίνδυνος, μείνετε μακριά», στα αγγλικά, στα μανδαρινικά, στα μαλαϊκά, στα ταμίλ αλλά όχι στα singlish. Φωτογραφία: Shutterstock



text
  • Μας πέφτει κάπως μακριά η Σρι Λάνκα και δεν θυμόμαστε που βάλαμε τα ρεσό


    22 Απριλίου 2019, 16:03