1562
Η Αννα Παναγιωτοπούλου άφησε εποχή στα 80s ως τηλεοπτική «Μαντάμ Σουσού» (πρεμιέρα 4 Μαΐου 1986, στην ΕΡΤ-2) | YouTube

Οταν η μαντάμ Σουσού ξαναβγήκε βόλτα στην Αθήνα

Μιχάλης Ηλιάδης Μιχάλης Ηλιάδης 24 Οκτωβρίου 2016, 07:20
Η Αννα Παναγιωτοπούλου άφησε εποχή στα 80s ως τηλεοπτική «Μαντάμ Σουσού» (πρεμιέρα 4 Μαΐου 1986, στην ΕΡΤ-2)
|YouTube

Οταν η μαντάμ Σουσού ξαναβγήκε βόλτα στην Αθήνα

Μιχάλης Ηλιάδης Μιχάλης Ηλιάδης 24 Οκτωβρίου 2016, 07:20

Πού σας γυρίζω τώρα… Στην εποχή που τις ταξικές αντιθέσεις χώριζε – χαριτωμένα – ένα Β από ένα ΜΠ. Όταν το μετέπειτα, λαϊκό, «Λαός και Κολωνάκι» του Μανώλη Χιώτη (του 1959) είχε διαφορετική έκφραση: Ο Βούθουλας κι ο Μπούθουλας. Όπου Βούθουλας ήταν το κατάφυτο παρκάκι, με τα ρυάκια από τον Ιλισό, γύρω από την Αγία Φωτεινή, στο Μετς και ο Μπούθουλας ή Μπύθουλας ή Βύθουλας ήταν μια γειτονιά του Κολωνού, όπου τα νερά όχι απλώς δεν έρεαν, αλλά παρέμεναν στάσιμα. Και βρόμικα. Βάλτος, δηλαδή.

Αυτή η μάλλον κακόηχη ταξική διαφορά έκανε τον θρυλικό δημοσιογράφο και συγγραφέα Δημήτρη Ψαθά, σε μια έκφανση κοινωνικού σουρεαλισμού (για την εποχή τουλάχιστον – βρισκόμαστε στην Αθήνα του 1938), να πλάσει μια ηρωίδα που έμελλε να γράψει ιστορία: μια σύζυγο ιχθυοπώλη του Κολωνού που ήθελε να φαντάζεται εαυτήν στα σαλόνια του αριστοκρατικού Βούθουλα. Κυρίες και κύριοι, η Μαντάμ Σουσού.

Πού την θυμηθήκαμε την ψωροφαντασμένη που εισέβαλε, σουσουδίζοντας, έως και στην ελληνική γλώσσα με τους σουσουδισμούς της; Μας την θύμισαν Σάββατο μεσημεράκι, εν μέσω οργιώδους νεροποντής, οι Εκδόσεις Ψαθά. Της κόρης του Μαρίας, που μαζί με την εγγονή του, όπως και του θρυλικού επίσης ανθρώπου του θεάτρου και της γραφής Κώστα Νίτσου, Λένα Νίτσου. Στο Public του Συντάγματος που σουσούδισε… χαριτωμένα, αφιερώνοντας στην ηρωΐδα του Δημήτρη Ψαθά, που ενσάρκωσαν από το 1940 μέχρι σήμερα αγαπημένες πρωταγωνίστριες: κυρία Κατερίνα (μαζί με τον Αιμίλιο Βεάκη, φωτογραφισμένη μάλιστα στον Μπούθουλα με φασεμέν και ρόμπα με το «Σ» της Σουσούς), Μαίρη Αρώνη (που περιόδευσε ως Μαντάμ Σουσού σε Αμερική, Κωνσταντινούπολη, Κύπρο και ανά την ελληνική επικράτεια), Γεωργία Βασιλειάδου (ραδιοφωνική Σουσού το 1950), Μαρίκα Νέζερ (η κινηματογραφική – σε διασκευή Νίκου Τσιφόρου – Σουσού, του 1948, με το Βασίλη Λογοθετίδη – Παναγιωτάκη, σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη), Αννα Παϊταζή (η πρώτη τηλεοπτική Σουσού του 1972, σε 65 επεισόδια 15λεπτα, μαζί με τους Ιάκωβο Ψαρρά ως Παναγιωτάκη και τον Δημήτρη Καλλιβωκά ως Καντακουζηνό), Αννα Παναγιωτοπούλου (στη δεύτερη τηλεοπτική σειρά του 1986, σε 13 ημίωρα επεισόδια, σε δύο σεζόν, με το Θανάση Παπαγεωργίου – Παναγιωτάκη και τον Αγγελο Αντωνόπουλο – Καντακουζηνό, αλλά και στο θέατρο, το 1998, με τους Νίκο Γαλανό – Καντακουζηνό και Σταύρο Παράβα – Παναγιωτάκη και το 2012 ξανά στη θεατρική σκηνή).

Ο τηλεοπτικός Παναγιωτάκης και σκηνοθέτης της δεύτερης «Σουσούς» της μικρής οθόνης, Θανάσης Παπαγεωργίου, ο βοηθός σκηνοθέτης της τηλεοπτικής «Μαντάμ Σουσούς», Πωλ Σκλάβος, ο Δημήτρης Καλλιβωκάς, η Ρίκα Διαλυνά (που ενσάρκωσε την ζουμερή χήρα Ουρανία Τσαλαβούτα στο πλευρό του Χρήστου Ευθυμίου στην ταινία «Ένας βλάκας και μισός» του Δημήτρη Ψαθά, σε σκηνοθεσία – το 1959 – του Γιάννη Δαλιανίδη) και η κόρη της Άννας Παϊταζή – πρώτης τηλεοπτικής Σουσούς – Ευτυχία Ανρίτσου (που έδωσε και φωτογραφικό υλικό για την έκθεση που στήθηκε με αφορμή την εκδήλωση του Συντάγματος) έδωσαν το «παρών» στο σουσουδίστικο πρωινό αφιέρωμα του μουσκεμένου κέντρου της Αθήνας.

Η Σουσού… Αννα Παναγιωτοπούλου χάθηκε στη νεροποντή (αστειευόμαστε, φυσικά – απλώς, δεν κατάφερε να φτάσει). Ολοι όμως αποκάλυψαν πολλά και άγνωστα για την αγαπημένη Μαντάμ ή «πυργοδέσποινα του Βύθουλα», όπως ήταν και ο υπότιτλος στην πρώτη έκδοση σε βιβλίο της «Σουσούς» από τον Ψαθά και τις Εκδόσεις Κασταλία, με σκίτσα και εξώφυλλο από τον διάσημο γελοιογράφο της εποχής Φωκίωνα Δημητριάδη (που ευθύνεται για την περίφημη «κότα» του Κωνσταντίνου Τσάτσου, που έβαλε στα πολιτικά σκίτσα του).

Να και το πρώτο σχετικά άγνωστο στοιχείο: 4.000 αντίτυπα από το βιβλίο του Ψαθά – που έγινε ανάρπαστο στην πρώτη του έκδοση που συνέπεσε με τις απαρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και έφτασε να πουλάει 4.000 αντίτυπα μέσα σε έναν μόλις μήνα – μοιράστηκαν σε νοσοκομεία, στους κατάκοιτους τραυματίες πολέμου, για ψυχαγωγία τους.

Οι απαρχές της ηρωίδας είναι πιο γνωστές: «Γεννήθηκε» ως ιστορία σε συνέχειες (ή σε περιπέτειες, αν θέλετε) το 1938 για το εξαιρετικά ευπώλητο περιοδικό «Θησαυρός» (έγραψαν ιστορία οι γελοιογραφίες της «Χοντρής» του Βασίλη Χριστοδούλου, που καταπίεζε τον μικρόσωμο Ζαχαρία), υπό την πίεση του αρχισυντάκτη Απόστολου Μαγγανάρη και ενώ ο Δημήτρης Ψαθάς είχε ήδη στο ενεργητικό του τις επιτυχημένες – σε συνέχειες – έντυπες περιπέτειες του «Αριστείδη του ατυχή» και το κινηματογραφικό «Στραβόξυλο» (του 1952, σε σκηνοθεσία Χρήστου Αποστόλου, με τους Βασίλη Αργυρόπουλο, Μαρίκα Νέζερ, Γεωργία Βασιλειάδου – έγινε ξανά ταινία το 1969 από τον Ορέστη Λάσκο, με το Γιάννη Γκιωνάκη).

Screen shot 2016-10-23 at 6.22.04 PM
Ντοκουμέντο: Ο Αιμίλιος Βεάκης (Παναγιωτάκης) και η Κυρία Κατερίνα (Σουσού) στο πρώτο επιτυχημένο ανέβασμα του έργου στο θέατρο το 1942, εν μέσω Κατοχής, στο θέατρο «Κατερίνας»

Ε, λοιπόν, στην εκδήλωση μάθαμε ότι η Μαντάμ Σουσού ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Ο Δημήτρης Ψαθάς εμπνεύσθηκε την ηρωίδα του από την ψηλομύτα σύζυγο συναδέλφου του δημοσιογράφου που διαρκώς μεγαλοπιανόταν κι ας ήταν πολύ δύσκολα, οικονομικά, τα πράγματα στο σπιτικό της. Μία ημέρα κάλεσε όλους τους συναδέλφους του άντρα της με τους συζύγους τους στο σπίτι της και, μην έχοντας χρήματα, τους προσέφερε μόνον λίγα φρούτα και κρασί, δικαιολογώντας το σπαρτιάτικο του δείπνου με τη φράση «έτσι κάνουν εις τας Γαλλίας». Φεύγοντας πεινασμένοι οι συνάδελφοι κατέληξαν στο σπίτι του Δημήτρη Ψαθά, που η σύζυγός του είχε τη φήμη καταπληκτικής μαγείρισσας – όπως μας είπε η εγγονή της Λένα Νίτσου – και στυλώθηκαν λιγάκι. Η περιπέτειά τους όμως που πολύ συζητήθηκε εκείνο το βράδυ έδωσε στον Ψαθά την ηρωίδα που έψαχνε για το «Θησαυρό», καθώς ύστερα από τις περιπέτειες ενός άντρα (του «Αριστείδη του ατυχή») έψαχνε για περιπέτειες γένους θηλυκού. Χώρια η φράση που ήταν της μόδας εκείνη την εποχή για τους ταξικούς διαχωρισμούς «Ο Βούθουλας και ο Μπούθουλας», που του έδωσε την ιδέα για τον τόπο των περιπετειών της φαντασμένης Μαντάμ. Μια γειτονιά, τον Μπούθουλα ή Βύθουλα, στην οποία η ΟΥΛΕΝ έφτασε πολλά χρόνια μετά, για να προσφέρει την ελάχιστη άνεση στα φτωχικά πλινθόκτιστα σπίτια της, δίπλα στα παραδοσιακά κεραμοποιεία.

004
Η τηλεοπτική Μαντάμ Σουσού – Άννα Παϊταζή με (αριστερά) το Δημήτρη Καλλιβωκά που ενσάρκωσε τον τυχοδιώκτη σύζυγό της, Μηνά Καντακουζηνό.

Αν και το αρχικό όριο ήταν 25 άτομα, 35 τελικά συμμετείχαν, μετά την παρουσίαση του τόμου «Μαντάμ Σουσού» (σε δημοτική και μοτονικό πλέον, με τα σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη από την πρώτη έκδοση), στον λογοτεχνικό περίπατο που είχαν ετοιμάσει οι άνθρωποι των Εκδόσεων Ψαθά. Με αφετηρία την Πατριάρχου Ιωακείμ, στο Κολωνάκι, όπου έμεινε η ξιπασμένη Μαντάμ Σουσού, όταν κληρονόμησε μια περιουσία και εγκατέλειψε τον Παναγιωτάκη και το Βύθουλα. Και συνέχεια στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετάνια» και ειδικότερα το GB, από το οποίο δήλωνε απερίφραστα πως πίνει νερό η Μαντάμ Σουσού «τώρα που μένω στο Κολωνάκι με την αριστοκρατεία», σε κάποια από τις περιπέτειές της. Κατάληξη, το Zonars, στο οποίο τους «περιπατητές» της Σουσούς περίμενε ο ιδιοκτήτης του Χρύσανθος Πανάς, να τους μιλήσει για την καλή κοινωνία της εποχής εκείνης που είχε στέκι το γωνιακό μαγαζί της Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου. Κάτι που δεν έμεινε απαρατήρητο από την Μαντάμ Σουσού, που ήθελε να της μοιάσει. Ακόμη και στα σκυλάκια που κρατούσαν οι κυρίες στα γόνατά τους. Προσπαθώντας να τις μιμηθεί, η Σουσού του Βύθουλα, απέκτησε ένα τσομπανόσκυλο ονόματι Καραβαγγέλη, το οποίο μετονόμασε – επί το κομψότερον και γαλλικότερον – σε Καραβάν και δεμένο με αλυσίδα τον πήρε μαζί της στον καθημερινό της ποδαρόδρομο ως το Zonars. Για να το συνδέσει με μια από τις πιο αστείες περιπέτειές της, όταν ο Καραβάν όρμηξε στα σκυλάκια των κυριών και τα έκανε γης μαδιάμ, αναποδογυρίζοντας – ως άξεστος σκύλος… – τραπέζια και σχίζοντας φουστάνια.

003
Η πρώτη Μαντάμ Σουσού στην τηλεόραση, Αννα Παϊτατζή, το 1972-73, σε σκηνοθεσία Μήτσου Λυγίζου. Προβλήθηκαν 65 επεισόδια σε παραγωγή της ΑΣΤΗΡ TV του Γιώργου Ράλλη. Το σενάριο έγραψε ο ίδιος ο Δημήτρης Ψαθάς ο οποίος έκανε και την επιλογή των ηθοποιών σε οντισιόν

Και κάτι ακόμη: Πέρα από τις φωτογραφίες και τα σπάνια ντοκουμέντα για όλες τις Σουσούδες από το 1938, που ο «Θησαυρός» δημοσίευσε την πρώτη ιστορία της, στην έκθεση που πλαισίωσε την εκδήλωση ακούστηκε και το ακυκλοφόρητο τραγούδι της θεατρικής παράστασης του 1998 με την Άννα Παναγιωτοπούλου, τον Νίκο Γαλανό και το Σταύρο Παράβα, σε μουσική Διονύση Τσακνή και στίχους Μαριαννίνας Κριεζή: «Στον ίσκιο σου ξενύχτησα / Μαντάμ Σουσού…». Τραγούδι για την Μαντάμ Σουσού, ύστερα από την επιτυχία του βιβλίου του Δημήτρη Ψαθά, έγραψε το 1940 ο Λεό Ραπίτης (του αγαπημένου «Κλαις»), σε στίχους Κώστα Μάνεση και Κρέοντα Ρηγόπουλου, με το Νίκο Γούναρη, τραγούδι που ακούστηκε και στους τίτλους έναρξης των πρώτων επεισοδίων της πρώτης τηλεοπτικής σειράς, 32 χρόνια αργότερα: «Εζούσε πολύ φτωχικά / σε κάτι αρχοντικά / με τον κυρ-Παναγιώτη…».

vlcsnap-2016-10-11-17h33m49s252
Στιγμιότυπο από το δεύτερο σίριαλ με άξονα τις περιπέτειες της «Μαντάμ Σουσού» της ΕΡΤ-2 (1986), με τον Θανάση Παπαγεωργίου/ Παναγιωτάκη (και σκηνοθέτη της σειράς) και την Αννα Παναγιωτοπούλου/ Σουσού

 

Ο Θανάσης Παπαγεωργίου θυμήθηκε, στο αφιέρωμα του Συντάγματος για την «Σουσού», τον τρόπο που γυρίστηκε η δεύτερη τηλεοπτική σειρά. Τη δουλειά, τις ασταμάτητες αναγνώσεις των ρόλων, από το σενάριο του Γιώργου Ράλλη (και της Ελβίρας Ράλλη, όπως ο ίδιος ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής της σειράς επισήμανε). «Αντιμετώπισα την Σουσού σαν τραγικό πρόσωπο», μας είπε. «Κάτι την πόναγε για να είναι έτσι. Το θέμα ήταν καθαρά ταξικό. Πολιτικό. Του Ψαθά, μέσα στη δικτατορία του Μεταξά και στα πρόθυρα ενός πολέμου, του βγήκε στο χαρτί αρχικά ένα πλάσμα που ανήκει σε έναν κόσμο τον οποίο δεν αντέχει και θέλει να ξεφύγει για να πάει στην άλλη τάξη, την ανώτερη, για την οποία δεν είχε τα φόντα. Αυτή την άλλη τάξη ο Ψαθάς την σάρκασε, αντίθετα με την λαϊκή τάξη από την οποία προερχόταν η Σουσού στην οποία απλώς έκανε κριτική και δεν την σάρκασε».