1089
| INTIMENEWS/YouTube/CreativeProtagon

Κώστας Σημίτης, ένας ευπατρίδης με… κότσια

Ανδρέας Παππάς Ανδρέας Παππάς 14 Ιανουαρίου 2026, 14:15
|INTIMENEWS/YouTube/CreativeProtagon

Κώστας Σημίτης, ένας ευπατρίδης με… κότσια

Ανδρέας Παππάς Ανδρέας Παππάς 14 Ιανουαρίου 2026, 14:15

Συμπληρώθηκε πριν από μερικές μέρες ένας χρόνος από τον θάνατο του Κώστα Σημίτη. Δεν ήταν από αυτούς που του άρεσαν τα παχιά λόγια, τα λιβανίσματα και άλλα τέτοια, ο Κώστας Σημίτης. Ωστόσο, θεωρώ ότι είναι προς όφελος όλων μας, και βέβαια κατεξοχήν του πολιτικού συστήματος, να θυμόμαστε πώς αντιλαμβανόταν την πολιτική και τον ρόλο του πολιτικού ο άνθρωπος που κυβέρνησε τη χώρα από το 1996 έως το 2004. Ισως μάλιστα του Σημίτη θα του ταίριαζε πολύ καλύτερα ο αγγοσαξονικός όρος statesman (πολιτικός άνδρας το μεταφράζουμε συνήθως) από ό,τι ο όρος πολιτικός, ο οποίος περιλαμβάνει εκ των πραγμάτων τους πάντες: από φυσιογνωμίες όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ο αυθεντικός, μέχρι τον Βελόπουλο, τον Βαρουφάκη και τη Ζωή.

Αλήθεια, ποιος δεν θυμάται το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ το καλοκαίρι του 1996, το πρώτο της μετα-ανδρεϊκής περιόδου; Ηταν τότε που ο Σημίτης ανέβηκε στο βήμα και είπε: «Καθαρές κουβέντες. Εφόσον δεν εκλεγώ πρόεδρος, θα παραιτηθώ από πρωθυπουργός». Με άλλα λόγια, τέρμα οι συζητήσεις για λύσεις δυαρχίας, τις οποίες μαγείρευαν, λιγότερο ή περισσότερο φανερά, γνωστά και μη εξαιρετέα στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Μιας και αναφέρθηκα όμως σε εκείνο το συνέδριο, αξίζει ίσως να υπενθυμίσω και το κλίμα του. Νομίζω ότι είναι η μοναδική φορά όπου συνέδριο ελληνικού κόμματος συγκέντρωσε τέτοιο ενδιαφέρον και τέτοια… τηλεθέαση.

Συνήθως τα συνέδρια των κομμάτων είναι απλώς τελετουργικά, διεκπεραιωτικά, και βέβαια ιδιαίτερα βαρετά, καθώς, όπως γνωρίζουμε όλοι όσοι έχουμε «παροικήσει την Ιερουσαλήμ», απλώς επικυρώνουν ήδη διαμορφωμένους συσχετισμούς και ήδη ειλημμένες αποφάσεις. Και όμως τότε, καλοκαίρι όπως ήταν, θυμάμαι από πολλά σπίτια και διαμερίσματα να ακούγονται από τις τηλεοράσεις όσα διαδραματίζονταν στο συνέδριο. Μάλιστα, όταν ανακοινώθηκαν τα περίπου οριακά αποτελέσματα της ψηφοφορίας για τον πρόεδρο, ακόμα και ζητωκραυγές ακούστηκαν από μπαλκόνια και παράθυρα. Κάπως σαν να είχε μπει γκολ.

Πριν από μερικές εβδομάδες, σε ένα κείμενό μου στην «Καθημερινή» της Κυριακής, με τίτλο «In memoriam», αποχαιρετισμό σε λιγότερο ή περισσότερο δημόσια πρόσωπα με τα οποία είχα την τύχη να συναντηθώ και να συγχρωτιστώ στη ζωή μου, έγραφα για τον Σημίτη: «Παρών όποτε και όπως έπρεπε στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες (μόλις που πρόλαβε να φύγει από τη χώρα με πλαστό διαβατήριο πριν τον συλλάβει η χούντα), πάντοτε χαμηλού προφίλ αλλά και πάντοτε αποτελεσματικός σε ό,τι και αν αναλάμβανε, ο Σημίτης ήταν επίσης ένας βαθιά μορφωμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος. Είναι ενδεικτικό ότι, στις συναντήσεις μας τα τελευταία χρόνια, πιο πολύ για την ιστορία της Αριστεράς και για την Ιστορία γενικότερα μιλούσαμε, παρά για πολιτική».

Ο Σημίτης και ο Παπανδρέου

Η διαδρομή του Κώστα Σημίτη στο ΠΑΣΟΚ κάθε άλλο παρά ανέφελη ή στρωμένη με ρόδα ήταν. Με εντυπωσιακή υπομονή και ανθεκτικότητα, με αίσθηση ότι μια από τις αρετές του πολιτικού είναι να ξέρει να περιμένει, και βέβαια με σαφή άποψη πάντοτε για το προς τα πού θα έπρεπε να κινηθεί το κόμμα του και η χώρα, ο Σημίτης κατάφερε να επιβιώσει στην «Αγρια Δύση» του παπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ. Και μάλιστα, χωρίς ποτέ να γίνει τζουτζές του Παπανδρέου, χωρίς ποτέ να ενδώσει στις σειρήνες της λαϊκιστικής ευκολίας, χωρίς ποτέ να διστάσει να καταθέσει τις σαφώς διακριτές απόψεις του, συχνά κάθε άλλο παρά δημοφιλείς στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ.

Υπενθυμίζω επί τροχάδην τρεις τουλάχιστον φορές που ο Παπανδρέου κάθε άλλο παρά αβρός υπήρξε απέναντί του (αγγλοσαξονικότατο understatement για το σε απλά ελληνικά λεγόμενο «στραπατσάρισμα»). Πρώτα, το 1981, τον έκοψε από τους συνδυασμούς και τον άφησε εκτός Βουλής επειδή είχε γράψει «Ναι στην Ευρώπη των λαών, όχι στην Ευρώπη των μονοπωλίων». Ηταν η εποχή που ο Αντρέας τάιζε τον κοσμάκη με τα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο συνδικάτο», τα οποία βέβαια δεν είχε τον παραμικρό ενδοιασμό να τα γυρίσει τούμπα (ευτυχώς να λέμε…) όταν βρέθηκε στο τιμόνι της χώρας. Επειτα, το 1985, αφού πρώτα κέρδισε τις εκλογές με πλαστές φωτογραφίες του Μητσοτάκη και με βασικό σύνθημα το «Για ακόμα καλύτερες μέρες», ενώ ήξερε ότι τα ταμεία είχαν αδειάσει μετά το ξεσάλωμα της περιόδου 1981-85, στον Σημίτη ανέθεσε ο Παπανδρέου το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, προκειμένου να συμμαζέψει την κατάσταση για να αποφύγουμε πιθανή χρεοκοπία. Αυτό και προσπάθησε ο Σημίτης, με το λεγόμενο σταθεροποιητικό πρόγραμμα, πριν δει ωστόσο να καταργείται η πολιτική της σταθεροποίησης το 1987, από κάποιο μπαλκόνι και χωρίς καν προηγούμενη διαβούλευση μαζί του. Εννοείται, βέβαια, ότι παραιτήθηκε. Τρίτη φορά που ο Παπανδρέου άδειασε τον Σημίτη, υπουργό Βιομηχανίας τότε, ήταν το 1993, στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης, οδηγώντας τον, όπως ήταν επόμενο, και πάλι σε παραίτηση.

Είχε πράγματι εντυπωσιακή πολιτική ανθεκτικότητα (κοινώς «στομάχι») ο Κώστας Σημίτης. Πώς αλλιώς εξηγείται ότι άντεξε τόσα χρόνια τις αυθαιρεσίες του παπανδρεϊσμού, κρατώντας πάντοτε την ψυχραιμία του και την αξιοπρέπειά του; Εχοντας το κουράγιο ακόμα και να κοντράρεται με το τοτέμ που λεγόταν Αντρέας, λέγοντας δημόσια τη γνώμη του όταν το έκρινε απαραίτητο, ή άλλοτε πάλι μη διστάζοντας ακόμα και να δηλώνει ότι ήταν «συνιδρυτής» του ΠΑΣΟΚ, ή ότι «ο υπουργός δεν είναι υπάλληλος του πρωθυπουργού».

Σε ό,τι αφορά αυτήν την πλευρά του Κώστα Σημίτη, αλλά και την προσωπικότητά του και τον χαρακτήρα του γενικότερα, θα προσθέσω μια μικρή ιστορία, ασήμαντη ίσως αλλά διαφωτιστική. Μια ιστορία από την προσωπική μας σχέση και από το μακρινό 1977, στην οποία νομίζω ότι έχω αναφερθεί και με άλλη ευκαιρία.

Πρέπει να ήταν Γενάρης του 1977, όταν ο Κώστας Σημίτης, μέλος τότε του Εκτελεστικού Γραφείου του ΠΑΣΟΚ, με κάλεσε στο γραφείο του, στην οδό Ακαδημίας, να μου προτείνει να μετάσχω σε μια άτυπη και αφανή ομάδα στελεχών, επιφορτισμένη με τον πολιτικό σχεδιασμό, και ειδικότερα με την προετοιμασία του κόμματος για τις επόμενες εκλογές. Οταν του είπα «ευχαριστώ, αλλά έχω ήδη πάρει απόφαση να αποχωρήσω από το ΠΑΣΟΚ», μου απάντησε πολύ φιλικά πως, αν και σε πολλά από όσα με είχαν οδηγήσει σε αυτήν την απόφασή μου είχα δίκιο, «όσοι έχουμε (πρώτο πληθυντικό…) παρόμοιες απόψεις και επιφυλάξεις οφείλουμε να δώσουμε τη μάχη από μέσα», παραμένοντας δηλαδή στο ΠΑΣΟΚ. Με τη σειρά μου, απάντησα πως, κατά τη γνώμη μου, δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα, αφού το πλαίσιο λειτουργίας του κόμματος ήταν δεδομένο και τα περιθώρια προδιαγεγραμμένα.

Εκ των υστέρων, θα έλεγα πως και οι δυο μας είχαμε δίκιο, καθένας από τη δική του σκοπιά και οπτική γωνία: εκείνος του πολιτικού άνδρα, κι εγώ ενός νεαρού τότε διανοούμενου, ο οποίος δεν είχε καμιά διάθεση να μπλεχτεί σε power games, και γενικότερα σε καταστάσεις με τις οποίες ούτε μπορούσε ούτε ήθελε να αναμετρηθεί. Ο καθείς εφ’ ω ετάχθη, όπως έλεγαν και οι παλαιότεροι. Ούτε εγώ πάντως μετάνιωσα που έφυγα, ούτε εκείνος ‒αν κρίνω από το ότι κυβέρνησε τη χώρα επί οκτώ χρόνια‒ θα πρέπει να μετάνιωσε που έμεινε στο ΠΑΣΟΚ. Ισως, πάλι, το ότι έφτασε εκεί όπου έφτασε, να το όφειλε εν μέρει και στην παροιμιώδη, ασυνήθιστη για πολιτικό, ανθεκτικότητά του.


* Ο Ανδρέας Παππάς είναι συγγραφέας, επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής 

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...