1854
| Konstantinos Tsakalidis / SOOC

Η χαμένη σύγκλιση και οι νέες αυταπάτες

|Konstantinos Tsakalidis / SOOC

Η χαμένη σύγκλιση και οι νέες αυταπάτες

Το χάσμα Ελλάδας και Ευρωζώνης.

Από την δεκαετία του 1990 και μετά, ο στόχος αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ενωσης ήταν η διαδικασία σύγκλισης των πιο αδύναμων οικονομιών με τις ισχυρότερες. Σύγκλιση χρειαζόταν για να μειωθεί το χάσμα ευημερίας με τον Βορρά και να ενισχύσει την πίστη του Νότου στην ενωμένη Ευρώπη, σύγκλιση απαιτούσε και η προετοιμασία για το κοινό νόμισμα για να εγκαταλειφθεί η ανάγκη υποτιμήσεων όταν μια οικονομία πιεζόταν από μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα.

Η σύγκλιση προς το βιοτικό επίπεδο των πιο ανεπτυγμένων χωρών είχε γίνει το κυρίαρχο αίτημα και στην Ελλάδα και υπαγόρευσε το πλαίσιο άσκησης οικονομικής πολιτικής από πολλές κυβερνήσεις, καθώς επίσης και το κριτήριο αξιολόγησης των αποτελεσμάτων που είχαν. Μέχρι βέβαια που έφτασε η κρίση και έθεσε την ελληνική οικονομία σε μια αντίστροφη διαδικασία συρρίκνωσης και δραματικής απόκλισης από τις άλλες οικονομίες της Ευρωζώνης, μακριά ακόμα και από όσες υπέστησαν επίσης Μνημόνια και πολυετή λιτότητα.

Οι προεκλογικές αντιπαραθέσεις των ημερών εστιάζουν –και σωστά– στο πεδίο της οικονομίας. Στην κυρίαρχη αντιπαράθεση μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, κάθε κόμμα προσπαθεί να πείσει τους ψηφοφόρους ότι με τις δικές του αποκλειστικές συνταγές η οικονομία θα μπει ξανά σε τροχιά συστηματικής ανάκαμψης και οι πολίτες θα ξαναβρούν το χαμένο νήμα της σύγκλισης με τις άλλες χώρες.

Κανένα όμως δεν μπαίνει στον κόπο να τσεκάρει πού ακριβώς βρισκόμαστε τώρα, ώστε να εκτιμήσει καλύτερα πόσες δυσκολίες και απαιτήσεις έχει μια τέτοια προσπάθεια επαναφοράς. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν εδώ με την τοπογραφία της απόκλισης και το χάσμα που μας χωρίζει από την σημερινή κανονικότητα της Ευρωζώνης. Σημειωτέον ότι και η ίδια η Ευρωζώνη δεν ενσαρκώνει κάποιον πρωταθλητή της ανάπτυξης, απλώς μετά την κρίση έχει σταθεροποιηθεί και πορεύεται κουτσά-στραβά ανάμεσα σε πολύ πιο δυναμικούς ανταγωνιστές. Για να διευκολυνθεί η σύγκριση της πορείας της Ελλάδας έως σήμερα, χρησιμοποιούνται δείκτες με την ίδια βάση εκκίνησης το 2000.

Πρώτα η απασχόληση, (Γράφημα 1): Την περίοδο έως την κρίση, η απασχόληση στην Ελλάδα εξελισσόταν ταχύτερα από την Ευρωζώνη, λόγω της υψηλότερης ανάπτυξης που είχε η οικονομία της. Σήμερα όμως βρίσκεται οριακά στο επίπεδο που είχε το 2000, έχοντας μειωθεί κατά 14% από το 2008. Αντίθετα,  στην Ευρωζώνη το ίδιο διάστημα σημείωσε άνοδο κατά   4%. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι αν θέλουμε να γεφυρωθεί ξανά το χάσμα απασχόλησης μεταξύ Ελλάδας και Ευρωζώνης, μας λείπουν 500.000  θέσεις εργασίας. Μέγα πλήθος. Η ακόμα πιο δυσάρεστη πτυχή του προβλήματος είναι ότι στην διάρκεια της κρίσης δεν έγινε καμία συστηματική προσπάθεια κατάρτισης των ανέργων σε σύγχρονες γνώσεις επιχειρηματικότητας και παραγωγής. Έτσι ακόμα και αν δημιουργηθούν ευκαιρίες για τόσες θέσεις απασχόλησης, οι δεξιότητες που έχουν οι ενδιαφερόμενοι ίσως υστερούν από τις εξελισσόμενες απαιτήσεις και θα οδηγήσουν σε νέους θύλακες τεχνολογικής ανεργίας.

Γράφημα 1: Δείκτης απασχόλησης στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη
Πηγή: Ameco. Ως Ευρωζώνη, η πρώτη ομάδα των 12

Μετά οι επενδύσεις, (Γράφημα 2): Την περίοδο πριν την κρίση, η συσσώρευση παραγωγικού κεφαλαίου στην Ελλάδα εξελισσόταν κάπως ταχύτερα από την Ευρωζώνη. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι βελτιωνόταν πάντα και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, γιατί αρκετές επενδύσεις πήγαιναν στην κατοικία και σε τομείς χωρίς σοβαρό εξαγωγικό προσανατολισμό.  Όταν η κρίση έπληξε την αγορά κατοικίας και πολλές επιχειρήσεις οδηγήθηκαν σε χρεοκοπία, το παραγωγικό κεφάλαιο άρχισε να συρρικνώνεται και σήμερα η Ελλάδα βρίσκεται στα επίπεδα του 2005.

Γράφημα 2: Δείκτης παραγωγικού κεφαλαίου στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη Πηγή: Ameco. Ως Ευρωζώνη, η πρώτη ομάδα των 12.

Αντίθετα στην Ευρωζώνη παρατηρήθηκε μεν μια κάμψη με την κρίση αλλά γρήγορα άρχισαν και πάλι οι επενδύσεις με αποτέλεσμα σήμερα το κεφαλαιουχικό δυναμικό της να είναι  κατά 12% αυξημένο σε σύγκριση με το 2008. Για να γεφυρωθεί το παραγωγικό χάσμα με την Ευρωζώνη μας λείπουν καθαρές νέες επενδύσεις αξίας άνω των 100 δισεκατομμυρίων ευρώ. Μέγα ποσόν και δυσεύρετο. Η μόνη ευνοϊκή πτυχή του προβλήματος είναι ότι αν ποτέ συμβεί να γίνουν τόσες επενδύσεις και τύχει να είναι σύγχρονης τεχνολογίας, η ανανέωση της ελληνικής παραγωγής θα λάβει χώρα σε μεγαλύτερη έκταση.

Τρίτον, η συρρίκνωση του ανθρώπινου δυναμικού, (Γράφημα 3): Την περίοδο πριν την κρίση, το ανθρώπινο δυναμικό στην Ελλάδα αυξανόταν με ρυθμούς παρόμοιους με την υπόλοιπη Ευρωζώνη, έχοντας και την δυνατότητα ένταξης οικονομικών μεταναστών από γειτονικές χώρες. Έκτοτε συρρικνώθηκε κατά 7% και πλέον βρίσκεται στα επίπεδα του 2002, ενώ στην Ευρωζώνη επεκτάθηκε κατά  5%. Η μείωση αυτή οφείλεται σε μετανάστευση προς άλλες χώρες και -σε συνδυασμό με την επίζηλη βελτίωση του προσδόκιμου ζωής στην δική μας- θα επιβαρύνει έτι περαιτέρω την μελλοντική υποστήριξη του αναδιανεμητικού ασφαλιστικού συστήματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι η πρώτη φορά τον τελευταίο μισό αιώνα, που στην Ελλάδα μειώνεται το ενεργό εργατικό δυναμικό.

Γράφημα 3: Δείκτης εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη
Πηγή: Ameco. Ως Ευρωζώνη, θεωρείται εδώ η πρώτη ομάδα των 12.
Τα στοιχεία αφορούν σε αστικό δυναμικό, εκτός αγροτικού τομέα.

Σε σχέση με την πορεία της Ευρωζώνης, το χάσμα υποδηλώνει ότι μας έφυγαν 300.000 ενεργού πληθυσμού, κυρίως νέοι πτυχιούχοι και κατά τεκμήριο οι καλύτεροι αφού νιώθουν ικανοί να βρουν δουλειά στις πολύ πιο απαιτητικές συνθήκες του εξωτερικού. Με διαφορετικές προσδοκίες για τις προοπτικές της χώρας, η φυγή θα ήταν προσωρινή όπως και το κόστος που έχει, γιατί  η εμπειρία που απέκτησαν έξω θα ωφελούσε τελικά την χώρα. Όμως, η πιο δραματική όψη του προβλήματος δεν είναι τόσο ότι έφυγαν οι επιστήμονες, αλλά ότι –προς το παρόν τουλάχιστον- δεν έχουν κίνητρα να επιστρέψουν και να εργαστούν σύμφωνα με τις ικανότητες τους!

Τα τρία αυτά νούμερα για τις 500.000 θέσεις απασχόλησης, τα 100 δισεκ. ευρώ επενδύσεις και τους 300.000 μέτοικους υψηλών προδιαγραφών μετρούν το χάσμα απόκλισης της χώρας μας από την Ευρωζώνη: Κωδικός 500-100-300.

Γέφυρες και χίμαιρες

Μπορεί άραγε να γεφυρωθεί ένα τέτοιο χάσμα σε εύλογο χρόνο; Με επίπονη προσπάθεια μπορεί ίσως να κλείσει το μισό σε μια δεκαετία, με την αισιόδοξη υπόθεση βέβαια ότι δεν έχουμε άλλη κρίση. Η έκταση του προβλήματος υποδεικνύει όμως την σοβαρότητα και προσοχή με την οποία οφείλει κάθε κόμμα να το προσεγγίσει, και εδώ προκαλούνται οι πρώτες απογοητεύσεις όταν διαπιστώνει κανείς πόσο επιφανειακά κινούνται οι προτάσεις των δύο μεγαλύτερων. Αμφότερα έχουν επιλέξει καλόηχες και γενικά ευχάριστες προτάσεις – αν και με διαφορετικό περιεχόμενο η καθεμία: Η μεν ΝΔ διαφημίζοντας φοροελαφρύνσεις κάθε είδους και σκοπού, ο δε ΣΥΡΙΖΑ διαλαλώντας επιδόματα και ταξίματα για κάθε πρόβλημα και ανάγκη. Οι πρώτες θα είναι σαν ούριος άνεμος για να ξεκολλήσει το υπερωκεάνειο των επενδύσεων από το αριστερό μπατάρισμα που υπέστη τα τελευταία χρόνια. Τα δεύτερα θα είναι σαν φτερά που θα κάνουν την λαϊκή κατανάλωση να απογειωθεί, παρασύροντας τελικά και τους επιχειρηματίες να βγουν από την αδράνεια και να αρχίσουν προσλήψεις και επενδύσεις.

Στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, η θαυματοποιία κατακτά νέα πεδία αφού προβλέπονται ταυτόχρονα νέες παροχές και επιδόματα, αύξηση μισθών κατά 15%, 500.000 νέες θέσεις απασχόλησης, μαζί φυσικά με τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα

Στο πρόγραμμα της, η ΝΔ υιοθετεί τον στόχο για «ισχυρή ανάπτυξη με επενδύσεις» και για να τον επιτύχει αναφέρει δύο μειώσεις φορολογίας, την αποσυμφόρηση των τραπεζών από τα μη-εξυπηρετούμενα δάνεια, την αποκλιμάκωση των ομολόγων, άντε και άλλη μια μάχη με την γραφειοκρατία και τις ιδεοληψίες. Δεν υπάρχει ούτε μία πειστική υπόδειξη πώς και από πού άραγε θα βρεθούν τα 100 δισεκ. ευρώ, αν και δέχεται ότι τόσα περίπου λείπουν από την χρηματοδότηση των επενδύσεων.

Στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, η θαυματοποιία κατακτά νέα πεδία αφού προβλέπονται ταυτόχρονα νέες παροχές και επιδόματα, αύξηση μισθών κατά 15%, 500.000 νέες θέσεις απασχόλησης, μαζί φυσικά με τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα 3,50% του ΑΕΠ. Το πώς γίνεται να συμβαδίζουν μαζικές προσλήψεις με σημαντικές αυξήσεις αμοιβών και αυστηρή δημοσιονομική λιτότητα, είναι ένα ερώτημα που θα εξουθενώσει και τον πιο εύπιστο οπαδό. Κατά μέσο όρο στην ελληνική οικονομία χρειάζεται επένδυση 200.000 ευρώ για κάθε νέα θέση εργασίας,  άρα ο στόχος για 500.000 θέσεις οδηγεί και αυτός στα 100 δισεκ. ευρώ νέες επενδύσεις. Όμως δεν γίνεται καμία αναφορά ποιοι και πώς θα τις χρηματοδοτήσουν, εκτός ίσως του ΕΣΠΑ αλλά εκεί οι περισσότερες ενισχύσεις ανά επιχείρηση σχεδιάστηκαν να είναι τόσο μικρές που δεν επαρκούν καν για να δικαιολογήσουν νέες προσλήψεις!

Στην πραγματικότητα, και οι δύο προσεγγίσεις αποπνέουν  ασύγγνωστη άγνοια για την έκταση και την πολυπλοκότητα της απαιτούμενης προσπάθειας, είτε γιατί δεν μπορούν να την εκτιμήσουν, είτε για να μην αποθαρρύνουν τους δυνητικούς ψηφοφόρους τους. Για να την συγκαλύψουν,  υπερτονίζουν άλλου τύπου διαφορές στο προσωπικό στυλ, την αποδοχή των αγορών, την διάθεση για ντιμπέϊτ και άλλα – όχι πάντα αδιάφορα αλλά μάλλον άσχετα με τις εν λόγω απαιτήσεις.

Κλειδί τα χαμηλότερα πλεονάσματα

Κατά σύμπτωση, ούτε το ένα ούτε το άλλο κόμμα αποσιωπούν και δεν αγγίζουν την παράλογη δέσμευση η Ελλάδα να συσσωρεύει πρωτογενή πλεονάσματα 3,50% του ΑΕΠ έως το 2022 και να εξακολουθήσει με επίσης υψηλά έως το 2040, την στιγμή που ο μέσος όρος της Ευρωζώνης είναι γύρω στο 1% του ΑΕΠ ετησίως. Για να τα επιτυγχάνει, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υπερφορολογεί και συχνά επίσης περικόπτει το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Προφανώς αν συνεχίσει να κυβερνά θα πράττει παρομοίως και στο μέλλον, εγκλωβίζοντας έτσι την οικονομία σε μακρά αναπτυξιακή στασιμότητα. Αν η ΝΔ κερδίσει τις εκλογές και θέλει να συνεχίσει να τα επιτυγχάνει, ενώ ταυτόχρονα κάνει και φοροαπαλλαγές, προφανώς θα χρειαστεί είτε να κόψει περαιτέρω το ΠΔΕ είτε άλλες δαπάνες. Το πιο πιθανό είναι η οικονομία να οδηγηθεί σε χρηματοδοτική στενότητα αντί της υποσχόμενης έκρηξης.

Η μόνη λύση απεμπλοκής της ελληνικής οικονομίας από τον μηχανισμό ασφυξίας που έχει επιβληθεί, είναι να αντιστραφεί το μείγμα πολιτικής και, αντί για υψηλά πρωτογενή και χαμηλό ΠΔΕ, να έχουμε χαμηλά πρωτογενή και υψηλό ΠΔΕ. Μόνο έτσι μπορούν να εξοικονομηθούν πόροι για να χρηματοδοτήσουν νέες επενδύσεις και υποδομές. Με 2% του ΑΕΠ πρωτογενές, το απομένον 1,50% δημιουργεί ένα  δημοσιονομικό χώρο για επενδύσεις της τάξεως των 3 δις. ευρώ κάθε χρόνο. Προφανώς ούτε αυτά είναι επαρκή για να καλύψουν σύντομα το χάσμα των 100 δις. ευρώ, αλλά σε ένα περιβάλλον αναζωπύρωσης των επενδύσεων αρκετά πράγματα μπαίνουν  σε πιο γρήγορη κίνηση: οι εκταμιεύσεις του ΕΣΠΑ επιταχύνονται, η παλινόστηση κεφαλαίων γίνεται πιο ελκυστική, οι επενδυτικές συμπράξεις με ιδιώτες διευκολύνονται, έρχονται πιο πολλοί να επωφεληθούν από τις νέες υποδομές, κλπ.

Προφανώς οι συνδυασμοί αξιοποίησης του δημοσιονομικού χώρου είναι πολλοί και μπορεί να περιλαμβάνουν μαζί με τις επενδύσεις και κατά δόσεις φορολογικές ή ασφαλιστικές μειώσεις. Για να υπάρξει σοβαρή και αποτελεσματική χρηματοδότηση επενδύσεων είναι σκόπιμη η ίδρυση ενός εθνικού αναπτυξιακού φορέα με ευρωπαϊκή αξιολόγηση και στήριξη από άλλα διαθέσιμα επενδυτικά εργαλεία της ΕΕ. Κατάλληλος μηχανισμός για αυτόν τον ρόλο είναι το λεγόμενο Υπερταμείο, αφού προηγουμένως καταργηθεί το εξευτελιστικό καθεστώς υποθήκης που έχει σήμερα και μετεξελιχθεί σε ένα Ταμείο Εθνικού Πλούτου.

Σε μια τέτοια βάση, γίνεται εφικτή η μαζική δημιουργία απασχόλησης, η βελτίωση των αμοιβών και η χρηματοδότηση μιας σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής. Η παλινόστηση των επιστημόνων και η αντιστροφή της δημογραφικής συρρίκνωσης έχουν επίσης μεγαλύτερες ευκαιρίες να ριζώσουν σε ένα περιβάλλον ανάπτυξης και προοπτικής. Και πάλι η γεφύρωση του χάσματος θα πάρει χρόνο για να γίνει αισθητή, αλλά  θα είναι μια στέρεη πορεία χωρίς κλυδωνισμούς. Το οικονομικό πρόγραμμα που εξάγγειλε το Κίνημα Αλλαγής επιχειρεί να περιγράψει ένα τέτοιο πλαίσιο με τις προϋποθέσεις εφαρμογής του αλλά και τις δυσκολίες που θα συναντήσει.  Όσο τα άλλα κόμματα προτιμούν να διακινούν σενάρια για εύκολες λύσεις, απλώς αποκρύπτουν την κοινωνική μονομέρεια και τα αδιέξοδα που τελικά απηχούν οι προτάσεις ενός εκάστου.


* Ο Νίκος Χριστοδουλάκης είναι καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών. Διατέλεσε υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών (2001-2004).