411
Γιώργος Κωνσταντίνου, Τασσώ Καββαδία και Γιώργος Μιχαλακόπουλος στον ρόλο του ποιητή Φανφάρα στο φιλμ «Ξύπνα Βασίλη» (1969) | Finos Film

Η κατάρα της απαρνημένης

Γιώργος Κωνσταντίνου, Τασσώ Καββαδία και Γιώργος Μιχαλακόπουλος στον ρόλο του ποιητή Φανφάρα στο φιλμ «Ξύπνα Βασίλη» (1969)
|Finos Film

Η κατάρα της απαρνημένης

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης σήμερα. Της ξεχασμένης, της αποσυνάγωγης, της εξοβελισμένης. Σ’ έναν πλανήτη που συνταράζεται από εκρήξεις βομβών και οιμωγές τραυματισμένων παιδιών, αναδύεται με φρικαλέα διαύγεια το ερώτημα του Χέλντερλιν «κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ’ έναν μικρόψυχο καιρό;».

Και μέσα σε μια ελληνική κοινωνία που έβγαλε δύο νομπελίστες ποιητές, αλλά κυρίαρχη φιγούρα της παραμένει ο Φανφάρας με το σκοταδόψυχό του, πού να σέρνεται άραγε ο ποιητής και πού να ξεψυχά ο λυγμός του;

Κι όμως, η ποίηση παραμένει, ότι «ποιεί» ομορφιά εκ του μηδενός.

 

Η κατάρα της απαρνημένης

 

Φεγγάρι µου, ποῦ σαι ψηλὰ καὶ χαμηλὰ λογιάζεις,

πουλάκια, ποῦ εἰστε ’ς τὰ κλαριὰ καὶ ’ς τοῖς κοντοραχούλαις,

καὶ σεῖς περιβολάκια µου, μὲ τὸ πολὺ τὸ ἄνθι,

μὴν εἴδατε τὸν ἀρνηστή, τὸν ψεύτη τῆς ἀγάπης;

ὁποῦ μ’ ἐφίλειε κ’ ὤμονε, ποτὲ δὲ μ’ ἀπαρνειέται,

καὶ τώρα μ’ ἀπαράτησε σὰν καλαμιὰ ’ς τὸν κάμπο·

σπέρνουν, θερίζουν τὸν καρπὸ κ’ ἡ καλαμιὰ ἀπομένει,

βάνουν φωτιὰ ’ς τὴν καλαμιὰ κι’ ἀπομαυρίζει ὁ κάµπος.

Ἔτσι εἶναι κ’ ἡ καρδοῦλα µου μαύρη, σκοτεινιασµένη.

 

Θέλω νὰ τὸν καταραστῶ καὶ τὸν πονεῖ ἡ ψυχή µου,

μὰ πάλι ἂς τὸν καταραστῶ κι’ ὅ τι τοῦ μέλλει ἂς πάθῃ.

 

Σὲ κυπαρίασι ν’ ἀνεβῇ, νὰ µάσῃ τὸν καρπό του,

τὸ κυπαρίσσι νά εἰν’ ψηλό, νὰ λυγιστῇ νὰ πέσῃ.

Ἀπὸ ψηλὰ νὰ γκρεμιστῇ καὶ χαμηλὰ νὰ πἐσῃ,

σὰν τὸ γυαλὶ νὰ ῥαγιστῇ, σὰν τὸ κερὶ νὰ λειώσῃ·

νὰ πέσῃ εἰς τούρκικα σπαθιά, εἰς φράγκικα μαχαίρια.

Πέντε γιατροὶ νὰ τὸν κρατοῦν καὶ δέκα μαθητᾶδες,

 

καὶ δεκοχτὼ γραμματικοὶ τὰ πάθη του νὰ γράφουν.

Κ’ ἐγὼ διαβάτρα νὰ γενῶ καὶ νὰ τοὺς χαιρετήσω.

«Καλῶς τὰ κάνετε γιατροί, καλῶς τὰ πολεμᾶτε,

ἂν κόβουν τὰ ψαλίδια σας, κορμὶ μὴ λυπηθῆτε,

ἔχω κ’ ἐγὼ λινὸ παννὶ σαρανταπέντε πήχαις,

ὅλο µουρτάρια καὶ ξαντὰ ’ς τοῦ δίγνωμου τὴ σάρκα·

κι’ ἂ δὲ σᾶς φτάσουνε κι’ αὐτὰ κόβω καὶ τὴν ποδιά µου,

πουλῶ καὶ τὰ μεταξωτὰ τὰ ῥημοσκοτεινά µου,

κι’ ἂ θέλῃ γαἷμα γιατρικό, πάρετε ὀχ τὴν καρδιά µου.»

 

Οὗλοι τὸν ἥλιο τὸν τηρᾶν, ποῦ πάει νὰ βασιλέψῃ,

κ’ ἡ κόρη ποῦ εἶχε τὸν καϊμὸ τὸ πέλαγο ἀγναντεύει.

Βλέπει καράβια κ’ ἔρχονται, βαρκούλαις κι’ ἀρμενίζουν.

«Μάννα, καράβια τέσσερα, µάννα, βαρκούλαις πέντε,

μάννα, χατέβα ῥώτα τα, κατέβα ξέταξέ τα,

ποιαῖς θάλασσαις καὶ ποιὰ νησιὰ χαίρονται τὸν καλό µου;

Σὲ τί τραπέζι τρώει ψωμί, καὶ τὸ δικό μού εἰν’ ἄδειο,

τίνος χεράκια τὸν κερνᾶν, καὶ τὰ δικά µου τρέµουν,

τίνος µατάκια τὸν κυττᾶν, καὶ τὰ δικά µου τρέχουν,

τίνος τὰ χείλη τὸν φιλοῦν καὶ τὰ δικά µου σκάζουν,

τίνος καρδιὰ τὸν χαίρεται, ἡ δική µου ἀναστενάζει;

 

Κάνω νὰ τὸν καταραστῶ καὶ πάλι τὸν λυπᾶμαι,

τί εἰν’ ἀκριβὸς τῆς µάννας τοῦ καὶ μοναχὸς δικός µου,

μὰ γὼ θὰ τὸν καταραστῶ κι’ ἂς κάμῃ ὁ θιὸς τί θέλει…

 

Ποιόνε βαροῦνε μαχαιριαῖς καὶ γαἷμα δὲ σταλάζει,

τίνος ἀγάπη παίρνουνε καὶ δὲν ἀναστενάζει;

(Δημοτικό)

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News