Βάλε μια περούκα και πάμε
Βάλε μια περούκα και πάμε
Είναι μελετημένο το πόστο. Κάτω από μια κολώνα της ΔΕΗ. Για δύο λόγους. Μια μικρή αίσθηση ασφάλειας -λίγο φως στο άπλετο σκότος- και… το φως ομορφαίνει, απαλύνει το πολύ μακιγιάζ όταν διαχέεται από ψηλά. Κόκκινη παγέτα, ένα με το δέρμα, ίσα να καλύπτει αυτά που δεν χρειάζεται να φαίνονται. Μια κατάξανθη περούκα μακριά, με κυματιστές σκάλες. Πανύψηλα τακούνια να τονίζουν το λίκνισμα των γοφών. Βασίλισσα στον δικό της κόσμο.
Σχεδόν αμέριμνη. Ησυχία. Η κρίση έκοψε και την απόλαυση. Μετρημένα αυτοκίνητα έκαναν κύκλους. Ένας οξύς πόνος στο κεφάλι. Σκοτάδι έγινε το λιγοστό φως. Λίγο αίμα. Τάση λιποθυμίας, αλλά ο φόβος δεν έχει τέτοια πολυτέλεια. Δεν της επιτρεπόταν να λιποθυμήσει. Ούτε αυτό.
«Ευτυχώς, Αννούλα, φορούσα την περούκα. Αλλιώς τώρα μπορεί και να ήμουν νεκρή. Ευτυχώς δεν έχω μαλλιά». Πόση δύναμη χρειάζεται αυτή η αποδοχή;
Αυτό φέτος, αρχές καλοκαιριού. Απ' τη γνωστή συμμορία μια και δεν το έκρυψαν, φορώντας τις γνωστές μπλούζες. Του μαύρου, του σκότους.
Έχει όνομα η βία; Χωράει κάπου; Έχει ανάγκη την ετικέτα;
Πριν από αρκετά χρόνια μια ομάδα παρόμοιων σκουπιδιών, που ήθελαν να ανήκουν στο ανθρώπινο είδος, κακοποιούσαν τραβεστί και ό,τι υπήρχε στους παράδρομους, με τους πιο επαίσχυντους τρόπους. Βιασμοί, σύφιλη, γροθιές, σπασμένα κόκαλα, αίμα. Η Σόνια πεταμένη στα βράχια της Βουλιαγμένης, νεκρή. Η Χαρά αναίσθητη και καμένη από βενζίνη, παραπεταμένη σε κάτι χωράφια στο Κορωπί.
Είναι μακρύς ο κατάλογος. Για σένα μπορεί να είναι και ανούσιος. Εξάλλου, η βία έχει πολλές εκφάνσεις. Τώρα βρήκε ανοιχτά εκφραστές. Η πέτρα από το πουθενά… μόνο από το πουθενά δεν προέρχεται. Ο χλευασμός κάποιες φορές πονάει πιο πολύ και από την πέτρα. Εξαρτάται σε τι συναισθηματική κατάσταση θα σε βρει. Οι ροχάλες στο άψογο μακιγιάζ καταλύουν κάθε αξιοπρέπεια. Ευλόγως θα σκεφτείς. «Ποια αξιοπρέπεια, κυρία μου; Στο πεζοδρόμιο είσαι». Δεν θα σου απαντούσα αν μου έκανες αυτή την ερώτηση, αν ήμουν στο πεζοδρόμιο. Ή μάλλον όταν ήμουν. Είναι βλακώδης ερώτηση. Και σε βλάκες δεν απαντώ.
Σήμερα εκείνα τα αποβράσματα δεν θα ήταν ελεύθεροι. Θα ήταν δέσμιοι του μίσους τους. Μισθοφόροι, μάλλον όχι καλοπληρωμένοι, σίγουρα με σουγιάδες στα χέρια και κάνα περίστροφο στη ζώνη, ως ένδειξη ανδρισμού.
Θα είχαν αρχηγό, γραμματέα, φαρισαίους και τάγματα. Κάτι μου θυμίζουν όλα αυτά. Μια ιστορία, ή μάλλον πολλές σελίδες της ιστορίας διάσπαρτες στον χρόνο. Πάντα υπήρχαν και φρονώ πώς πάντα θα έχουν ύπαρξη.
Δεν χρειάζεται πια να περιπολούν μόνο στη Συγγρού και στα στέκια των «ανώμαλων». Μπορεί να ζει κάποιος στον από κάτω όροφο. Στο απέναντι συνεργείο. Στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Είναι γείτονές μας. Συγγενείς μας. Τους αφήσαμε να αλωνίσουν, να τραμπουκίσουν, να επιβληθούν. Προσωπικά για μένα ήταν μια ακόμη πρόκληση εκείνα τα χρόνια. Η ομαδοποίησή τους τούς έκανε πιο επικίνδυνους στα μάτια μου σήμερα. Γιατί, απλά, βρίσκονται παντού. Και δρουν ανεξέλεγκτα, αβίαστα μέσα στη βία τους.
Δεν τους φοβάμαι, αλήθεια. Εσείς θα έπρεπε να τους τρέμετε. Γιατί δεν είστε «εκπαιδευμένοι». Προετοιμασμένοι. Ζείτε σε έναν κόσμο αγγελικά πλασμένο, νομίζετε. Όχι όλοι, βέβαια.
Θέλεις να σε βάλω στο κλίμα; Έλα μαζί μου. Φόρεσε μια περούκα. Βάλε ένα τακούνι ψηλό, τόσο ώστε να μπορείς να σταθείς όρθιος. Δεν θα σε πάω κάτω από τη λάμπα. Θα φαίνονται τα γένια σου. Θα είσαι σαν καραγκιόζης κι αυτό δεν το θέλουμε. Θέλουμε να μη γαμηθεί η ανθρώπινη αξιοπρέπειά σου. Εξάλλου, ένα πείραμα κάνουμε. Μη σου μείνει και ψυχολογικό.
Χαμογέλασε στον κάθε περαστικό. Είτε το θέλεις, είτε όχι. Πρέπει να βγάλεις το ψωμί σου. Γιατί σήμερα γι' αυτό μιλάμε. Για τη σίτισή σου, το λιγότερο. Όταν σε κράξουν, πουστάρα, ανώμαλε κ.λπ., δεν πρέπει να ανταποδώσεις. Όταν φας τη χλαπάτσα, θα πρέπει σαν κυρία να βγάλεις ένα χαρτομάντιλο και να σκουπιστείς. Μπορεί να είναι μορφώματα. Και αλίμονό σου. Τον μαλάκα θα κάνεις. Μήπως καταδεχτεί κάποιος να σε πληρώσει, με πολλά παζάρια. Έστω για ένα στοματικό σε κάποια καβάτζα.
Όχι, δεν θα σε πιέσω να το κάνεις. Απλά θέλω να μπεις στο κλίμα. Να βγεις λίγο απ' τη θέση του συνοδηγού, που συνήθως κάθεσαι και, στο τσακίρ κέφι, μπορεί να πετάξεις κάνα κουτί μπύρα για να γελάσεις. Μείνε στην άλλη πλευρά. Εκτεθειμένος από παντού. Εύκολο θύμα κάθε ενοχλημένου από την παρουσία σου.
Και όταν ξημερώσει και κάποιοι ήδη θα περιμένουν στη στάση το λεωφορείο, εσύ θα πας σπίτι σου, θα βγάλεις την περούκα και το βαρύ μακιγιάζ και θα ξαπλώσεις στην αγκαλιά της γυναίκας σου, ασφαλής πλέον. Πριν κλείσεις τα μάτια σου, κάνε τον σταυρό σου που επέζησες. Αρκεί να μην είναι αγκυλωτός…
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
