Τα όνειρά σου μην τα λες, γιατί μια νύχτα κρύα…
Τα όνειρά σου μην τα λες, γιατί μια νύχτα κρύα…
Kανείς δεν χάρηκε περισσότερο από μένα για τον Μπουτάρη, τον Καμίνη και τον Τομπάζη. Κανείς. Εκτός από τους εξ αίματος συγγενείς τους, ίσως. Έτσι ένιωσα, ακριβώς έτσι τα γράφω. Μακάρι να είχα την ερευνητική και δημοσιογραφική εμπειρία ενός Τέλλογλου, για να εκτιμήσω τις εξελίξεις, όπως εκείνος, ή το πολιτικό αισθητήριο του Θεοδωράκη, για να τοποθετήσω την εκλογή τους εντός των τρεχουσών συνθηκών.
Εγώ είχα μόνο τις πυτζάμες μου και μια πολύ μεγάλη χαρά. Επίσης, είχα ένα μωρό που κοιμόταν στο κρεβατάκι του, τον άντρα μου και δύο από τους πιο αγαπημένους μας φίλους στον κόσμο, μαζεμένους στο σπίτι.
Με φρίκη και αποτροπιασμό τσάκωσα το Φώτη να πλησιάζει επικίνδυνα την τηλεόραση, την ώρα που ήταν σε εξέλιξη το αποτέλεσμα και να προσπαθεί να της χώσει κάποιο ύποπτο βύσμα. «Τρελλάθηκες»; Πετάχτηκα να του φάω το λαρύγγι. «Πάς να βάλεις ταινία»;
Ο Φώτης έκανε δυό βήματα πίσω, με ξέρει πολλά χρόνια και καταλαβαίνει -σοφός άνθρωπος- όταν το μάτι μου γυαλίζει. Η Τζένη προσποιήθηκε ότι την έτρωγαν τα μαλλιά της και ξυνόταν, επιμελώς, τάχα μου δεν ξέρω, δεν είδα, λες να έχω ψείρες. Ο αγαπημένος μου έδειχνε να έχει βρει το υπέρτατο νόημα της ζωής στα ξεραμένα λίπη από τα καλαμάκια του ντελίβερι-δεν σήκωνε το μάτι του από το πιάτο με τα φαγωμένα σουβλάκια.
Γενικώς, οι άνθρωποι με τους οποίους μοιράζομαι τη ζωή μου δεν έδειχναν να μοιράζονται την αγωνία μου. Από ευγένεια (εντάξει και λίγο από φόβο για τη ζωή τους) με άφησαν μισή ώρα να σιγουρευτώ ότι ο Καμίνης εξελέγη. Μετά με πλησίασαν κυκλωτικά όλοι μαζί, με ακινητοποίησαν, και ξεκίνησαν με φανατισμό να βλέπουν ένα μπούτλεγκ με το Μόργκαν Φρήμαν.
Αυτό ήταν. «Γειά σας, λοιπόν, εγώ πάω να το κάψω στου Καμίνη» δήλωσα απηυδισμένη από την απάθειά τους, «Το παιδί και τα μάτια σας» τους είπα φεύγοντας.
Κι έφυγα. Με τις πυτζάμες, τα αθλητικά και τα σοσόνια. Ήταν τα ιδανικά ρούχα για ολονύκτιο ξεσάλωμα στην Αθήνα. Σκεφτόμουν να αφήσω το αυτοκίνητο στην πλατεία Μαβίλη, ή αν ήταν μπλοκαρισμένη από πανηγυρισμούς, ψηλά στην Κηφισίας, ή χαμηλά στη Σεβαστουπόλεως, έχω κάτι καβάντζες που θυμάμαι από παλιές συγκεντρώσεις.
Ότι και να σκεφτόμουν, ήταν μια βλακεία: οι δρόμοι ήταν άδειοι, και κάτι περισσότερο από άδειοι, ήταν μελαγχολικοί. Ελάχιστοι πεζοί, πολύ λίγα αυτοκίνητα, και άπειρα ταξί που ψάρευαν πελάτες, σε μια πόλη που κάποτε παλάβωνε στην κόρνα και το χαϊλίκι, κάθε φορά που άλλαζαν οι δημαρχαίοι, Σκόρπια τρόλεϊ και λεωφορεία με ελάχιστο κόσμο, βυθισμένο στη μοναξιά, στις σκέψεις του, στις προσωπικές του ιστορίες. Μια Αθήνα σε κατατονική κρίση, από το Γηροκομείο ως τις αρχές της Ακαδημίας.
Δεν έφτασα ποτέ στο εκλογικό κέντρο. Σταμάτησα στης Εύας, σταυροφιληθήκαμε (φορούσε τα ρούχα της πρωινής ψήφου και είχε μια κονκάρδα που έγραφε «no nikita»), και ξανακατσικωθήκαμε μπροστά στην οθόνη. Υποτίθεται ότι την περίμενα να ετοιμαστεί να κατέβουμε μαζί στην Κλαυθμώνος, αλλά το θρίλερ του Μπουτάρη μας κράτησε μέσα πολλή, πολλή ώρα.
Βγήκε κι ο κυρ Γιάννης (με διαφορά…666 ψήφους, έτσι διαδίδαμε, για να σκάσουμε τον Παναγιότατο) Το θέμα είναι ότι βγήκε. Κανείς δεν χάρηκε περισσότερο από μένα. Και κανείς δεν ένιωσε να ρίχνουν τόσο παγωμένο νερό στον ενθουσιασμό του, κάνοντας μια απλή βόλτα στην πόλη. Το αύριο που ερχόταν, τα χρέη, τα αδιέξοδα, τα πρόσθετα μέτρα, οι δουλειές που δεν υπάρχουν, το κακό μας το χάλι, βάραινε απείρως περισσότερο από το όνομα εκείνου που έχασε ή κέρδισε την παρτίδα. Βάραινε στο βήμα και το βλέμμα των ανθρώπων. Κι εγώ, μέσα στη περισσευούμενη χαρά μου, ένιωσα ανόητη και λίγο γελοία, με τα πυτζαμάκια και τα σοσόνια και τον παιδαριώδη μου ενθουσιασμό πώς αυτό είναι κάτι, είναι σημαντικό, πώς είναι ένα σήμα ότι «υπάρχουμε», που είπε και ο Νίνο στης Εύας, αλλά αυτό είναι μόνο, αυτό είναι όλο: Απλώς «υπάρχουμε» μέχρι εκεί, και μετά βίας.
Στην επιστροφή η πόλη ήταν ακόμα πιο αδιάφορη, ακόμα πιο σκοτεινή. Μάζεψα την έκδηλη χαρά μου , που την ανέμιζα σαν τεράστια σημαία, , για τον κύριο Γιώργο και τον κυρ-Γιάννη την έκανα ένα μικρό κουβαράκι, και την παράχωσα σ΄ένα καλό, μικρό μέρος, βαθειά εντός μου.
Γιατί η χαρά μου δεν κατάφερε να απλωθεί στη νύχτα, Αλλά δυστυχώς, η νύχτα κατάφερε να μεταδοθεί στη χαρά μου, τη χαρά μου, «που είναι σαν τη συναυλία που είναι ανίκανη- είναι ανίκανη να τελειώσει και να το ευχαριστηθεί, γιατί έχει έναν κόμπο απ΄την αρχή» Έβαλα το κλειδί στην πόρτα με μια τρομερή σκέψη: Κι αν είναι ήδη πολύ αργά; Αν η ζημιά είναι πολύ σοβαρή; Αν ακόμα και οι καλύτεροι των καλύτερων, είναι πια αδύναμοι να αναστρέψουν τη μαυρίλα που μας κυνηγάει να μας καταπιεί; Θυμήθηκα την Εύα να με αποχαιρετάει στο ασανσέρ υπενθυμίζοντάς μου έναν κωδικό ξεχασμένο από όνειρα , λησμονημένων εξεγέρσεων: «Τα όνειρά σου μην τα λες/ γιατί μια νύχτα κρύα/ μπορεί και οι φροϋδιστές/να ρθουν στην εξουσία…»
Σε τέτοιες στιγμές αβεβαιότητας και σκοτεινιάς, βγάζω τα παπούτσια μου κι ανεβαίνω τις σκάλες, τρίτο δωμάτιο, τέρμα στο διάδρομο. Ο μικρούλης κοιμάται ανήσυχος, του ισιώνω τα μαλλιά, την κουβερτούλα, το μαξιλάρι. Δεν έχει να μου πει τίποτα, αλλά τουλάχιστον τώρα ξέρω ποια ήταν η μόνη σωστή πολιτική φράση που έχω αρθρώσει όλη αυτή την παράξενη, νύχτα: «Το παιδί και τα μάτια σας». Τους είπα, φεύγοντας.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
