580
|

Κολυμπώντας στη μεγάλη κατηφόρα

Κολυμπώντας στη μεγάλη κατηφόρα

Ξυπνήσαμε νωρίς, και πριν πάρουμε πρωινό κατεβήκαμε για βουτιά στην θάλασσα. Οι γονείς βάλαμε μάσκες και τα τρία πιτσιρίκια μάσκες και βατραχοπέδιλα και από την μικρή ξύλινη εξέδρα όλοι μπλούμ στην ήρεμη θάλασσα που ήταν πεντακάθαρη και δροσερή. Είχα χρόνια να φορέσω μάσκα, να ακούσω την αναπνοή μου, αντικρίζοντας τον ήσυχο βυθό. Κολυμπήσαμε τουλάχιστον δύο ώρες. Ψάρι μεγάλο δεν είδα. Μονάχα κάτι μικρόσωμες πέρκες να βόσκουν, κάνα δύο κοπάδια νεαρές μαρίδες και αρκετούς γαντζωμένους αχινούς στα βράχια, που όπως λένε οι ειδικοί σταθμεύουν μονάχα σε καθαρά νερά και είναι προστατευόμενο είδος επειδή καθαρίζουν τον βυθό. Συνάντησα επίσης ανοιχτά άδεια κοχύλια, έναν αστερία, μερικά πλαστικά μπουκάλια, μια τρύπια μπάλα ποδοσφαίρου και διάφορα σκουριασμένα σίδερα. Θυμήθηκα όταν ήμουν παιδί που κολυμπούσα ώρες με την μάσκα, κρατώντας ψαροντούφεκο. Τότε συναντούσα στις διαδρομές μου στα ρηχά πολλά και διαφορετικά ψάρια. Νευρικούς σπάρους, ήρεμες συναγρίδες, χειλούδες, πολύχρωμες μεγαλόσωμες πέρκες, μικρές και μεγάλες γλώσσες μισοχωμένες στην άμμο, χταπόδια αμέτρητους αχινούς… Είχα πέσει πάνω και σε μια τεράστια σμέρνα που με φόβισε τόσο πολύ που αντί να απομακρυνθώ αμέσως από την τρομάρα μου βρέθηκα πλάι στο κλειστό της στόμα.

Τι έγινε και εξαφανίζονται οι θαλάσσιοι φίλοι μας;

Με το ρυθμό που πάμε δεν θα μείνει ψάρι για ψάρι. Από τους ανίκανους ψαράδες που «ψαρεύουν» με δυναμίτες και σκοτώνουν αδιακρίτως ό,τι κολυμπά. Από τις τράτες που απλώνουν δίχτυα πολύ κοντά στις ακτές, μαζεύοντας ό,τι ζωντανό και καταστρέφοντας πολύτιμο γόνο – και από πολλά και διάφορα άλλα. Αυτό που θα μπορούσε κάπως να σώσει την κατάσταση είναι να απαγορευτεί – όχι μονάχα στα χαρτιά – στους ψαράδες να ψαρεύουν κοντά στην ακτογραμμή, αλλά και στα ανοικτά με τα δολοφονικά αυτά δίχτυα που σέρνονται στον πυθμένα αποτελειώνοντας ό,τι ζει. Κι αν μερικοί νομίζουν ότι τα ψάρια των ιχθυοτροφείων θα μας σώσουν όταν αδειάσει η λεκάνη της Μεσογείου από ότι ζωντανό, γελιούνται. Θα κοστίζουν πια πανάκριβα και θα είναι αμφιβόλου ποιότητος.

Κολυμπώντας πέρασα σύριζα από το οικόπεδο του γείτονα. Από τότε που εγκαταστάθηκε στο διπλανό σπίτι κάθε χρόνο μεταφέρει την περίφραξή του ολοένα και πιο κοντά στην θάλασσα για να μην μπορούμε να κατέβουμε να κάνουμε μπάνιο στο λιμανάκι «του Παπαδόπουλου» – του γνωστού σε όλους δικτάτορα. Έχει τοποθετήσει κάμερες ασφάλειας που στοχεύουν έξω από το περιφραγμένο του με αγκαθωτά γυριστά σύρματα οικόπεδο που θυμίζει έντονα Ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο γείτονας, κάτι περισσότερο φοβάται – εκτός από τους οργανωμένους κλέφτες που όλοι τρέμουν να μην μπούνε στον στόχο τους – για να έχει τόσο γυριστό αγκαθωτό πλέγμα να τον προστατεύει και κάμερες ασφαλείας παντού.

Πώς καταντήσαμε!

Θυμάμαι πιτσιρίκος που κοιμόμουν τα καλοκαίρια στην Γλυφάδα με ανοικτά παράθυρα να μπαίνει νυχτερινό αεράκι να με δροσίζει – τότε δεν υπήρχαν κλιματιστικά. Θυμάμαι που περιφερόμουν ανέμελος όλη την μέρα πέρα δώθε στον παραλιακό της Γλυφάδας δίχως να ανησυχήσω τούς γονείς μου που χανόμουν με το ποδήλατο, που πηγαίναμε παιδιά δίχως συνοδό στο περίπτερο για γρανίτα παγωτό. Την ξεγνοιασιά και την ελευθερία αυτή δεν τη ζούνε τα παιδιά μου: Για να πάνε στο περίπτερο επιστρατεύεται η μητέρα τους ή ο πατέρας. Για να κάνουν ποδήλατο πρέπει ο χώρος να είναι είτε πάρκο, ή τουλάχιστον  ασφαλής από αυτοκίνητα και παράξενους περιφερόμενους και, φυσικά, περιφραγμένος. Για να ονειρευτούμε πια, μικροί και μεγάλοι, σφραγίζουμε παράθυρα και κλειδώνουμε πόρτες και εξώπορτες.

Από την μικρή χαρά της ζωής, το σημερινό κολύμπι φορώντας μάσκα και ακούγοντας τον χτύπο της καρδιάς, συνειδητοποίησα πόσο χαμηλά κατέβασα τον πήχη της ευτυχίας δίχως να το αντιληφθώ. Με τι ευκολία προσαρμόστηκα στην μιζέρια του εκάστοτε καταπατητή «γείτονα», στην απληστία των επιτήδειων «ψαράδων» – και γενικά στην μεγάλη κατηφόρα των τελευταίων 30 χρόνων…

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News