Πατέρας ή μπαμπάς;
Πατέρας ή μπαμπάς;
Τη σκέψη πυροδότησε ο κύριος απέναντί μου στο τρένο, ο οποίος για πεντέμισι ώρες ασχολούνταν στοργικά με τον τρίχρονο γιο του, εξηγώντας του το τοπίο και διαβάζοντάς του τα “Ψηλά Βουνά”. Δεν ξέρω τι είναι ακριβώς, αλλά η εικόνα ενός άντρα με ένα παιδί στην αγκαλιά, πάντα με συγκινούσε. Ίσως γιατί είναι σπανιότερη από αυτή της μητέρας-παιδιού, μου είπε κάποτε μια φίλη. Όχι, η εξήγηση αυτή δε με καλύπτει, σκεφτόμουν χαζεύοντας τον συνεπιβάτη μου, όταν ξαφνικά την απορία μου διαφώτισε προς στιγμή η λέξη που βγήκε από τα χείλη του μπόμπιρα προσπαθώντας να τραβήξει την προσοχή του προστάτη του, «Μπαμπά;».
Αυτό είναι; Η λέξη «μπαμπάς»; Τα κορίτσια τη λένε όλο νάζι όταν είναι μικρά και συνεχίζουν να το κάνουν με τον ίδιο τρόπο μεγαλώνοντας. Μπορεί ο «μπαμπάς» να γίνεται «πατέρας» σε ελάχιστες προσφωνήσεις όπου το ύφος της αναφοράς απαιτεί μια πιο «επίσημη» λέξη αλλά και πάλι, ακόμη και σε τέτοιες περιστάσεις, όπως για παράδειγμα τη στιγμή που η πετυχημένη επαγγελματίας καριερίστα θέλει να ευχαριστήσει τον πατέρα της εν παρουσία εκατό προσκεκλημένων-συναδέλφων στην τελετή βράβευσής της, η φράση «Σε ευχαριστώ μπαμπά» θα μαλακώσει την καρδιά του ακροατηρίου και θα περάσει το μήνυμα πιο άμεσα. Τα αγόρια πάλι, ξεκινάνε με το «μπαμπάς», περνάνε στο «πατέρας», αλλά και πάλι, αργότερα, σε ώρες οικειότητας, ανάγκης ή ανησυχίας, γυρνάνε στο «μπαμπάς».
Για να μην παρεξηγηθώ, δεν αφαιρώ τίποτε από τη σημαντικότητα της μητέρας στη ζωή του παιδιού– πώς θα μπορούσα άλλωστε; Η μαμά σε κυοφορεί, σε γεννάει, σε φροντίζει, σε αγαπάει, στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι αυτονόητο ότι θα είναι πάντα εκεί, με αυτό τον ρόλο. Αυτή φροντίζει εσένα, αυτή στηρίζει εσένα, αυτή είναι η δύναμη.
Ο μπαμπάς όμως; Παραμένει το ίδιο άφθαρτος στα μάτια μας μεγαλώνοντας; Ναι, εντάξει, συμφωνώ, ειδικά με τις κόρες, ο μπαμπάς δε θα αφήσει ποτέ τον προστατευτικό του χαρακτήρα. Ασχέτως ηλικίας, ο ίδιος με περηφάνια θα ανακοινώσει ότι «σήμερα, συνοδεύω την κόρη μου», ακόμη κι αν στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο, καθώς η κόρη είναι σαράντα και ο πατέρας έχει πατήσει τα εβδομήντα πέντε! Αλλά η ανησυχία του παιδιού για τον πατέρα είναι ίσως μεγαλύτερη από αυτή για τη μάνα, απλά και μόνο γιατί «η μαμά στηρίζει τους πάντες, η μαμά είναι ανίκητη!». Ο μπαμπάς από την άλλη, είναι συνήθως ο πρώτος που γκριζάρει, αυτός που χαζο-γκρινιάζει στα δέκατα 37,2 σαν να περνάει το παραλήρημα του πυρετού 39,5, αυτός που θα δείξει πρώτος τα σημάδια της κούρασης και της ανάγκης φροντίδας από τους απογόνους του.
Είναι αυτό τελικά που με συγκινεί; Η αυτόματη προβολή που κάνω στο μέλλον; Η αδύναμη πλευρά του άντρα που φανερώνεται με το πέρας του χρόνου; Το ότι δηλαδή σε σαράντα χρόνια ο συνεπιβάτης μου θα είναι στη θέση του παιδιού του και θα αναζητά ή θα απολαμβάνει τη φροντίδα του;
Μπορεί, θα πούνε κάποιοι. Άλλοι ίσως το ρίξουν στο σύμπλεγμα πατέρα-κόρη. Όπως και να έχει, γνωρίζοντας ότι μάλλον ποτέ δε θα απαντήσω την ερώτηση, πάντα απολαμβάνω το πείραγμα των κοντινών μου στο πώς λέω τη λέξη «μπαμπάς». Και εξακολουθώ να ξεκαρδίζομαι με την έκπληξη στα μάτια ορισμένων όταν αντικρίζουν το χέρι του πατέρα μου να χαϊδεύει το δικό μου επάνω στο τραπέζι ενός cafe· έκπληξη συνοδευόμενη από αποδοκιμαστικά σχόλια του τύπου, «Μα καλά, δεν ντρέπεται; Θα μπορούσε να είναι πατέρας της!».
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
