1193
O Δημήτρης Λυμπερόπουλος με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Αριστοτέλη Ωνάση, τον Τέλη Σαββάλας | CreativeProtagon

Ο Ωνάσης, η Κάλλας, ο Χιώτης και ο ρεπόρτερ

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 18 Αυγούστου 2019, 20:00
O Δημήτρης Λυμπερόπουλος με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Αριστοτέλη Ωνάση, τον Τέλη Σαββάλας
|CreativeProtagon

Ο Ωνάσης, η Κάλλας, ο Χιώτης και ο ρεπόρτερ

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 18 Αυγούστου 2019, 20:00

«Στο “Ψυχώ”, ψυχούλα μου, ήσουνα μούρλια». Θα μου επιτρέψετε να κρατήσω αυτή τη φράση θαυμασμού του μετρ του μπουζουκιού Μανώλη Χιώτη, προς τον πρωταγωνιστή της θρυλικής ταινίας του Aλφρεντ Χίτσκοκ, Aντονι Πέρκινς. Από τόσες και τόσες φράσεις, συνεντεύξεις, στιγμές ζωής, πάθη και μυστικά διασημοτήτων που συνάντησε και απαθανάτισε φωτογραφικά και στα γραπτά του ο δημοσιογράφος, κοσμικογράφος και συγγραφέας Δημήτρης Λυμπερόπουλος. Μου την θύμισε η αποδημία του, το μεσημέρι της 17ης Αυγούστου 2019. Πλήρης ημερών, στα 95 του, αλλά κυρίως πλήρης συναντήσεων και στιγμών από το παρασκήνιο πολλών σταρ.

Πίσω, στο 1961, όταν ο Πέρκινς γύριζε στην Αθήνα την «Φαίδρα» του Ζυλ Ντασσέν, βασισμένη στον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη. Και η Φαίδρα – Μελίνα Μερκούρη, σύζυγος του εφοπλιστή Θάνου Κυρίλη (τον υποδύθηκε ο Ραφ Βαλόνε) εξομολογούνταν μπροστά στον φακό τον έρωτά της στον γιό του άντρα της, Αλέξη (Aντονι Πέρκινς) και τραγουδούσαν μαζί το «Σε πότισα ροδόσταμο, με πότισες φαρμάκι» του Μίκη Θεοδωράκη. Και εκτός φακού τού μάθαινε τις χαρές και τις χάρες του μπουζουκιού. Ειδικά του τρίχορδου μπουζουκιού του Μανώλη Χιώτη.

Έχει ήδη απαγορευτεί το γύρισμα στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, λόγω παρολίγον ατυχήματος του καστ σε μια δεξαμενή. Και ο σούπερσταρ, τότε, Άντονι Πέρκινς δρέπει ακόμη τις δάφνες από την γαλλική ταινία «Σας αρέσει ο Μπραμς» του Ανατόλ Λίτβακ (με την Ίνγκριντ Μπέργκμαν και τον Ίβ Μοντάν), βασισμένη στο βιβλίο της Φρανσουάζ  Σαγκάν.

«Χωρίς να θέλω να κολακεύσω τους δύο εξαίρετους καλλιτέχνες σας, προτιμώ περισσότερο από τον Μπραμς τον Μανώλη Χιώτη και την Μαίρη Λίντα!» είναι η απάντηση του Πέρκινς στην ερώτηση του Δημήτρη Λυμπερόπουλου, που τον συνάντησε με την Μελίνα Μερκούρη στα μπουζούκια και πρώτος κατέγραψε και το παρασκήνιο και τις στιχομυθίες.

Την ίδια περίπου εποχή, στην κοσμική ταβέρνα «Σπηλιά του Παρασκευά», μέσα στο αρχαίο Σηράγγιον, το φυσικό σπήλαιο στην Καστέλλα, δίπλα στην σημερινή Ακτή Κουντουριώτου, βρέθηκε ξανά ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος. Όχι μόνον για το ντούο Μανώλη Χιώτη – Μαίρης Λίντα, αλλά κυρίως για την νύχτα στα μπουζούκια που είχαν ζητήσει να περάσουν η Γκρέις (Κέλι) και ο πρίγκιπας Ρενιέ του Μονακό, από τους οικοδεσπότες τους στην Ελλάδα: τον Αριστοτέλη Ωνάση και την Μαρία Κάλλας.

Πανταχού παρών. Με τον Χιώτη, την Κάλλας και τη Μαίρη Λίνα και βεβαίως στο πλευρό του Ωνάση

Η Κάλλας είχε αναλάβει να μεταφράζει τα τραγούδια στην φίλη της Γκρέις. Η Ντίβα το είπε αυτό στον μετρ του μπουζουκιού. «Αυτό με φοβίζει», ήταν η απάντησή του, με κάποια συστολή. Κι εκείνη: «Να μη σας φοβίζει, γιατί η πριγκίπισσα είναι ερωτευμένη γυναίκα και μου εξέφρασε τον θαυμασμό της όχι μόνο για την δεξιοτεχνία σας και για τη φωνή της κυρίας Λίντα, αλλά και για κάποιους στίχους που προσπάθησα να τους μεταφράσω όσο σωστότερα μπορούσα», όπως μετέφερε δημοσιογραφικά στη συνέχεια τον διάλογο ο Λυμπερόπουλος. Κάποια στιγμή, η Γκρέις του Μονακό, μέσω της Μαρίας Κάλλας, ζήτησε να μάθει από τον Μανώλη Χιώτη τη διαφορά του μπουζουκιού από τις ηλεκτρικές κιθάρες των Beatles. Και ο μετρ (σε μία ακόμη φράση που κρατάω): «Κυρία Κάλλας, παρακαλώ εξηγείστε στην πριγκίπισσα ότι οι χορδές της ηλεκτρικής κιθάρας δονούνται από την πρίζα και οι χορδές του μπουζουκιού από την καρδιά»!

Ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος είχε καταφέρει να προσεγγίσει τον Αριστοτέλη Ωνάση και να γίνει ο «έμπιστος» ρεπόρτερ του και ο πρώτος που δημοσίευσε την πρώτη, «από καρδιάς», συνέντευξη του «Μεγάλου Σμυρνιού». Μπορεί να είχε πάρει, στις πολλές δημοσιογραφικές αποστολές του στην Αμερική, χειρόγραφη αφιέρωση από τον «βασιλιά» Έλβις Πρίσλεϊ και να είχε μιλήσει και «κλέψει» στιγμές ζωής πολλών σταρ, να είχε μιλήσει μέχρι με τον σταρ παλαιστή Τζιμ Λόντο ή με τον θρυλικό προπονητή Φέρεντς Πούσκας. Μπορεί να είχε συνομιλήσει με τον πολιτικό και στρατιωτικό (με εμπλοκή στην Μικρασιατική Καταστροφή), Νικόλαο Πλαστήρα, «το θρυλικό Μαύρο καβαλάρη, που φτωχός γεννήθηκε, φτωχός και πέθανε» ή να αποτύπωσε στο χαρτί τα μυστικά ζωής της Ζωζώς Νταλμάς, ερωμένης του Κεμάλ Ατατούρκ και θρυλικής φιγούρας στα πακέτα τσιγάρων «Σαντέ».

Μπορεί να κατέγραψε την πορεία του Σταύρου Νιάρχου, σε ένα από τα 15 βιβλία του, υπό τον υπότιτλο «Μεγαλοφυής, άπληστος, μανιακός», ή να έγραψε για τους «Χρυσούς Έλληνες» και, εν γένει, για τους Έλληνες «Υπέροχοι, απίθανοι και τρελοί».

Μπορεί να πρόλαβε να συναντήσει από κοντά τον θρυλικό Γάλλο τραγουδιστή κι ηθοποιό Μωρίς Σεβαλιέ, στην πρώτη του δημοσιογραφική αποστολή στο εξωτερικό, το 1951. Όπως και τον Βραζιλιάνο θρύλο του ποδοσφαίρου Πελέ, στις δόξες του, το 1966 στη Νέα Υόρκη. Και την «θλιμμένη αυτοκράτειρα της Περσίας» Σοράγια…

Όμως, στον Αριστοτέλη Ωνάση εστίασε κυρίως. Και ως βιογράφος του. Στα μυστικά και στα πάθη του, στην σοφία, όπως έλεγε, και τα μαθήματα ζωής που έδινε. Όταν εκείνος δέχτηκε να τον συναντήσει το 1960 για την πρώτη μεγάλη τους συνέντευξη στη βίλα, στη Γλυφάδα, όπου έμενε με την Μαρία Κάλλας, την οποία είχε «απαγάγει» από την καριέρα της, ξεκίνησαν να μιλούν για κάτι μικρό και ταπεινό. Τα μυρμηγκάκια στον κήπο. «Πρόσεξε μη τα πατήσεις», του είπε ο Σμυρνιός εφοπλιστής. «Άραγε, υπάρχουν πλούσιοι μέρμηγκες και φτωχά μερμηγκάκια;» τον τσίγκλησε ο δημοσιογράφος. «Μην μου πατάς τον κάλο», ήρθε η απάντηση του Ωνάση. Προτού ξεκινήσει να μιλάει για «την κοινωνία των ανθρώπων, που αποτελείται από ζώα, με υπερανεπτυγμένο εγκέφαλο, που τα οδηγεί κυρίως στην απληστία και στην έπαρση». Αραδιάζοντας «ζάπλουτους, πολιτικούς και καλλιτέχνες, κατ’ εικόνα και ομοίωση ζώων ήμερων και ανήμερων». Για να καταλήξει με νόημα, ως επιμύθιο, σε μια φράση του – φίλου του – Ουίνστον Τσόρτσιλ: «Από καταβολής κόσμου, ο λαός είναι ο αμνός – θύμα, που τρέφει την αδηφαγία και την απληστία των λαίμαργων. Αλλά το κοπάδι αυξάνεται, προς όφελος των λύκων».

Στα μαθήματα που πήρε από τον «Αρίστο», ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος συμπεριελάμβανε και μια επωδό (που την συμπεριελάμβανε και σε ένα από τα επόμενα βιβλία του «Δυναστεία Ωνάση: Τραγωδία και Αίνιγμα!», με στοιχεία και για την Χριστίνα Ωνάση και για το Ίδρυμα του «Μεγάλου Σμυρνιού»): «Θα ‘ρθει μέρα που ο βολεμένος – κυρίως ο πλούσιος – δεν θα μπορεί να χαρεί όπως ένας απλός άνθρωπος τη ζωή του, γιατί θα χρειάζεται σωματοφύλακα ακόμη και για να πάει προς νερού του». Εκείνος λοιπόν προτιμούσε, όπως του έλεγε, να «απολαύσει την βολτίτσα του». Και τον καλούσε σε αυτή την βόλτα: «Και λέγε μου και κανά κουσκούς να ξαλεγράρω».

Πολύ αργότερα, ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος, ως κοσμικογράφος, έγραφε για τον «κρυφό έρωτα του Ρούντολφ Νουρέγιεφ με τον Ωνάση, για το αντίπαλο δέος των ωκεανών, τον Σταύρο Νιάρχο, ο οποίος σαγηνεύτηκε από τον σταρ χορευτή και έθεσε στη διάθεσή του το ιδιόκτητο νησί του, τη θαλαμηγό του “Κρεολή” και τις επαύλεις του».

Ρίκα Διαλυνά, Μάνος Χατζιδάκις και Δημήτρης Λυμπερόπουλος

Δίπλα στον Ωνάση, ο δημοσιογράφος, κοσμικογράφος και συγγραφέας συναναστράφηκε κι εκείνους που τον συναντούσαν. Όπως –γνωστό σε λίγους– τον Μάνο Χατζιδάκι. Ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος ήταν, όπως έγραφε, παρών σε κάποια συνομιλία τους, παρουσία και του σκηνοθέτη Ελίας Καζάν (το 1964, λίγους μήνες μετά την απονομή τριών Όσκαρ για την ταινία «Αμέρικα, Αμέρικα», όπου είχαν δουλέψει μαζί). Ο Αριστοτέλης Ωνάσης έλεγε, ανάμεσα σε άλλα, ότι «αγαθοί, αλλά και πονηροί, δημιούργησαν τις θρησκείες». Ότι «μέγας παραμυθάς φαντάστηκε τους δώδεκα θεούς ως καλοπερασάκηδες κατ’ εικόνα και ομοίωση των ανθρωπίνων παθών και παρακατιανός παραμυθάς έπλασε τον Αδάμ και την Εύα, φοβισμένα πλάσματα στη μοναξιά τους». Και ο Μάνος Χατζιδάκις απαντούσε, απλά, χαμογελώντας: «Και οι παπαράτσι πλάθουν τον δικό σου θρύλο, Αρίστο».