1596
| CreativeProtagon

Ανάλυση: Η Ευρώπη γίνεται ξανά γκωλική;

Protagon Team Protagon Team 19 Απριλίου 2019, 07:20

Ανάλυση: Η Ευρώπη γίνεται ξανά γκωλική;

Protagon Team Protagon Team 19 Απριλίου 2019, 07:20

Εβδομήντα τέσσερα χρόνια αφότου τελείωσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και σχεδόν μισό αιώνα μετά τον θάνατό του, ο στρατηγός Σαρλ ντε Γκωλ είναι και πάλι επίκαιρος.

Καταρχάς γιατί το φιάσκο του Brexit επιβεβαιώνει τον ηγέτη της αντίστασης των Γάλλων κατά των ναζιστών κατακτητών και μετέπειτα ιδρυτή της 5ης Δημοκρατίας της Γαλλίας, ο οποίος εναντιωνόταν στην είσοδο της Γηραιάς Αλβιόνας στην ΕΟΚ, υποστηρίζοντας πως η μοίρα των Βρετανών είναι διαφορετική από τη μοίρα των υπόλοιπων Ευρωπαίων.

Λαμβάνοντας, συγχρόνως, υπόψη πως ολοένα και περισσότεροι ζητούν από την ΕΕ να εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο ανάπτυξης μιας κοινής ευρωπαϊκής άμυνας, να μην ενδώσει στις προσταγές του Ντόναλντ Τραμπ όσον αφορά το διεθνές εμπόριο, να αποκαταστήσει τον ρόλο του κράτους στην οικονομία και να σκληρύνει τη στάση της έναντι των Κινέζων «θα μπορούσε κάποιος να συμπεράνει πως η Ευρώπη γίνεται ξανά γκωλική σε μια εποχή αμερικανικού εθνικισμού, ρωσικού ρεβιζιονισμού και κινεζικού επεκτατισμού», υποστηρίζει σε εκτενές κείμενό του στο Project Syndicate, o Ζακί Λαϊντί, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων στο περίφημο Sciences Po, το Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού.

Τα τελευταία χρόνια βάση του διαλόγου για το μέλλον της Ευρώπης αποτελεί, σύμφωνα με τον γάλλο ακαδημαϊκό, μια εσφαλμένη αντίληψη.

Πάρα πολλοί θεωρούν πως η ΕΕ δεν μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις διεθνείς υποθέσεις, κυρίως γιατί τα κράτη- μέλη της διαφωνούν σε πάρα πολλά ζητήματα και αδυνατούν, κατ’ επέκταση, να δράσουν συλλογικά. Και σύμφωνα με αυτήν την λογική, είναι προτιμότερη η επανεπιβεβαίωση των προνομίων που προσφέρει το Κράτος -Εθνος παρά «η σισύφεια απόπειρα οικοδόμησης μιας ολοένα στενότερης ένωσης».

Ο Λαϊντί, ωστόσο, χαρακτηρίζει την εν λόγω εξήγηση ανακριβή. Σημειώνει πως η θέση που καταλαμβάνει η Ευρώπη, σήμερα, στον κόσμο αντικατοπτρίζει ένα ιστορικό γεγονός: μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και έχοντας ως κύριο στόχο να τερματιστεί το διαρκές αιματοκύλισμα της ηπείρου, οι πατέρες του ευρωπαϊκού εγχειρήματος δεσμεύτηκαν πως βάση της μεταπολεμικής Ευρώπης θα πρέπει να αποτελέσει η απόρριψη των όποιων «πολιτικών της ισχύος» (power politics). Θεώρησαν πως η «Ευρώπη» θα πρέπει να εκφράζει ξεκάθαρα την αποκήρυξη της πολιτικής όπως την όριζε ο γερμανός φιλόσοφος και πολιτικός στοχαστής Καρλ Σμιτ, ο οποίος υποστήριζε πως πυρήνας της πολιτικής είναι ο διαχωρισμός μεταξύ φίλων και εχθρών.

Κατά τον Λαϊντί, για να μπορέσει η ΕΕ να ανακτήσει τη θέση που της αρμόζει στη διεθνή σκηνή θα πρέπει να αντικαταστήσει την εν λόγω αντίληψη με μια νέα ιδέα περί πολιτικής που θα μπορεί να αντιμετωπίσει τις κυρίαρχες «πολιτικές ισχύος» που εφαρμόζουν οι υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις.

Από τον γκωλισμό στον γκωλινισμό

Από την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης, το 1957, και την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) έως και σήμερα, η κοινή εμπορική πολιτική των κρατών-μελών της ΕΕ αποτελεί το κύριο και πιο αποτελεσματικό μέσο που διαθέτει η Ευρώπη για άσκηση επιρροής πέραν των συνόρων της.

Σημαντικές, ωστόσο, εξελίξεις στη διεθνή σκηνή κατέστησαν εξαιρετικά δύσκολη τη διατήρηση του στάτους κβο, με αποτέλεσμα να ωθείται η Ευρώπη προς μια «γκωλιανική, αλλά όχι γκωλική κατεύθυνση», εξηγεί ο Λαϊντί στο κείμενό του, τονίζοντας πως η διαφορά μεταξύ των δύο εννοιών είναι ιδιαίτερα σημαντική: «ο γκωλισμός (Gaullism), όπως νοείται παραδοσιακά, βασίζεται στα κυρίαρχα κράτη και δεν αφήνει χώρο για μια θεσμικά οργανωμένη Ευρώπη . Αντιθέτως ο γκωλιανισμός (Gaullianism) αναφέρεται στην ανάγκη να καταστεί η Ευρώπη αυτόνομη σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν οι πολιτικές ισχύος των μεγάλων δυνάμεων».

Ο στόχος του γκωλιανισμού μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της από κοινού άσκησης της εθνικής κυριαρχίας των κρατών – μελών της ΕΕ και αυτό αντιτίθεται πλήρως στις βασικές αρχές του γκωλισμού. Οπότε, το όραμα του Εμανουέλ Μακρόν για μια κυρίαρχη Ευρώπη μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί «γκωλιανικό».

Η Ανγκελα Μέρκελ αναγνώρισε πως οι «Ευρωπαίοι πρέπει όντως να πάρουν τη μοίρα τους στα χέρια τους» ενώ ο Μακρόν προτείνει την ίδρυση διαφόρων νέων πανευρωπαϊκών θεσμών (REUTERS/Yves Herman)

Σε καμιά περίπτωση ο ντε Γκωλ δεν θα τασσόταν υπέρ μια κοινής φορολογικής, εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, ούτε θα υποστήριζε την πρόταση του Μακρόν για τη δημιουργία μιας πανευρωπαϊκής υπηρεσίας χορήγησης ασύλου και την ίδρυση διαφόρων νέων πανευρωπαϊκών θεσμών. Ο ντε Γκωλ θα απέρριπτε σίγουρα επίσης την περαιτέρω ενίσχυση του ενεργού ρόλου της Κομισιόν, την οποία υποστηρίζει ο Μακρόν, έναντι της μηχανικής επιβολής αυστηρών κανονισμών που τόσο εκτιμούν οι Γερμανοί.

Το ζήτημα του ευρωατλαντισμού

Ο Λαϊντί υπενθυμίζει πως στον πυρήνα της γκωλικής κοσμοθεωρίας αλλά και της αντιπαράθεσης, κατά το παρελθόν, της Γαλλίας με τους ευρωπαίους εταίρους της βρίσκεται το ζήτημα των σχέσεων της Ευρώπης με τις ΗΠΑ, ένα θέμα το οποίο πρέπει πλέον, όπως διαμορφώνεται η νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων, να απασχολεί και τους θιασώτες του «γκωλιανισμού», όπως τον ορίζει ο ο γάλλος πολιτειολόγος στο κείμενό του.

Μετά το τέλος του πολέμου, ο ντε Γκωλ και η Γαλλία αντιμετώπιζαν τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ ως απαραίτητες, ως αναγκαστικές ενώ οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες θεωρούσαν πως είναι υπαρξιακές. «Κατά την άποψη της Γερμανίας, για παράδειγμα, η διατήρηση της Ατλαντικής Συμμαχίας και η οικοδόμηση μιας ενωμένης Ευρώπης ήταν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος», γεγονός που εξόργιζε τον ντε Γκωλ.

Πλέον, όμως, στις ΗΠΑ κυβερνά ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος δεν σταματάει να δηλώνει αλλά και να αποδεικνύει στην πράξη πως η δική του Αμερική θεωρεί κάθε άλλο παρά ιερή την Ατλαντική Συμμαχία, γεγονός που αποτέλεσε «το μεγαλύτερο γεωπολιτικό σοκ για τη Γερμανία μετά την επανένωσή της πριν από τριάντα χρόνια», υποστηρίζει ο Λαϊντί.

Οι Γερμανοί πίστεψαν πως η οικονομική τους ευρωστία θα τους προστάτευε από τις όποιες πολιτικές ισχύος. Σήμερα, όμως, εμφανίζονται ευάλωτοι «στα τερτίπια των ΗΠΑ και στον κινεζικό ανταγωνισμό. Προκαλώντας την οργή του Τραμπ, η οικονομική ισχύς της Γερμανίας κατέληξε να αποτελεί μειονέκτημα όσο και πλεονέκτημα. Πριν από δέκα χρόνια κανένας δεν θα φανταζόταν πως ένας αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε ποτέ να απειλήσει πως θα επιβάλει τιμωρητικούς δασμούς στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα και θα απαιτήσει από τις γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες να μεταφέρουν την παραγωγή τους στην Αμερική».

Εξίσου, σημαντικό, είναι να αντιληφθούν επίσης οι Γερμανοί (αλλά και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι) πως ο Τραμπ εναντιώνεται και σε ιδεολογικό επίπεδο στην ιδέα μιας ισχυρής ενωμένης Ευρώπης καθώς και σε κάθε έννοια πολυμέρειας σε ό,τι αφορά τις διεθνείς σχέσεις.

Το απέδειξε ξεκάθαρα, αποχωρώντας και από την παγκόσμια Συνθήκη του Παρισιού για το Κλίμα και από το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης για το Ιράν και από τη συμφωνία του 1987 με τη Ρωσία για τα πυρηνικά μεσαίου βεληνεκούς, δίχως ποτέ να συμβουλευτεί τους ευρωπαίους εταίρους του.

Ο Τραμπ καθισμένος σε μια καρέκλα στο περιθώριο της συνόδου του G7 στο Σαρλβουά του Κεμπέκ το 2018, περιτριγυρισμένος ως και στριμωγμένος από τους υπόλοιπους ηγέτες του κλαμπ των ισχυρών

Ταυτόχρονα συνεχίζει να απειλεί ότι οι ΗΠΑ θα σταματήσουν να εγγυούνται την ευρωπαϊκή ασφάλεια ενώ στο μέτωπο της οικονομίας έχει εξαπολύσει μια εκστρατεία κατά των ευρωπαϊκών συμφερόντων, θέτοντας εν αμφιβόλω, για παράδειγμα, τη λειτουργία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) ο οποίος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για την επιτυχή πορεία του ευρωπαϊκού εμπορίου.

Πρώτα η Ευρώπη

Σχεδόν αναπόφευκτα, οπότε, το 2017 η Άνγκελα Μέρκελ αναγνώρισε πως οι «Ευρωπαίοι πρέπει όντως να πάρουν τη μοίρα τους στα χέρια τους» ενώ ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών Χέικο Μας είχε δηλώσει πως η καλύτερη απάντηση στο «Πρώτα η Αμερική» του Ντόναλντ Τραμπ είναι η ενωμένη Ευρώπη. Και αποτελεί γεγονός, αναγνωρίζει ο Λαϊντί, πως οι Ευρωπαίοι απάντησαν στις όποιες προκλήσεις του αμερικανού προέδρου.

Απείλησαν με αντίποινα στην περίπτωση επιβολής δασμών και πρότειναν την αναδιάρθρωση του ΠΟΕ πάνω στη βάση μιας ατζέντας που εστιάζει στα ευρωπαϊκά συμφέροντα και στις κοινές αιτιάσεις, Ευρωπαίων και Αμερικανών, κατά της Κίνας. Βρετανία, Γερμανία και Γαλλία αρνήθηκαν να αποσυρθούν από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Αρνήθηκαν επίσης να διακόψουν τη συνεργασία τους με την Huawei, όπως απαιτούσε η Ουάσινγκτον, επικαλούμενη λόγους εθνικής ασφάλειας.

Όλα αυτά αποδεικνύουν πως η Ευρώπη εμφανίζεται κάθε άλλο παρά αδρανής ενώπιον της δραστικής μετάλλαξης της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων. Και «αν μη τι άλλο, οι πρόσφατες εξελίξεις θα μπορούσαν να ευνοήσουν τη σύγκλιση των γαλλικών και γερμανικών κοσμοθεωριών», σημειώνει ο Λαϊντί, δεδομένου ότι αμφότερες οι χώρες αποδέχονται την ιδέα της πολιτικής αυτονομίας της Ευρώπης, πυρήνας της οποίας θα είναι ένας γαλλογερμανικός άξονας.

Παρότι, όμως, η Ευρώπη δεν είναι ανίσχυρη απέναντι στις πιέσεις των ΗΠΑ, της Κίνας ή της Ρωσίας, η στάση της παραμένει αμυντική, καθώς εξακολουθεί να αρκείται στην αντιμετώπιση των όποιων προκλήσεων παρουσιάζονται, δίχως να είναι σε θέση να υιοθετήσει μια συλλογική στάση που θα της επιτρέπει να εξυπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο (και όχι απλά να υπερασπίζεται) τα συμφέροντά της στη διεθνή σκηνή.

Σύμφωνα με τον Λαϊντί το πρόβλημα είναι «η γερμανική κοσμοθεωρία η οποία, δεδομένου του αργού πολιτικού μεταβολισμού της χώρας, θα αλλάξει μόνον σταδιακά». Πιο συγκεκριμένα, για να μπορέσουν οι Γερμανοί να στηρίξουν ενεργά την ευρωπαϊκή κυριαρχία θα πρέπει να εξοικειωθούν εκ νέου με έννοιες που απώθησαν στο πρόσφατο παρελθόν τους – έννοιες όπως Realpolitik (άσκηση εξωτερικής πολιτικής με βάση τα πρακτικά συμφέροντα της χώρας), Machtpolitik (πολιτικές της ισχύος, συμπεριλαμβανομένης και της χρήσης βίας), Weltpolitik (άσκηση διεθνούς πολιτικής με παγκόσμιες βλέψεις) και Weltpolitikfähigkeit (η ικανότητα δράσης στη διεθνή πολιτική σκηνή).

Η Ευρώπη πίστεψε πως η ήπια ισχύς της πρόσφερε τη δυνατότητα να διαδραματίσει ηγεμονικό ρόλο στη διεθνή σκηνή. Η πραγματικότητα, ωστόσο, αποδείχτηκε κατά πολύ πιο σκληρή με τις παραδοσιακές πολιτικές ισχύος να αποτελούν ξανά τον κανόνα, την ώρα που «ένας πιστός σύμμαχος έχει χάσει το δρόμο του, ένας αντίπαλος που είχε εξουδετερωθεί άρχισε τα παλιά του κόλπα και μια νέα δύναμη έχει αναδειχθεί για να αφήσει το σημάδι της στον κόσμο».

Θετικό, πάντως μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός πως η Ευρώπη αναγνωρίζει, πλέον, ότι πέρα από φίλους και συμμάχους, έχει επίσης εχθρούς και ανταγωνιστές και αυτό σηματοδοτεί μια σημαντική ρήξη με το παρελθόν. «Επιτέλους η ΕΕ δείχνει πως ενστερνίζεται μια λογική που ο Σαρλ ντε Γκωλ θα θεωρούσε πως είναι απαραίτητη για την επιβίωσή της στον 21ο αιώνα», καταλήγει ο Λαϊντί.