1695
| CreativeProtagon

Μαν Ρέι: Οταν τα αντικείμενα ονειρεύονται

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 15 Νοεμβρίου 2025, 16:15

Μαν Ρέι: Οταν τα αντικείμενα ονειρεύονται

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 15 Νοεμβρίου 2025, 16:15

Η εμβληματική φωτογραφία του Μαν Ρέι «Le Violon d’Ingres» («Το Βιολί του Ενγκρ») του 1924, που απεικονίζει τη γυμνή ερωμένη του Κικί ντε Μονπαρνάς με γυρισμένη την πλάτη, τον κορμό της οποίας ο αμερικανός σουρεαλιστής μετέτρεψε σε βιολί, είναι ένα από τα πιο προκλητικά, μυστηριώδη και υπαινικτικά έργα στην ιστορία της τέχνης, που αντέχουν στον χρόνο και καταφέρνουν να συγκινούν διαχρονικά, υπερβαίνοντας τις αντιφάσεις τους.

Γιατί, όπως και η «Μόνα Λίζα» του Ντα Βίντσι. το «Κορίτσι με το Μαργαριταρένιο Σκουλαρίκι» του Βερμέερ ή η «Κραυγή» του Μουνκ, διαθέτουν κάτι μέσα τους που προστατεύει την ουσία τους από το οξύ της καρικατούρας και των μιμιδίων (memes) και αποκαθιστά αδιάκοπα το μυστήριό τους, σχολιάζει στο BBC Culture ο αμερικανός ποιητής, ιστορικός και κριτικός τέχνης Κέλι Γκρόβιερ με αφορμή την έκθεση «Man Ray: When Objects Dream», που παρουσιάζεται μέχρι την 1η Φεβρουαρίου 2026 στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης (The Met). Και βασικό έκθεμά της είναι το «Βιολί του Ενγκρ».

Παρά τις αντιδράσεις που έχει προκαλέσει για την απεικόνιση της γυναίκας ως αντικείμενο, το έργο του αμερικανού σουρεαλιστή εξακολουθεί να εξάπτει τη λαϊκή φαντασία. Απόδειξη, δε, της αυξανόμενης απήχησής του είναι το γεγονός ότι πωλήθηκε το 2022 σε δημοπρασία του οίκου Christie’s στην τιμή των 12.412.500 δολαρίων (10.675.991,25 ευρώ), την υψηλότερη που έχει καταβληθεί ποτέ σε δημοπρασία για φωτογραφία.

Οπως έγραψαν οι New York Times, αγοράστηκε από τον Τζον Πρίτσκερ, συλλέκτη, επίτροπο του μουσείου, επενδυτή ιδιωτικών κεφαλαίων και κληρονόμο της περιουσίας των ξενοδοχείων «Hyatt», ο οποίος στη συνέχεια έκανε στο Met μια δωρεά 188 έργων τέχνης ντανταϊστών και σουρεαλιστών καλλιτεχνών, όπως οι Μαρσέλ Ντισάν, Φρανσίς Πικαμπιά, Μαξ Ερνστ και Μαν Ρέι. Στη δωρεά του, δε, περιλαμβάνεται και η χρηματοδότηση ενός ερευνητικού ινστιτούτου για την ντανταϊστική και τη σουρεαλιστική τέχνη.

Τον χειμώνα του 1921, ο Μαν Ρέι, ο οποίος είχε μετακομίσει εκείνη τη χρονιά από τη Νέα Υόρκη στο Παρίσι για να γίνει ζωγράφος, έβγαζε τα προς το ζην μέσω της φωτογραφίας. Ηταν ένας οραματιστής καλλιτέχνης, γνωστός για τα ριζοσπαστικά του πειράματα, που ωθούσαν στα άκρα τα όρια της φωτογραφίας, της ζωγραφικής, της γλυπτικής και του κινηματογράφου.

Ενα βράδυ τοποθέτησε μερικά αντικείμενα σε ένα φύλλο φωτοευαίσθητου χαρτιού εκτύπωσης που είχε προσγειωθεί κατά λάθος στον δίσκο εμφάνισης στον σκοτεινό θάλαμό του. Οταν άναψε ένα φως εμφανίστηκαν στο φύλλο οι εικόνες-«φαντάσματα» ενός χωνιού και ενός θερμομέτρου. Ο Ρέι είχε μόλις ανακαλύψει τη ρεϊογραφία, έναν νέο τρόπο δημιουργίας εικόνων χωρίς λήψη με φωτογραφική μηχανή, στον οποίο έδωσε το όνομά του. Αφησε, λοιπόν, στην άκρη τις φωτογραφίες μόδας και άρχισε να ασχολείται με τη νέα του μέθοδο, μετατρέποντας αναγνωρίσιμα θέματα σε υπέροχα μυστηριώδεις συνθέσεις. Τουλάχιστον αυτή είναι η ιστορία που διηγόταν ο ίδιος.

Ο Μαν Ρέι παρουσίασε τις ρεϊογραφίες του την περίοδο μεταξύ ντανταϊσμού και σουρεαλισμού, και οι μεταμορφωτικές, μαγικές ιδιότητές τους οδήγησαν τον ντανταϊστή ποιητή Τριστάν Τζαρά να τις περιγράψει ως τα μέσα που αποτυπώνουν τις στιγμές «όταν τα αντικείμενα ονειρεύονται», αναφέρει το δελτίο του Met για την έκθεση, ο τίτλος της οποίας είναι εμπνευσμένος από τον Τζαρά.

Πρόκειται για την πρώτη έκθεση που αναδεικνύει τον κεντρικό ρόλο που είχε η τεχνική της ρεϊογραφίας σε σχέση με το ευρύτερο έργο του Μαν Ρέι. Οι επιμελητές έχουν συγκεντρώσει 64 ρεϊογραφίες και περίπου άλλα 100 έργα (πίνακες, αντικείμενα, εκτυπώσεις, σχέδια, ταινίες και φωτογραφίες) από την πιο καρποφόρα καλλιτεχνική του περίοδο, τις δεκαετίες 1910 και 1920, αντλώντας τα εκθέματα από τις συλλογές του Μητροπολιτικού Μουσείου και περισσότερων από 50 αμερικανών και διεθνών δανειστών. Υποστηρίζουν ότι οι ρεϊογραφίες, αν και απασχόλησαν τον καλλιτέχνη για σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, παρέχουν ένα κλειδί για την κατανόηση ολόκληρης της πλούσιας και ποικίλης καριέρας του.

Τη δεκαετία του 1920, το μποέμικο Μονπαρνάς, στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα, ήταν τόπος συνάντησης διανοουμένων και καλλιτεχνών, μια πραγματική κυψέλη καλλιτεχνικής δημιουργίας, και η Αλίς Πριν ήταν η βασίλισσά του. Ενα από τα πιο διάσημα μοντέλα του 20ού αιώνα και της avant-garde τέχνης, ζωγράφος, ηθοποιός και τραγουδίστρια καμπαρέ, των παρισινών années folles (τρελών χρόνων), η Αλίς Πριν υιοθέτησε το παρατσούκλι Kiki de Montparnasse και έγινε φίλη όλων, έμπνευση για κάποιους, μούσα και ερωμένη του Μαν Ρέι, ο οποίος της έβγαλε αναρίθμητες φωτογραφίες, με πιο διάσημη το «Βιολί του Ενγκρ».

«Η Κικί κυριάρχησε στην εποχή του Μονπαρνάς περισσότερο από όσο κυριάρχησε η βασίλισσα Βικτώρια στη βικτωριανή εποχή», έγραψε χαρακτηριστικά ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ στον πρόλογό του στα απομνημονεύματά της, «Kiki’s Memoirs», που κυκλοφόρησαν το 1929. Η έκδοσή τους, δε, σηματοδότησε το οριστικό τέλος της εποχής Μονπαρνάς, πρόσθεσε ο αμερικανός συγγραφέας.

Με έμπνευση από τον Ενγκρ

Ο τίτλος της θρυλικής φωτογραφίας προέρχεται από τη γαλλική φράση Violons d’Ingres. που σημαίνει «χόμπι» και αναφέρεται στον διάσημο νεοκλασικό ζωγράφο του 19ου αιώνα Ζαν-Ογκίστ-Ντομινίκ Ενγκρ, ο οποίος συνήθιζε να παίζει βιολί στον ελεύθερο χρόνο του. Εκτός από το όνομά του, όμως, ο Ρέι εμπνέεται και από τη στάση της γυμνής γυναίκας με το πολύχρωμο τουρμπάνι στους πίνακες του Ενγκρ «Κορμός Λουομένης» (1806-1807), που φυλάσσεται στο μουσείο Bonnat-Helleu της Μπαγιόν, και «Η Μεγάλη Λουομένη ή Λουομένη του Βαλπισόν» (1808) και «Η Μικρή Λουομένη» (1828), που βρίσκονται στο Λούβρο.

Ο Ρέι φωτογράφισε την Κικί να κάθεται με ίσια πλάτη. Τα χέρια είναι κρυμμένα μπροστά της και το κεφάλι της ελαφρώς γυρισμένο προς τα αριστερά. Φοράει μόνο ένα τουρμπάνι με σχέδια (όπως και οι Λουόμενες του Ενγκρ) και σκουλαρίκια. Δύο έντονα μαύρα f, όπως οι οπές ήχου (f holes) που υπάρχουν σε βιολιά, βιόλες και τσέλα, είναι σουρεαλιστικά αποτυπωμένα στο κάτω μέρος της πλάτης της. Αυτά είναι τα δύο κλειδιά που ξεκλειδώνουν τόσο τα ελαττώματα της φωτογραφίας όσο και την ιδιόμορφη δύναμή της, καθώς συνδέουν το έργο με μια ιλιγγιώδη σειρά πολιτιστικών οχημάτων, από τον αρχαίο μυστικισμό μέχρι τις κιθάρες Gibson και από τον Ορφέα μέχρι τον Προυστ, σημειώνει στο BBC Culture ο Κέλι Γκρόβιερ.

Τοποθετώντας τα δύο σύμβολα στην πλάτη της Κικί, υποστηρίζει ο αμερικανός κριτικός τέχνης, ο Μαν Ρέι κάνει κάτι περισσότερο από το να υμνεί απλώς τις θηλυκές καμπύλες της ή να τις μετατρέπει σε μελωδία. Οι οπές f αναδιαμορφώνουν εντελώς τη σωματική της διάπλαση, μετατοπίζοντάς την εννοιολογικά από αυτή ενός ανθρώπινου όντος σε κάτι κατασκευασμένο, όχι γεννημένο: ένα αντικείμενο που μπορεί κανείς να το ρυθμίσει, να παίξει μαζί του και τελικά να το φιμώσει.

Με μια πρώτη ματιά, οι οπές ήχου μπορεί να φαίνονται σαν λατρευτικές επαυξήσεις των φωνητικών χαρισμάτων της τραγουδίστριας, στοργικές βελτιώσεις της ηχητικής της εκφραστικότητας. Αλλά ο Ρέι τις έχει τοποθετήσει στην πλάτη της Κικί, όχι μπροστά της, καθιστώντας τες στην καλύτερη περίπτωση άχρηστες. Είναι μια παραμόρφωση σκόπιμη, υποστηρίζει ο Γκρόβιερ, όπως έκανε και ο Ενγκρ, σε πολλούς πίνακες του οποίου παρατηρεί κανείς μια ανησυχητική παραμόρφωση των αναλογιών της γυναικείας μορφής.

Στη «Λουόμενη του Βαλπινσόν» οι παραμορφωμένες διαστάσεις του κορμού και των άκρων είναι μάλλον διακριτικές, σε άλλα έργα του όμως (όπως στη «Μεγάλη Οδαλίσκη» του 1814) είναι γνωστό ότι τεντώνει τη σπονδυλική στήλη των γυναικών σε σημείο που στην πραγματικότητα θα οδηγούσε σε σωματική παράλυση. Αντί να ενισχύουν τη σεξουαλικότητα, δε, αυτές οι παρεμβάσεις αλλοιώνουν τα σώματα των θεμάτων τους. Στη φωτογραφία του Μαν Ρέι η τοποθέτηση των οπών f επηρεάζει εννοιολογικά την ικανότητα της Κικί να βγάζει ήχο. Τη φιμώνουν.

Εμβληματικό σύμβολο έρωτα και ελέγχου

Αλλά το πράγμα δεν σταματά εκεί. Αυτά τα σύμβολα την πλάτη της είναι επίσης σημάδια υποδούλωσης. Παλαιότερα οι οπές f ήταν συνδεδεμένες κυρίως με μουσικά όργανα της ελίτ, αλλά τα σύγχρονα μαντολίνα ήταν ήδη εξοπλισμένα με αυτές. Εναν χρόνο, δε, προτού δημιουργήσει ο Μαν Ρέι το έργο του, η Gibson είχε παρουσιάσει την κιθάρα L-5 archtop, το πρώτο μαζικά παραγόμενο όργανο του είδους του με τις οπές f, δίνοντάς του την ένταση και την αντήχηση που ήταν απαραίτητες σε αίθουσες χορού και τζαζ κλαμπ.

Ξαφνικά, λοιπόν οι οπές f δεν ήταν απλώς συντομογραφία της προβολής και της δύναμης, αλλά σύμβολα εμπορευματοποιημένης κουλτούρας και μαζικής παραγωγής ήχου. Και ζωγραφισμένα στην πλάτη της Κικί, τη στιγματίζουν και τη μετατρέπουν σε κάτι που αγοράζεται και πωλείται.

Παραδόξως, ωστόσο, εμβαθύνουν επίσης το νόημα της φωτογραφίας, εμπλουτίζοντας το εύρος της πολιτιστικής της απήχησης. Η σύνδεση του βιολιού και του κόσμου που δεν μπορούμε να δούμε ήταν γνωστή στους συγχρόνους του Μαν Ρέι, επισημαίνει ο Γκρόβιερ στο BBC. Μια δεκαετία πριν από το «Βιολί του Ενγγκρ», ο Μαρσέλ Προυστ είχε παρομοιάσει την εμπειρία του βιολιού «με το να ακούς ένα αιχμάλωτο τζίνι που παλεύει στο σκοτάδι… σαν ένα αγνό και υπερφυσικό ον που αποκαλύπτει το αόρατο μήνυμά του καθώς περνάει». Συνδυάζοντας το σχήμα της Κικί με αυτό του βιολιού, ο Μαν Ρέι αξιοποιεί την ενδιαφέρουσα παράδοση της προσπάθειας να κατανοήσει κανείς το ακατανόητο, παρατηρεί ο αμερικανός ιστορικός και κριτικός τέχνης.

Στη φαντασία του σουρεαλιστή καλλιτέχνη, εικόνες όπως το «Βιολί του Ενγκρ» κατασκευάστηκαν ως φυλαχτά που μπορούσαν να καλέσουν αόρατα πνεύματα. Η τεχνική της ρεϊογραφίας, στην οποία είναι αφιερωμένη η έκθεση του Met, ήταν βαθιά τελετουργική, μια διαδικασία μέσω της οποίας ο σουρεαλιστής καλλιτέχνης πίστευε ότι μπορούσε να έχει πρόσβαση σε κρυφές ενέργειες και σε διαστάσεις πέρα ​​από την ανθρώπινη αντίληψη.

Περιγράφοντας το επίτευγμα των ρεϊογραφιών του, ο ίδιος ο Μαν Ρέι δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο αινιγματικός: «Οπως οι ανέπαφες στάχτες ενός αντικειμένου που έχει καεί από τις φλόγες, αυτές οι εικόνες είναι οξειδωμένα υπολείμματα που έχουν σταθεροποιηθεί από το φως και τα χημικά στοιχεία μιας εμπειρίας, μιας περιπέτειας, όχι ενός πειράματος», είχε πει.

Στην περίπτωση της Κικί, αυτή η περιπέτεια οδηγεί τους παρατηρητές σε μια αποκρυφιστική παράδοση που αντιλαμβάνεται το βιολί ως όργανο μεταμόρφωσης, ως ένα κοίλο σώμα που μεσολαβεί μεταξύ ύλης και πνεύματος. Αυτή η έννοια έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα, στη λύρα του Ορφέα. Μπορεί να ανιχνευθεί στη μουσική των σφαιρών των Πυθαγορείων και στο συμβολικό concept του «Μονόχορδου του Σύμπαντος» του Ρόμπερτ Φλαντ του 17ου αιώνα, που χαρτογράφησε τις ουράνιες δονήσεις στην ανθρώπινη ανατομία.

Μεταμορφώνοντας την πλάτη της ερωμένης του σε βιολί, σημειώνει τέλος ο Γκρόβιερ, ο Μαν Ρέι οραματίζεται το σώμα της να αντηχεί αιώνια με αόρατες αρμονίες, που δονούνται εξαίσια μέσα από τα κομψά ανοίγματα των διφορούμενων οπών f.

Το αποτέλεσμα είναι κάτι ανεξιχνίαστα παράξενο και περίπλοκο, καθώς η τέχνη, ο πόθος και η μυστικιστική δόνηση είναι άρρηκτα συνυφαμένα σε ένα έντονα προκλητικό έμβλημα έρωτα και ελέγχου, δημιουργικής χειραφέτησης και σωματικού περιορισμού, ένα αινιγματικό σύμβολο που δοκιμάζει διαρκώς τόσο την υπομονή όσο και τη φαντασία μας.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...