491
|

Ένας άστεγος στο σπίτι μας

Ένας άστεγος στο σπίτι μας

Σκεπτικό, με το δεξί χέρι στο πηγούνι, σαν το άγαλμα του Ροντέν, τον συναντώ συχνά έξω από την πολυκατοικία μας. Μάτια αδειανά και κλονισμένα, σαν να του έχει συμβεί το μεγαλύτερο κακό. Δυο-τρεις φορές τον έχω πετύχει να κλαίει με σκυλίσιους λυγμούς σε ένα κοντινό παρκάκι. Το πρόσωπό του ανέκφραστο, σφυρηλατημένο πιθανώς από τη μόνιμη απειλή του δρόμου. Μάλλον, όταν είσαι εκτεθειμένος σε κινδύνους κάθε στιγμή, παγώνουν τα συναισθήματά σου, δεν αφήνεσαι σε αυτά. Άλλοτε είναι ξυρισμένος κι άλλοτε έχει πυκνά μαύρα γένια που κρύβουν τις ουλές στα μάγουλά του. Κουβαλάει πάντα έναν μπλε σχολικό σάκο με την πραμάτεια του. Μια κουρελιασμένη, καρό κουβέρτα, κι ένα δεύτερο ζευγάρι παπούτσια, κάτι κίτρινα ορειβατικά μποτάκια. Τα βράδια, που ξαπλώνει στα αφιλόξενα πλακάκια, χρησιμοποιεί τον σάκο σαν μαξιλάρι. Άραγε βλέπει όνειρα ή ο φόβος σκεπάζει με πηχτό σκοτάδι το μυαλό του;

Συνήθως, δίπλα του υπάρχει ένα πλαστικό ποτήρι, γεμάτο γόπες, και ένα μπουκαλάκι νερό. Δεν μιλάει, δεν με κοιτάει στα μάτια και για να κοιμηθεί κουκουλώνεται μέχρι πάνω με την κουβέρτα. Το πρωί, αν δεν είναι ακόμη ξαπλωμένος, μαζεύω τα σκουπίδια που αφήνει πίσω του. Δεν ξέρω πώς μπορώ να του πω να καθαρίζει όταν φεύγει. Ντρέπομαι. Δεν καταλαβαίνει ότι ενδεχομένως οι γείτονες να τσαντιστούν; Εδώ, υπάρχουν φορές που βρέχουν τις πλάκες – υποθέτω για να τις απολυμάνουν κι όχι για να μη μπορεί να κοιμηθεί εκείνος. Παρόλα αυτά, επιβαρύνει την περίπτωσή του δίχως λόγο. Πώς εξηγείς σε κάποιον ότι τον νοιάζεσαι χωρίς ούτε καν να τον γνωρίζεις;

Κράταει πάνω από τέσσερις μήνες ετούτη η ιστορία. Ο άστεγος, που βρήκε χειμωνιάτικη φωλιά στη βαθιά εσοχή που σχηματίζουν οι δυο διαφορετικές είσοδοι της πολυκατοικίας, πλέον έχει γίνει μόνιμη αναφορά στις καθημερινές μας συζητήσεις. Λες να είναι από κάτω; Θα του πας ένα πακέτο τσιγάρα; Πιστεύεις ότι αρρωσταίνει; Την πρώτη φορά που τον ρώτησα αν χρειάζεται κάτι, μου κούνησε το κεφάλι προς τα πάνω. Την επόμενη μέρα που του πήγα ένα σάντουιτς -τρώει αλλαντικά; θα του αρέσει το κίτρινο τυρί; Αυτές ήταν οι απορίες αμηχανίας που με μπλόκαραν την ώρα της παραγγελίας- μου αποκρίθηκε στα ελληνικά ότι δεν το θέλει. Το άφησα δίπλα του. Έκτοτε, για να μην τον προσβάλλω, του πηγαίνω πράγματα όταν κοιμάται. Τσιγάρα, μπανάνες, μπάρες δημητριακών… Αναρωτιέμαι αν πετάει το φαγητό. Πάντως σίγουρα ρουφάει τα τσιγάρα.

Είναι εξαιρετικά πολύπλοκο αυτό που συμβαίνει και δυσκολεύομαι να το χειριστώ. Όταν πηγαίνω σούπερμάρκετ, εύχομαι να μην είναι εκεί γιατί αισθάνομαι τόσο άσχημα με τις σακούλες στα χέρια. Στις βραδινές εξόδους, ελπίζω να μην τον αντικρύσω γιατί νιώθω ενοχές που πάω να διασκεδάσω κι αυτός κάθεται μοναχός του. Βέβαια, το χειρότερο είναι όταν βρέχει ή φυσάει. Θέλω να του δώσω τα κλειδιά να ανέβει σπίτι. Σκέφτομαι ότι οι μικρές πράξεις στην ουσία είναι ανούσιες. Στα δικά του μάτια ένα πακέτο τσιγάρα πρέπει να μοιάζει με τον Δούρειο Ίππο. Λογικό, δεν αποδέχεται την προσφορά για να μη συνδεθεί συναισθηματικά. Από την άλλη, να τον αφήσω στο έλεός του είναι αδύνατον. Έχω ευθύνη γι' αυτόν, μένει στην πολυκατοικία μου. Τι να κάνω;

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News