Προοπτική αντί για γραμματόσημα
Προοπτική αντί για γραμματόσημα
Η συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από το κλείσιμο ορισμένων καταστημάτων των ΕΛΤΑ φαίνεται εκ πρώτης όψεως να αφορά αποκλειστικά στις ταχυδρομικές υπηρεσίες. Στην πραγματικότητα, όμως, φέρνει στην επιφάνεια ένα βαθύτερο ζήτημα: τη σχέση του κράτους με την περιφέρεια, την αίσθηση εγκατάλειψης που βιώνουν πολλοί πολίτες της υπαίθρου και –τελικά– την ανάγκη για μια ουσιαστική στρατηγική περιφερειακής ανάπτυξης.
Σε όλη την Ευρώπη παρατηρούμε αντίστοιχες κινήσεις μετασχηματισμού. Χώρες με ισχυρή παράδοση δημόσιων υπηρεσιών και κοινωνικού κράτους, όπως η Δανία και η Σουηδία, έχουν προχωρήσει σε παρόμοιες αλλαγές στα εθνικά ταχυδρομεία τους. Ακόμη και το βρετανικό ταχυδρομείο –μια ιστορική δομή του κοινωνικού και οικονομικού ιστού της χώρας που λειτουργεί από τον 16ο αιώνα– έχει περιορίσει τα φυσικά του καταστήματα, διατηρώντας κυρίως πρακτορεία και υπηρεσίες διανομής κατ’οίκον.
Αυτές οι αποφάσεις δεν αποτελούν στρατηγική επιλογή «περικοπών», αλλά αναγκαία προσαρμογή στα νέα δεδομένα. Εχουμε περάσει σε μια εντελώς διαφορετική εποχή, όπου ο κόσμος δεν στέλνει πλέον γράμματα και η έννοια του παραδοσιακού ταχυδρομείου έχει σε μεγάλο βαθμό ξεπεραστεί. Ολες οι ευρωπαϊκές χώρες έρχονται αντιμέτωπες με την ίδια πρόκληση και δοκιμάζουν αντίστοιχες λύσεις: στροφή σε τραπεζικά προϊόντα, ανάπτυξη ψηφιακών υπηρεσιών, ενσωμάτωση τεχνολογιών που επιτρέπουν την εξυπηρέτηση των πολιτών από το σπίτι.
Ωστόσο, οι έντονες αντιδράσεις που παρατηρούνται –και στην Ελλάδα– δεν οφείλονται τόσο στα ίδια τα ταχυδρομεία, όσο σε κάτι πιο βαθύ. Οι κάτοικοι της υπαίθρου νιώθουν ότι το κράτος απομακρύνεται, ότι η παρουσία του γίνεται όλο και πιο αδύναμη. Μπορεί να μη χρησιμοποιούσαν το ταχυδρομείο καθημερινά, αλλά το ήθελαν εκεί ως ένδειξη ότι δεν είναι ξεχασμένοι. Το τοπικό κατάστημα, ακόμη κι αν εξυπηρετούσε ελάχιστους, λειτουργούσε ως συμβολικό σημείο σύνδεσης με το κράτος, ασχέτως τού αν τα ΕΛΤΑ δεν αποτελούν εδώ και χρόνια μια εταιρεία κοινής ωφέλειας.
Το πραγματικό ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να συντηρούμε παρωχημένες δομές που δεν εξυπηρετούν πλέον ουσιαστικές ανάγκες. Είναι να σχεδιάσουμε και να εφαρμόσουμε πολιτικές που θα ξαναδώσουν ζωή και προοπτική στην περιφέρεια.
Η απάντηση, λοιπόν, δεν είναι συμβολική. Χρειάζεται να ακούσουμε με ενσυναίσθηση την αγωνία των ανθρώπων της υπαίθρου —αλλά να απαντήσουμε με ουσία, όχι με «γραμματόσημα». Περιφερειακή ανάπτυξη σημαίνει επενδύσεις σε υποδομές, πρόσβαση σε ψηφιακές υπηρεσίες, στήριξη της τοπικής επιχειρηματικότητας, κίνητρα για νέες οικογένειες να επιστρέψουν ή να εγκατασταθούν στην ύπαιθρο.
Διότι, τελικά, ζωή στα χωριά δεν δίνουν τα άδεια ταχυδρομεία αλλά τα γεμάτα σχολεία. Δεν τη φέρνουν οι υπηρεσίες ρουτίνας, αλλά η ελπίδα, η προοπτική, η αίσθηση ότι «υπάρχει μέλλον εδώ».
* Ο Παναγιώτης Κακολύρης είναι αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Πολιτικών Ιδρυμάτων στις Βρυξέλλες και συνιδρυτής του Strategic Thinking Lab
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
