Ο Τραμπ και εμείς, έναν χρόνο μετά
Ο Τραμπ και εμείς, έναν χρόνο μετά
Στις 20 Ιανουαρίου συμπληρώνεται ένας χρόνος από την ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ και τη δεύτερη μετακόμισή του στον Λευκό Οίκο. Και μόνο η παρατήρηση των όσων έχουν συμβεί σε αυτό το διάστημα, εντός ΗΠΑ και διεθνώς, προξενεί ίλιγγο.
Και, δικαιολογημένα, οφείλει να προκαλεί προβληματισμό για τα όσα θα επακολουθήσουν στα τρία χρόνια που απομένουν έως τη λήξη της θητείας του αμερικανού προέδρου.
Κατ’ αναλογίαν με τα όσα συνέβησαν στη διεθνή σκακιέρα και με το πώς οι ΗΠΑ επεμβαίνουν πλέον σαρωτικά στους γεωπολιτικούς συσχετισμούς, εντυπωσιακές ήταν οι εξελίξεις και στη διμερή σχέση Αθήνας-Ουάσινγκτον.
Η δεύτερη προεδρία Τραμπ έφερε αρχικά σε θέση αμηχανίας την ελληνική κυβέρνηση. Αξιόπιστοι δίαυλοι επικοινωνίας δεν υπήρχαν, η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε ένα ανεπτυγμένο δίκτυο επαφών με το λόμπι των Δημοκρατικών, όχι όμως με το αντίστοιχο του Τραμπ, πέραν κάποιων εξαιρέσεων στην ομογένεια, όπως ο επιχειρηματίας Τζον Κατσιματίδης.
Είχε όμως φανεί εκ των προτέρων, και εν αναμονή των προεδρικών εκλογών του Νοεμβρίου 2024, ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός στις αναφορές του για τον Ντόναλντ Τραμπ.
Με την έναρξη της προεδρίας και τις πρώτες εκδηλώσεις των αμερικανικών διαθέσεων έναντι της Ευρώπης και του ΝΑΤΟ, με αιχμή τις αμυντικές δαπάνες, ο Πρωθυπουργός θέλησε να συνταχθεί με τον νέο πρόεδρο. Η Ελλάδα άλλωστε είναι μια χώρα που δαπανά δυσανάλογα πολλά σε εξοπλισμούς, για τους γνωστούς λόγους.
Τα πρώτα αξιόπιστα δείγματα για τη νέα μορφή της ελληνοαμερικανικής σχέσης φάνηκαν σχετικά νωρίς. Ορισμένοι είχαν θεωρήσει ότι σημαντική ως προς αυτά ήταν η ανακοίνωση για τον ορισμό της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ ως πρέσβειρας στην Ελλάδα, έναν μήνα προτού ορκιστεί ο Τραμπ.
Περίπου ενάμιση μήνα μετά την έναρξη της δεύτερης προεδρίας Τραμπ ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης είχε μια συνάντηση με τον αμερικανό ομόλογό του Μάρκο Ρούμπιο στην Ουάσινγκτον. Εκεί φάνηκε ότι επιβεβαιώθηκε εμφατικά ο στρατηγικός χαρακτήρας της διμερούς σχέσης, σε πολλά επίπεδα.
Ενα χαρακτηριστικό της περιόδου ήταν όμως και το πάγωμα της ελληνοτουρκικής συζήτησης στο ανώτατο επίπεδο. Οι επαφές Μητσοτάκη – Ερντογάν παρέμειναν σε εκκρεμότητα, ενώ ακόμη και η προγραμματισμένη μεταξύ τους συνάντηση στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο του 2025 ματαιώθηκε.
Τις ίδιες ημέρες ο Ταγίπ Ερντογάν συναντήθηκε με τον Ντόναλντ Τραμπ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης όχι. Και αυτό έδωσε αφορμές για διάφορες εκτιμήσεις και θεωρίες περί διπλωματικού θριάμβου του τούρκου προέδρου, που σύντομα θα αποδεικνύονταν επιπόλαιες και επιφανειακές.
Στο ίδιο αυτό διάστημα άρχισαν να εκδηλώνονται οι προθέσεις και οι σχεδιασμοί της κυβέρνησης Τραμπ για την περιοχή και ειδικότερα για την Ελλάδα. Τον τόνο έδωσε ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, όταν περιέγραφε, με όση σαφήνεια επιτρέπει το διπλωματικό πρωτόκολλο, το σχέδιο της αμερικανικής κυβέρνησης για την περιοχή, την Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο.
Είχαν προηγηθεί (και ακολούθησαν) δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων των ΗΠΑ, οι οποίες συνέδεαν ευθέως και χωρίς πολλές περιστροφές την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών με το αυξημένο ενδιαφέρον της αμερικανικής κυβέρνησης για τα ενεργειακά κοιτάσματα στην περιοχή μας και την εκμετάλλευσή τους.
Φυσικά, ως επιστέγασμα όλων αυτών ήρθαν οι ενεργειακές συμφωνίες που υπογράφηκαν στο Ζάππειο στις αρχές Νοεμβρίου. Κατά «σύμπτωση» αυτή ήταν και η επίσημη «πρώτη» της νέας πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, η οποία αναμενόταν εναγωνίως επί μήνες, ως ένα πρόσωπο με αναφορά απευθείας στον πρόεδρο Τραμπ.
Εφόσον αυτές οι συμφωνίες υλοποιηθούν και οι έρευνες για ενεργειακά κοιτάσματα στεφθούν με επιτυχία, οι αλλαγές που θα πρέπει να αναμένονται για το status της χώρας και τη σχέση με τις ΗΠΑ προσλαμβάνουν ιστορικές διατάσεις.
Ουσιαστικά, στον έναν αυτόν χρόνο της προεδρίας Τραμπ, η Ελλάδα επαναπροσδιόρισε τον ρόλο της και τις διεθνείς ισορροπίες που επέλεξε να διαφυλάξει. Προφανώς και δεν ανατρέπεται η σχέση με την ΕΕ και η συμμετοχή σε αυτήν. Ομως η χώρα είναι προσδεδεμένη για λόγους συμφέροντος στο άρμα των ΗΠΑ και ταυτόχρονα υπερασπίζεται σθεναρά την παράλληλη στρατηγική της συμμαχία με το Ισραήλ.
Αυτό που φαίνεται ότι ακολουθεί είναι πιθανώς η αρχή μιας κρίσιμης περιόδου.
Η επιβεβαιωμένη νέα συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ταγίπ Ερντογάν μέσα στον Φεβρουάριο θα γίνει σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον από τις προηγούμενες και θα δώσει πιθανώς σαφή δείγματα του σχεδιασμού της κυβέρνησης Τραμπ για την περιοχή και ειδικότερα για τις ελληνοτουρκικές διαφορές.
Το κρίσιμο της περιόδου είναι το περιεχόμενο αυτού του διαλόγου και πρωτίστως οι δυνατότητες και τα περιθώρια επωφελούς διαχείρισής του.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
