1827
Το βαλιτσάκι του προέδρου Μπάιντεν με τους κωδικούς για τα πυρηνικά όπλα είναι εκ των ων ουκ άνευ για μια ισχυρή Δυτική αμυντική οντότητα | CreativeProtagon/Reuters

Η πυρηνική απειλή και τα όρια της ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής

Το βαλιτσάκι του προέδρου Μπάιντεν με τους κωδικούς για τα πυρηνικά όπλα είναι εκ των ων ουκ άνευ για μια ισχυρή Δυτική αμυντική οντότητα
|CreativeProtagon/Reuters

Η πυρηνική απειλή και τα όρια της ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής

Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει δεχθεί δύο σοκ τα τελευταία δυόμιση χρόνια, την πανδημία και την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Οι δύο αυτές οριακές καταστάσεις την έχουν αναγκάσει να κινητοποιηθεί, να οξύνει τα ανακλαστικά της. Είχε προετοιμαστεί τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης κυρίως στο «Εργαστήριον η Ελλάς», προκειμένου να διαμορφώσει σταδιακά την ικανότητα να αντιδρά σε κρίσεις. Επί δεκαετίες πριν νόμιζε ότι η Ιστορία έχει τελειώσει και ότι όλα θα λειτουργούν «υπό φυσιολογικές συνθήκες θερμοκρασίας και πιέσεως».

Από την άλλη μεριά, η Ευρώπη έχει παραδώσει εδώ και έναν αιώνα, από το 1916-1917, την εποχή του Προέδρου Ουΐλσον και την τελευταία φάση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το ζήτημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, σε πολύ μεγάλο βαθμό, στα χέρια των Ηνωμένων Πολιτειών. Ενα βασικό θέμα συζήτησης πριν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ήταν το πώς θα μπορούσε η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποκτήσει πολιτική υπόσταση, ενδεχομένως να χειραφετηθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας. Ενώ διεξάγεται η συζήτηση αυτή, ενώ είναι ακόμη νωπή η εντύπωση από τις μονομερείς αμερικανικές πρωτοβουλίες για την άμεση και πλήρη απόσυρση από το Αφγανιστάν και για τη συγκρότηση της AUKUS που είναι στραμμένη προς την Κίνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται ξανά στην Ευρώπη η ασφάλεια της οποίας κρίνεται μεταξύ Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ οι ευρωπαίοι ηγέτες αρκούνται εκ των πραγμάτων σε ένα διαδικαστικό – μεσολαβητικό ρόλο πιέζοντας ουσιαστικά για μια νέα αμερικανορωσική συνεννόηση.

Η απόφαση του Προέδρου Πούτιν να κινήσει την πολεμική μηχανή εναντίον της Ουκρανίας, κινητοποίησε την Ευρωπαϊκή Ενωση. Οχι μόνον την πάντα κινητική Γαλλία αλλά και τη Γερμανία, η οποία άδραξε την ευκαιρία να προσπαθήσει να υπερβεί το σύμπλεγμα ενοχής σε σχέση με τον Ναζισμό, το Ολοκαύτωμα, τις ιστορικές ευθύνες της για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ομιλία του καγκελαρίου Σολτς στην Ομοσπονδιακή Βουλή, τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ για ένα νέο αμυντικό πρόγραμμα, η νέα εξωστρέφεια της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής η οποία νιώθει ότι πρέπει να αποβάλει τους δισταγμούς της και να είναι πιο ενεργητική και πιο μαχητική, ίσως να σηματοδοτεί μία νέα εποχή και για την Ευρώπη. Το βέβαιο είναι ότι σηματοδοτεί μία νέα εποχή για τις γερμανορωσικές σχέσεις στο πεδίο της ενέργειας, της οικονομίας, αλλά και της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας.

Οι ΗΠΑ και η ΕΕ αντιλαμβάνονται ότι οφείλουν να χειριστούν συνεργατικά τις νέες προκλήσεις. Η Δύση ανασυγκροτείται συνεπώς στρατηγικά, παρότι υπήρξαν στιγμές αμηχανίας τον πρώτο χρόνο της διακυβέρνησης Μπάιντεν. Αυτό είναι ένα σημαντικό κεκτημένο που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επιλογή που έκανε ο Πρόεδρος Πούτιν να οδηγήσει τα πράγματα στα άκρα, στις πηγές του Ψυχρού Πολέμου, στον συσχετισμό των πυρηνικών δυνάμεων, στην πυρηνική απειλή και αποτροπή. Ως πυρηνική δύναμη όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μικρή. Οι ευρωπαϊκές πυρηνικές δυνάμεις είναι το Ηνωμένο Βασίλειο (που βρίσκεται πλέον εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά η βρετανική πυρηνική ισχύς εντάσσεται στον ΝΑΤΟϊκό σχεδιασμό) και η Γαλλία ( που όταν επέστρεψε στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, δεν επέστρεψε στον πυρηνικό σχεδιασμό). Πρέπει συνεπώς να δούμε, στο πλαίσιο αυτό, τι σημαίνει η ευκολία με την οποία διεξάγεται μία συζήτηση πυρηνικής απειλής και πυρηνικής ανάσχεσης, παρότι οι ΗΠΑ αντιδρούν με μεγάλη ψυχραιμία.

Το 2010, ενώ είχαν μεσολαβήσει τα γεγονότα του 2008 στη Γεωργία με επίκεντρο την Οσετία και την Αμπχαζία, είχα μετάσχει στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Λισαβόνα με κεντρικό καλεσμένο τον Πρόεδρο Μεντβέντεφ, ήταν η εποχή των πολύ καλών σχέσεων του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία και του «Partnership for Peace». Το 2014 είχα μετάσχει στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Κάρντιφ σε ψυχροπολεμικό ξανά κλίμα, καθώς είχαν μεσολαβήσει η προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία, η πολιτική αλλαγή στην Ουκρανία και η εξέγερση στις ανατολικές επαρχίες του Ντονμπάς.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είναι συνεπώς κεραυνός εν αίθρια. Η Ρωσική Ομοσπονδία διαμορφώνει συσχετισμούς και έχει πάρα πολύ ισχυρό πρόταγμα ασφάλειας. Θέτει τα ζητήματα με τρόπο ωμό, στην πραγματικότητα δεν αναγνωρίζει στις χώρες που ήταν μέλη της Σοβιετικής Ένωσης το δικαίωμα στην κυριαρχία και την ανεξαρτησία τους. Για αυτό είναι πάρα πολύ σκληρή η γραμμή του Putin σε σχέση με την Ουκρανία και θέτει ως στόχους την «αποστρατιωτικοποίηση» και την «αποναζιστικοποίηση», όπως λέει, δηλαδή τον πλήρη πολιτικό και στρατιωτικό έλεγχο της Ουκρανίας ως κρατικής οντότητας. Επιπλέον αμφισβητεί την εθνική της ταυτότητα. Θεωρεί ότι η γλώσσα, ο πολιτισμός, το θρήσκευμα και οι μνήμες της είναι ρωσικές.

Αυτά όλα σημαίνουν, για να είμαστε ρεαλιστές και συγκεκριμένοι, ότι στα θέματα που θέτει ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν μπορεί να δοθεί απάντηση μόνον ή κυρίως από την Ευρωπαϊκή Ενωση, διότι τα θέματα αυτά συνδέονται πλέον με τον πυρηνικό συσχετισμό δυνάμεων και με την ανάσχεση. Η Ευρώπη δεν είναι σε θέση να προσφέρει στον εαυτό της – κατά μείζονα λόγο στην Ουκρανία ή άλλες χώρες εκτός ΝΑΤΟ – αντιπυραυλική ομπρέλα και ανάσχεση. Είναι συνεπώς απολύτως αναγκαίες οι Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να επιτευχθεί αυτό.

Κυριαρχεί μία σχεδόν ρομαντική αντίληψη περί Ευρωπαϊκής Ενωσης. Πώς αντιλαμβανόμαστε όμως την Ευρωπαϊκή Ένωση; Με την Πολωνία, την Ουγγαρία και τα προβλήματα του κράτους δικαίου; Με την αδυναμία της να προσφέρει πραγματική προοπτική ένταξης στην Ουκρανία, τη Μολδαβία και τη Γεωργία ή ακόμη και στις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων; Για προφανείς ιστορικούς λόγους, δεν μπορεί να συγκροτηθεί η Ευρώπη ως στρατιωτική και αμυντική οντότητα, χωρίς να μετέχει σε αυτή το Ηνωμένο Βασίλειο και χωρίς βαθιά στρατηγική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οτιδήποτε άλλο θα δημιουργούσε, κατά την εκτίμησή μου, ατελή ή ακόμη και ψευδή αντίληψη για τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων. Ένα ευρωπαϊκό σχήμα που δεν πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις, δεν προσφέρει ασφάλεια στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Κύπρο.

Ακόμα και οι επιφυλάξεις ή οι ιστορικοί φόβοι για μία εξοπλισμένη και ισχυρή Γερμανία, δεν αντιρροπίζονται μόνο από τη Γαλλία. Χωρίς τη Βρετανία και χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαμορφώνεται ο συσχετισμός δυνάμεων που απαιτείται και δεν διασφαλίζεται το μέγιστο παγκόσμιο εύρος της Δύσης σε σχέση με την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Νέα Ζηλανδία και κυρίως την Ινδία, στο βαθμό που ο νέος παγκόσμιος συσχετισμός δυνάμεων κρίνεται από το αν η Ινδία, η πολυπληθέστερη χώρα του κόσμου, θα είναι μέρος της Δύσης, υπό την ευρυτάτη στρατηγική έννοια του όρου.

Μη ξεχνάμε ότι η Ρωσία είναι ευρωπαϊκή αλλά και ασιατική δύναμη, είναι στραμμένη και προς την Ασία. Η συζήτηση περί κυρώσεων είναι δυτικοκεντρική και συνδέεται με την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη Ρωσία. Τη στιγμή αυτή που έχουν επιβληθεί απροσδόκητα σκληρές κυρώσεις η Ευρώπη εξακολουθεί να αγοράζει φυσικό αέριο και πετρέλαιο από τη Ρωσία. Στην Ουκρανία μαίνεται ο πόλεμος, αλλά έχουν αυξηθεί οι ροές στον αγωγό φυσικού αερικού που οδηγεί στην Ευρώπη, μέσω Ουκρανίας, τον Γιαμάλ, κατά 30%. Η Ευρωπαϊκή Ενωση λόγω των επιτακτικών ενεργειακών αναγκών της χρηματοδοτεί, έως ένα βαθμό, τις ρωσικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία, αγοράζοντας ορυκτά καύσιμα.

Αρα πρέπει να δούμε τα ζητήματα σε αυτή την απόλυτη και οριακή μορφή τους, γιατί έτσι μπορούμε να δώσουμε απάντηση στο εύλογο ερώτημα: πώς θα μπορούσε να λήξει ο πόλεμος και το δράμα που ζουν εκατομμύρια άνθρωποι στην Ουκρανία. Εάν ο Βλαντίμιρ Πούτιν αποδεχθεί ότι θα παραμείνει η κυβέρνηση Ζελένσκι, θα έχει ηττηθεί συμβολικά. Εάν ο Πούτιν αποδεχθεί ότι παραμένει η οντότητα της Ουκρανίας με τη δική της κυβέρνηση και θέτει μόνο θέμα αποστρατιωτικοποίησης υπό διεθνείς εγγυήσεις, πάλι έχει ηττηθεί υπό την έννοια αυτή. Για τον λόγο αυτό έχει ήδη θέσει υπό αμφισβήτηση ρητά την κρατική υπόσταση της Ουκρανίας, εννοώντας ότι θα την προσαρτήσει συνολικά στη Ρωσική Ομοσπονδία, κάτι πολύ πέραν του αρχικού στόχου της «αποστρατιωτικοποίησης» και «αποναζιστικοποίησης». Άρα δεν βλέπω ότι θα απαντηθούν εύκολα τα ακραία διλήμματα που έθεσε παγκοσμίως ο Βλαντίμιρ Πούτιν.

Κατά βάθος υπάρχει μία σύγκρουση ιδεολογικοπολιτική και αξιακή, μία σύγκρουση ανάμεσα στη δημοκρατία και το κράτος δικαίου, τη φιλελεύθερη δημοκρατία από τη μία πλευρά και αυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα από την άλλη πλευρά. Η μεγάλη μου αγωνία είναι οι δυτικές κοινωνίες στο εσωτερικό τους, είναι ο οιονεί εμφύλιος πόλεμος στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι να πάψει ο «τραμπισμός» να είναι «φιλοπουτινισμός». Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κάνεις τι θα συμβεί αν μετά από δυόμισι χρόνια έχουμε έναν Πρόεδρο στις Ηνωμένες Πολιτείες ο οποίος δεν αντιλαμβάνεται τα προβλήματα τα οποία ζούμε τώρα στην Ουκρανία ή τα αντιλαμβάνεται με τον δικό του ιδιόρρυθμο τρόπο.

Εχουμε στις ευρωπαϊκές κοινωνίες – και στην Ελλάδα – δυνάμεις πολιτικές και διανοητικές, οι οποίες εμφανίζουν έναν φιλορωσικό αταβισμό, που θεωρούν ότι πρέπει να είμαστε επιεικείς, ότι υπάρχουν «ειδικά δικαιώματα ισχύος» της Ρωσίας που δεν σεβάστηκε το ΝΑΤΟ. Κατά τη λογική αυτή, δεν υπάρχουν ούτε διεθνείς οργανισμοί, ούτε Διεθνές Δίκαιο. Ηδη το γεγονός ότι αυτά τα πράττει ένα μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας απονεκρώνει στην πραγματικότητα τον ΟΗΕ. Ακόμη και το ψήφισμα της Ειδικής Γενικής Συνέλευσης έχει περιορισμένη πρακτική σημασία. Για αυτό πρέπει να δούμε τον ωμό και οριακό τρόπο με τον οποίο τίθενται τα ζητήματα αυτά.

Εδώ εντάσσεται και το θέμα της Τουρκίας. Πρότεινα στις 27/2 να γίνει συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν, μεταξύ δύο κρατών μελών του ΝΑΤΟ, για τον πόλεμο στην Ουκρανία, για την αποτελεσματική λειτουργία της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, για την προστασία της Ανατολικής Μεσογείου από πιθανές διαχύσεις προκλήσεων και εντάσεων. Η Τουρκία επικαλείται τη Συνθήκη του Μοντρέ και την εφαρμόζει και ορθά το κάνει, αλλά η Συνθήκη της Λωζάνης είναι «δίδυμη» Συνθήκη με αυτήν του Μοντρέ που στην πραγματικότητα είναι η συνέχεια της Συνθήκης της Λωζάνης. Χαίρομαι γιατί, δημοσιογραφικά τουλάχιστον, ανακοινώθηκε ότι η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 13/3.

Η Τουρκία, υποθέτω, θα κάνει επίδειξη «δυτικότητας», επικαλούμενη όμως ταυτοχρόνως την ιδιαιτερότητά της, τον εξαιρετισμό της, αλλά η Ρωσία ξέρει καλά ότι κυρίως στο Ιντσιρλίκ και το Αβιάνο της Ιταλίας είναι συγκεντρωμένες οι πυρηνικές δυνάμεις της Ευρώπης. Ξέρει πολύ καλά ότι ιστορικά η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν το πρώτο ανάχωμα στην κάθοδο της τσαρικής Ρωσίας, της Σοβιετικής Ένωσης, της νέας Ρωσίας του Πούτιν στη Μεσόγειο, στις θερμές θάλασσες. Εμείς οφείλουμε να τοποθετούμαστε λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική διαδρομή που μας διαμόρφωσε ως χώρα, τις συμμαχίες και τις επιλογές που μας κατέστησαν χώρα δυτική, παλιό κράτος μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία θέτει υπό επανεξέταση τον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων. Εκ των πραγμάτων πλέον πρέπει να αναζητήσουμε μία νέα παγκόσμια κατάσταση ασφάλειας, δεν λέω ένα νέο σύστημα ασφάλειας, γιατί θα αργήσει να υπάρξει ένα σύστημα ασφάλειας, θα υπάρξει ενδιαμέσως μία παγκόσμια ασταθής ισορροπία ασφάλειας. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, περιφερειακά ζητήματα, όπως το Κυπριακό και οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις, φοβάμαι ότι θα προσλάβουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα, δηλαδή θα επηρεάζονται από ευρύτερους συσχετισμούς σε υπερκείμενα επίπεδα, και αυτό πρέπει να μας κάνει και ανήσυχους και διορατικούς.

Ολο αυτό, επειδή συνδέεται με την ισχύ και μάλιστα την απόλυτη , δηλαδή με τον συσχετισμό πυρηνικών δυνάμεων και με την πυρηνική ανάσχεση, θα αποβεί, για να είμαστε ρεαλιστές, εις βάρος του Διεθνούς Δικαίου και του διεθνούς ορθολογικού συστήματος οργάνωσης των κοινωνιών, των υποκειμένων του Διεθνούς Δικαίου, θα αποβεί εις βάρος της κυριαρχίας και της θεσμικής ισοτιμίας των κρατών. Ελπίζω να μη αποβεί εις βάρος της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Διότι αποδεικνύεται ότι αυτό που ονομάζουμε οικουμενικότητα της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι μία επιθυμία μας, μία αξίωσή μας, ένας ισχυρισμός μας, αλλά δεν είναι μία πραγματικότητα και αυτό πρέπει να μας κάνει πολύ προσεκτικούς ώστε να διαμορφώσουμε τον συσχετισμό των δυνάμεων κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

* Ο Ευάγγελος Βενιζέλος είναι πρώην αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών, πρώην υπουργός Εθνικής Αμυνας.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News