Το μπαρ της ψυχοθεραπείας
Το μπαρ της ψυχοθεραπείας
Η μέρα στη δουλειά δεν μπορούσε να πάει χειρότερα και η διάθεσή μου ήταν στο ναδίρ. Αν και πτώμα από την κούραση περισσότερο ψυχολογικά απ’ ό,τι σωματικά αποφάσισα να πάω στο μπαράκι του παιδικού μου φίλου στο κέντρο της Αθήνας. Η αλήθεια είναι ότι είχα πολύ καιρό να δω τον Χάρη και τον είχα επιθυμήσει. Μου άρεσαν πάντα οι κουβέντες μαζί του γιατί είχε ένα ιδιαίτερο τρόπο να βλέπει τα πράγματα και πάντα μέσα από ένα πρίσμα αστείρευτου χιούμορ που μου έφτιαχνε τη διάθεση.
Τον βρήκα να κάθεται στη γωνιά της μπάρας ενώ από μέσα δυο Ρωσόπουλα, όχι πάνω από 25 χρονών, σέρβιραν στους πελάτες αλκοόλ και υποσχέσεις. Στα ηχεία ο Ερικ Κλάπτον προσπαθούσε να μας πείσει ότι σκότωσε τον σερίφη, αλλά όχι και τον βοηθό του…
– Άντε γαμήσου, ρε μαλάκα, μισές δουλειές κάνεις και συ…
Το είπε τελείως φυσικά, σαν να μιλούσε για τη διαολεμένη ζέστη ή το φαγητό που δεν του άρεσε το μεσημέρι…
Η αλήθεια είναι ότι ο Χάρης δεν είχε τις καλύτερες σχέσεις με την αστυνομία. Από τα εφηβικά μας χρόνια είχαμε αναπτύξει ένα ψυχρό-πολεμικό κλίμα με τους μπάτσους. Όλα είχαν ξεκινήσει από τα συνεχή κυνηγητά με τις μοτοσυκλέτες. Αφού σε όλες τις περιπτώσεις δεν είχαμε δίπλωμα και στις περισσότερες ούτε και τη μοτοσυκλέτα. Σε ένα από αυτά τα κυνηγητά σταμάτησαν άδοξα τα δικά μου πάρε-δώσε με την αστυνομία αφού κατέληξα στο ΙΓ παράρτημα Ασφαλείας, στον Νέο Κόσμο. Ο Χάρης όμως έκανε και μεταπτυχιακό. Αφού έπιασε δουλειά σαν κλειδαράς, αποφάσισε να μπαίνει και σε σπίτια χωρίς να τον φωνάζουν οι ιδιοκτήτες που είχαν ξεχάσει τα κλειδιά τους. Τελικά τον τσίμπησαν και έβγαλε δυο χρονάκια με καλή διαγωγή.
Από τότε έχει τρέξει πολύ νερό κάτω από τη γέφυρα, αλλά το μίσος παρέμενε άσβεστο. Σε αυτόν τον αγώνα με την εξουσία η μνήμη είχε επικρατήσει κατά κράτος της λήθης, κύριε Κούντερα. Και από τις δυο πλευρές.
– Μισές δουλειές… Επανέλαβε ο Χάρης.
– Δεν ήξερα ότι ήσουν τελειομανής, είπα προσπαθώντας να ρίξω λίγο λάδι στη φωτιά
– Μην είσαι μαλάκας και κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Ποιος μίλησε για τελειομανία. Εγώ μιλάω για τσαπατσοδουλειά. Είναι τελείως διαφορετικό. Όταν αναλαμβάνω μια δουλειά προσπαθώ να την κάνω όσο πιο καλά μπορώ. Αυτό δεν σημαίνει ότι γυρίζω για να φωνάξω στη συχωρεμένη τη μάνα μου. «Μαμά, κοίτα τι καλά που το έκανα» για να πάρω την επιβράβευση.
Μου την έδινε στα νεύρα αυτή η ικανότητά του. Κατάφερνε με μια φράση να τα λέει όλα. Να χέσω την ανωτάτη εκπαίδευσή μου σκέφτηκα αλλά δεν θα του έδινα αυτή την αίσθηση της ικανοποίησης για να το παραδεχτώ φανερά. Αυτός δεν το είχε ανάγκη. Εγώ δεν το άντεχα. Προσπάθησα να γυρίσω το μπαλάκι στο τερέν του:
– Όταν όμως ξεκινάς κάτι, πρέπει ο στόχος σου να είναι ψηλότερα από εσένα τον ίδιο. Αυτό σε βελτιώνει ως άνθρωπο.
– Ναι, αρκεί να μη φοβάσαι την αποτυχία, και να μην απογοητεύεσαι όταν πετύχεις λίγα εκατοστά πιο χαμηλά. Όλα θα έμεναν στο μυαλό μας ανεφάρμοστο σχέδια αν περιμέναμε να κάνουμε κάτι στο όποιο δεν θα βρουν κανένα ελάττωμα. Πρέπει να συμφιλιωθείς με την ιδέα ότι κάποιος άλλος θα το κάνει διαφορετικά και ίσως καλύτερα.
– Αυτό όμως μειώνει το δικό σου αποτέλεσμα. Κάπου υπάρχει κάτι καλύτερο, κάτι ομορφότερο.
– Ίσως, μαλάκα μου, αλλά εκείνο δεν είναι δικό σου. Είναι κάποιου αλλού. Κι εσύ στο τέλος δεν έχεις κάνει τίποτα. Παραμένεις μικρός και χάνεις όλη αυτή την ικανοποίηση που σου δίνει η διαδρομή από το πρώτο – σκατένιο ή τέλειο – σχέδιο μέχρι το αποτέλεσμα. Ξέρεις τι μου την έδινε σ' εσένα;
Δεν απάντησα γιατί ήξερα ούτως ή αλλιώς ότι δεν θα το απέφευγα.
– Η εμμονή σου να κατακτήσεις την πιο όμορφη γυναίκα από αυτές που καμακώναμε. Δεν σε ενδιέφερε κάτι άλλο. Νόμιζες ότι κέρδιζες το πρώτο το βραβείο. Παρά το γεγονός ότι τις περισσότερες φορές παραδεχόσουν τη επόμενη ότι ήταν ξυλάγκουρο, συνέχιζες να το κάνεις. Οι όμορφες γυναίκες είναι για τους ανθρώπους που δεν έχουν φαντασία, φίλε μου. Καμιά όμορφη γυναίκα δεν γνωρίζει τους άντρες τόσο καλά όσο μια λιγότερο όμορφη.
– Βάλε μου και χέρι γιατί θαυμάζω το όμορφο. Εγώ δεν είμαι της άποψης ότι ο καλός ο μύλος τα αλέθει όλα. Είναι κακό να έχεις κάποια στάνταρ στη ζωή σου;
– Ποιον κοροϊδεύεις; Εδώ δεν μιλάμε για αρχές. Μιλάμε για τον φόβο σου μήπως απογοητεύσεις τους άλλους. Μήπως απογοητεύσεις τον εαυτό σου. Την εμμονή σου να βαδίζεις αργά και σταθερά επειδή φοβάσαι ότι αν τρέξεις θα πέσεις.
Μου είχε σπάσει τα νεύρα. Πριν ξεστομίσω την επόμενη φράση μου ήρθε στο μυαλό η φράση του Όσκαρ Ουάιλντ ότι καταφεύγουμε στην ηθικολογία απέναντι σε ανθρώπους που δεν μπορούμε να υποφέρουμε.
– Ενώ εσύ κλείνεις τα μάτια και τρέχεις σ’ έναν κόσμο γεμάτο λακκούβες πέτρες κι αγκάθια και μου λες ότι αυτό είναι καλύτερο.
-Δεν ξέρω αν είναι καλύτερο ή χειρότερο σίγουρα όμως είναι πιο ενδιαφέρον.
– Θες να μου πεις ότι δεν έχεις μετανιώσει για πράγματα που έχεις κάνει λάθος επειδή απλά ήθελες να τρέχεις γρήγορα αγνοώντας την ασφάλεια.
Ο Όσκαρ ήταν ακόμα εκεί και μου έλεγε ότι το χτύπημα ήταν κάτω από τη ζώνη.
– Ίσως μερικά πράγματα στη ζωή μου να τα έκανα διαφορετικά αλλά δεν μετανιώνω για τα λάθη μου. Θα ήταν σαν να μετανιώνω για τη ζωή μου την ίδια. Τα λάθη που έκανα είναι η ζωή μου. Τη χόρεψα τη ζωή μου και το φχαριστήθηκα.
– Τώρα είσαι άδικος. Θες να πεις ότι εγώ δεν χόρεψα; Δεν το ευχαριστήθηκα.
Με κοίταξε στα μάτια με ένα χαμόγελο, ίδιο με αυτό που με κοιτούσε ο πατέρας μου όταν με μάθαινε σκάκι, και είχα κάνει τη μοιραία κίνηση που καθόριζε την παρτίδα.
– Φίλε μου, θα συμφωνήσω μαζί σου ότι χόρεψες. Η διαφορά μας ήταν ότι εσύ ακολουθούσες τα βήματα που σου δίδαξαν βλέποντας στον χορό ένα νόημα, ενώ εγώ χοροπηδούσα με τον ρυθμό όπως μου έκανε κέφι. Αν ήταν διαγωνισμός χορού θα έπαιρνες το βραβείο. Εμένα δεν μ’ ενδιέφερε. Τώρα αν το φχαριστήθηκες ή όχι αυτό δεν θα στο πω εγώ. Θα στο πει ο καθρέφτης σου.
Πανάθεμά σε, ρε Χάρη. Ένα ποτό ήρθα να πιούμε μετά από τόσο καιρό και με έκανες ράκος. Πώς μια ατάκα για την τελειομανία κατέληξε σε δική μου ψυχανάλυση, μόνο εσύ θα μπορούσες να το καταφέρεις. Αν ήμουν γκόμενα, αδελφέ μου, θα έκλαιγα στην αγκαλιά σου. Αν δεν ήθελα ήδη να κάνω το παιδί σου.
Δεν είπα τίποτα από αυτά που σκέφτηκα. Κοίταξα προς το μέρος του μπαρ, όπου ο Χάρης έγνεφε προς τα δυο Ρωσόπουλα με τον δείκτη σηκωμένο να φέρουν άλλον έναν γύρο. Σίγουρα κάποιο από τα δυο – αν όχι και τα δυο – θα τον συντρόφευαν τις νύχτες. Άλλη μια σουβλιά ζήλιας.
Δυο σφηνάκια Κουέρβο και δυο μπύρες, όλα παγωμένα, βρέθηκαν μπροστά μας. Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια και το απόσταγμα της αγαύης κύλησε σαν βάλσαμο στον λαιμό ξεπλένοντας την όποια πίκρα είχε αφήσει στο στόμα η προηγούμενη κουβέντα.
Σαν να διάβασε τη σκέψη μου, μου είπε:
– Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βλακεία από το να τα παίρνεις όλα κατάκαρδα.
– Ξέρεις τι χαίρομαι σε σένα…
– Όχι, αλλά είμαι βέβαιος ότι θα το μάθω αμέσως.
– Όταν βρέχει κάποιοι κρατάνε ομπρέλα, κάποιοι βρέχονται, ενώ εσύ βαδίζεις μέσα στη βροχή σαν να το απολαμβάνεις. Προσπαθείς πάντα να κερδίζεις κάτι, ακόμη και όταν χάνεις.
– Φίλε μου, δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόλαυση από το να κερδίζεις μια παρτίδα στην πόκα ενώ κρατάς στα χέρια σου το πιο άσχημο φύλο. Η διαδικασία και η προσπάθεια έχει κάποιες φορές μεγαλύτερη σημασία από το αποτέλεσμα. Το έχει πει και ο Σωκράτης: Στο μυαλό είναι το ταξίδι, στην εξέδρα, το παιχνίδι…
Γέλασα με την επίκληση στον Μάλαμα. Η νύχτα κύλησε πιο ανώδυνα με αναφορές σε παλιούς φίλους που είχαμε χρόνια να δούμε, και σε περιπέτειες από τα εφηβικά μας χρόνια που τώρα μας έκαναν να γελάσουμε με την καρδιά μας. Αλλά αυτά είναι μια άλλη ιστορία…
Φεύγοντας ξημερώματα ένιωθα πιο ανάλαφρος και πιο ευδιάθετος από όταν ήρθα. Τελικά δεν είναι τόσο το φορτίο που σε βαραίνει, είναι ο τρόπος που το κουβαλάς.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
