706
Μια εικόνα από το 2016 που θα μπορούσε να εικονογραφεί το σήμερα. H Φώφη Γεννηματά (και το ΚΙΝ.ΑΛ.) στη σκιά του Ανδρέα Παπανδρέου | Nikos Libertas/SOOC

Το Κίνημα Αλλαγής, το μέτωπο με τη ΝΔ και ο Ανδρέας

Μιχάλης Μιχαήλ Μιχάλης Μιχαήλ 16 Απριλίου 2018, 09:21
Μια εικόνα από το 2016 που θα μπορούσε να εικονογραφεί το σήμερα. H Φώφη Γεννηματά (και το ΚΙΝ.ΑΛ.) στη σκιά του Ανδρέα Παπανδρέου
|Nikos Libertas/SOOC

Το Κίνημα Αλλαγής, το μέτωπο με τη ΝΔ και ο Ανδρέας

Μιχάλης Μιχαήλ Μιχάλης Μιχαήλ 16 Απριλίου 2018, 09:21

Μετά τον ΣΥΡΙΖΑ, τι; Η απάντηση στο κρίσιμο αυτό ερώτημα για το μέλλον της χώρας δεν είναι απλή. Eχει ανάψει τη σχετική συζήτηση και αναδείξει την πλήρη διαφωνία της Φώφης Γεννηματά με τον Βαγγέλη Βενιζέλο που αμφισβητεί ανοικτά, ομοίως με άλλους παράγοντες του χώρου, το εγχείρημα του νέου φορέα. Την εκτίμηση, εξάλλου, αυτή έχουν παράγοντες του Κινήματος Αλλαγής, αποδίδοντας υπονομευτική πρόθεση στον πρώην πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ. Εξ ου και οι εισηγήσεις να λάβει μέτρα εναντίον του η κυρία Γεννηματά η οποία όμως δεν τις ενστερνίζεται.

Η κυρία Γεννηματά απάντησε από το βήμα της πρώτης συνεδρίασης της Κεντρικής Επιτροπής του Κινήματος Αλλαγής (εδώ). Επέμεινε στη γραμμή για εθνική συνεννόηση αφού ηττηθεί στρατηγικά το κυβερνών κόμμα, απορρίπτοντας ως διχαστικά τα περί μετώπων και επιμένοντας στην αυτόνομη προεκλογική πορεία.

Από τη πλευρά του ο κ. Βενιζέλος στη συνέντευξή του, στο «Βήμα της Κυριακής» (εδώ), υποστηρίζει τη δημιουργία μετώπου με τη ΝΔ προεκλογικά ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ, ακολουθώντας τον δικό του δρόμο. Ιδια θέση με τον κ. Βενιζέλο για καμία συζήτηση με τον ΣΥΡΙΖΑ επειδή συκοφαντεί, λοιδωρεί και σπιλώνει τους πολιτικούς του αντιπάλους, εξέφρασε ο Αντώνης Σαμαράς, με το άρθρο του στη «Καθημερινή» το Πάσχα (εδώ).

Μόνο που η άποψη αυτή δεν υπερβαίνει τη διχαστική πρακτική για την οποία δικαίως εγκαλείται το κυβερνών κόμμα, αντιθέτως, θαρρώ, τη συντηρεί. Αρκεί να θυμηθούμε τη στάση του Ανδρέα Παπανδρέου το 1989 και το 1994 η οποία είναι διδακτική για το πώς υπερέβη τον κοινωνικό διχασμό που είχε προκληθεί εξαιτίας της ενοχοποίησης του για το σκάνδαλο Κοσκωτά από την κυβέρνηση ΝΔ και τον τότε Συνασπισμό, που είχαν σχηματίσει την κυβέρνηση Τζανετάκη.

Τον Σεπτέμβριο του 1989, λοιπόν, ο Ανδρέας Παπανδρέου παραπέμπεται στο Ειδικό Δικαστήριο με τη κατηγορία της δωροληψίας. Οχι απλώς κατηγορείται και συκοφαντείται αλλά οι τότε πολιτικοί του αντίπαλοι τον καθίζουν στο σκαμνί του Ειδικού Δικαστηρίου. Κι όμως σαράντα μέρες αργότερα, τον Νοέμβριο, μετά τις δεύτερες εκλογές του 1989, ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ συμφωνεί να μπει στην οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα μαζί με τους κατηγόρους του. Θυμίζω ότι και πάλι ΝΔ και Συνασπισμός με μικρές αυξομειώσεις είχαν κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Ασφαλώς θα μπορούσε να το απορρίψει. Ωστόσο προέκρινε ότι ο κοινωνικός διχασμός που είχε εκδηλωθεί επικίνδυνα, έπρεπε να κλείσει. Επέλεξε να λύσει τους πολιτικούς του λογαριασμούς με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη θεσμικά και κοινοβουλευτικά, με νέες εκλογές και ασκώντας σκληρή αντιπολίτευση μέχρι που έγινε κυβέρνηση το 1993. Οταν μάλιστα το 1994 μπορούσε να παραπέμψει τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη για την υπόθεση της ΑΓΕΤ Ηρακλής δεν το έκανε, διότι προφανώς διαπίστωσε ότι η συντήρηση του κοινωνικού διχασμού θα ήταν καταστροφική για τη χώρα, μολονότι προσωπικά πιθανόν να δικαιωνόταν.

Η επίκληση των ανωτέρων γίνεται γιατί οι πολιτικοί λογαριασμοί με τον κ. Τσίπρα και τη ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να γίνουν αφού υποστεί στρατηγική ήττα στις επόμενες εκλογές, όπως όλοι θεωρούν, παρά την παραφιλολογία ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει για όλους στο Κίνημα Αλλαγής (Φώφη Γεννηματά, ομιλία στη χθεσινή ΚΠΕ: «Δεν θα κουραστώ να επαναλαμβάνω ότι στις ερχόμενες εκλογές προέχει η στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και της καταστροφικής πολιτικής του»).

Τι σημαίνει όμως στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ; «Στρατηγική ήττα σημαίνει να μη μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ και οι συμπλέουσες με αυτόν δυνάμεις να καθορίσουν τις εξελίξεις ως προς τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης, ως προς την οριστική ρύθμιση του εκλογικού συστήματος και ως προς την επόμενη διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας», αναφέρει ο κ. Βενιζέλος στο «Βήμα της Κυριακής». Πρακτικά πώς συντελείται αυτό; Με το να χάσει ψήφους ο ΣΥΡΙΖΑ. Και πού θα πάνε όσοι ακόμη τον στηρίζουν και κατά βάση είναι πασοκογενείς ψηφοφόροι;

Επίσης δεν υπάρχει καμία περίπτωση συνεργασίας του Κινήματος Αλλαγής με τον ΣΥΡΙΖΑ μετεκλογικά γιατί κυβέρνηση χωρίς το πρώτο κόμμα, κατά γενική εκτίμηση τη ΝΔ, δεν γίνεται.

Το πραγματικό, λοιπόν, δίλημμα είναι για την κυρία Γεννηματά αν θα προχωρήσει μετεκλογικά σε στήριξη κυβέρνησης με τη ΝΔ, εφόσον δεν έχει αυτοδυναμία, ή θα αναλάβει τη βαριά ευθύνη να οδηγηθεί η χώρα σε νέες εκλογές με απλή αναλογική μαζί με την αβεβαιότητα και την ακυβερνησία μερικών μηνών. Το Κίνημα Αλλαγής ως εκ τούτου έχει υποχρέωση να παρουσιάσει στον ελληνικό λαό σαφές πολιτικό πρόγραμμα για την επομένη των μνημονίων. Γι αυτό θα το κρίνουν οι πολίτες στην κάλπη και θα δώσουν την εντολή τους με τη πολιτική διάταξη των κομμάτων δυνάμεων που διαμορφώσουν. Αν αγνοηθεί η επιθυμία τους, προφανώς, όσοι το πράξουν, θα υποστούν και τα επίχειρα.