3503
Τζορτζ Μπίζος, ο λευκός μετανάστης από το Βασιλίτσι της Μεσσηνίας, που αφέθηκε να κατακυριευτεί από ατόφιο «μαύρο θυμό». | CreativeProtagon

Ο Τζορτζ Μπίζος, που έφυγε να βρει τον φίλο του Νέλσον Μαντέλα

Λένα Παπαδημητρίου Λένα Παπαδημητρίου 11 Σεπτεμβρίου 2020, 21:10
Τζορτζ Μπίζος, ο λευκός μετανάστης από το Βασιλίτσι της Μεσσηνίας, που αφέθηκε να κατακυριευτεί από ατόφιο «μαύρο θυμό».
|CreativeProtagon

Ο Τζορτζ Μπίζος, που έφυγε να βρει τον φίλο του Νέλσον Μαντέλα

Λένα Παπαδημητρίου Λένα Παπαδημητρίου 11 Σεπτεμβρίου 2020, 21:10

Μιλάμε στο τηλέφωνο τον Ιανουάριο του 2014, σχεδόν ένα μήνα μετά τον θάνατο του Νέλσον Μαντέλα. Η συνέντευξη θα κοσμήσει το εξώφυλλο του τεύχους 692 του «BHMAgazino», ένθετου περιοδικού της εφημερίδας «Το Βήμα της Κυριακής». Τολμώ να ξεκινήσω την κουβέντα με τον 86χρονο τότε Τζορτζ Μπίζος, ρωτώντας τον πώς αισθάνεται για την παράδοξη εκστρατεία «αγιοποίησης» του πρώτου δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου της Νότιας Αφρικής· του υπενθυμίζω μάλιστα ότι ένας παρουσιαστής του BBC έχει φτάσει στο σημείο να παρομοιάσει τον Μαντέλα με τον Ιησού. «Ο ίδιος θα αντιδρούσε σφόδρα σε αυτό» μου απαντά στα άπταιστα αγγλικά του. «Απεχθανόταν να απεικονίζεται ως προφήτης ή άγιος, ως Μωυσής. Το υπενθύμιζε ρητά στα βιβλία και στις ομιλίες του, ότι πάνω από όλα ήταν άνθρωπος. Δεν ήθελε ο κόσμος να αποκαλεί τη Νότια Αφρική “χώρα του Μαντέλα”, αποστρεφόταν όλο αυτό το “one man show”. Γι΄αυτό άλλωστε δεν θέλησε να παραταθεί η προεδρική θητεία του…»

Ο Τζορτζ Μπίζος (Γιώργος Μπίζος), ο έλληνας ομογενής δεν θα γίνει μόνο ο δικηγόρος και ο εξ απορρήτων αλλά και ο επιστήθιος φίλος του «πατέρα της νοτιοαφρικανικής δημοκρατίας» επί 65 συναπτά έτη. Τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονα του Νέλσον Μαντέλα τον αποκαλούν «Θείο Τζορτζ».

Ο Μπίζος γεννιέται (μάλλον) το 1928 στο Βασιλίτσι της Μεσσηνίας (σύμφωνα με έτερη θεωρία το 1927, στην Κατοχή θα καούν τα «πειστήρια» του ληξιαρχείου). Οπως θα γράψει ο ίδιος, το δημοτικό σχολείο στο οποίο ξεκινά να φοιτά τον Σεπτέμβριο του 1935 δεν διαφέρει και πολύ από εκείνο που πηγαίνουν τα παιδιά του Σοβέτο (το διαβόητο «μαύρο» χωριό, στις παρυφές των λευκών αστικών περιοχών του Γιοχάνεσμπουργκ), την εποχή του απαρτχάιντ: ένας μαυροπίνακας, ένα αριθμητήριο, μια πλάκα και ένα κουρελιασμένο αναγνωστικό που περνά από τη μια τάξη στην άλλη, με τους περισσότερους γονείς να μην στέλνουν τα κορίτσια να μάθουν γράμματα. Η ίδια η μητέρα του Αναστασία θα μάθει να βάζει την υπογραφή της σε μεγάλη ηλικία. Τον Μάιο του 1941, ο πατέρας του Αντώνης που είναι και κοινοτάρχης, αποφασίζει να φυγαδεύσει επτά Νεοζηλανδούς που κινδυνεύουν να πέσουν στα χέρια των Ναζί. Μέσα στη βάρκα μπαίνει και ο ίδιος ο Αντώνης Μπίζος, παίρνοντας μαζί και τον γιο του (η μάνα συναινεί φοβούμενη ότι αργά ή γρήγορα θα τής αρπάξουν το παιδί οι Γερμανοί). Φθάνουν την Κρήτη. Εκεί τους περιμαζεύει το βρετανικό πολεμικό «HMS Kimberley». Σαλπάρουν για την Αλεξάνδρεια.

Ο μικρός Γιώργος (μετέπειτα Τζορτζ) δεν θα ξεχάσει ποτέ την 8η Αυγούστου 1941. Ηταν η μέρα που σε ηλικία 13 χρονών φτάνει με το υπερπολυτελές «Ile de France» (γεμάτο προσβεβλημένους από φυματίωση Συμμάχους και Ιταλούς αιχμαλώτους πολέμου) στο νοτιοαφρικάνικο λιμάνι του Ντέρμπαν. Στη Νότια Αφρική, τη χώρα των «βρώμικων» διαμαντιών και της πιο στυγνής φυλετικής «καθαρότητας», είναι που το πεπρωμένο του έλληνα μετανάστη (και αυτός από τα «vuilgoed», δηλ. τα «σκουπίδια» της Ευρώπης», στη ρατσιστικό ιδιόλεκτο των λευκών Αφρικάνερ) συνυφαίνεται με εκείνο του κορυφαίου statesman του 20ού αιώνα Νέλσον Μαντέλα.

Ο Μαντέλα, το επιδιώκουμε και οι δύο, δεν θα αργήσει να μονοπωλήσει την κουβέντα μας. Μου περιγράφει με πάθος την παρθενική τους συνάντηση, το 1948, παρθενική χρονιά και για το απαρτχάιντ.«“Κολλήσαμε” από την πρώτη στιγμή. Υπήρξε αμέσως ένα δεσμός, ο οποίος στη συνέχεια αναπτύχθηκε και δυνάμωσε. Ημασταν και οι δύο φοιτητές της Νομικής (εκείνος σε μεγαλύτερο έτος) στο πανεπιστήμιο Βιτβάτερσραντ του Γιοχάνεσμπουργκ. Ενιωθα περήφανος που ήμουν κομμάτι αυτού του φιλελεύθερου πανεπιστημίου που παρήγαγε μεγάλους δικηγόρους, μηχανικούς, γιατρούς, ανάμεσά τους και ο νομπελίστας μοριακός βιολόγος Σίντνεϊ Μπρένερ. Θυμάμαι πάντα την πρώτη φορά που τον είδα. Ηταν ομιλητής σε μία από τις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας. Ηταν ψηλός, ευθυτενής, γοητευτικός, με μια απαράμιλλη ευγλωττία, σίγουρος για τον εαυτό του. Και βέβαια ο πιο κομψά ντυμένος φοιτητής, ειλικρινά δεν ξέρω πού τα έβρισκε τα λεφτά!»

«Ο Μαντέλα ήταν ακόμη τότε ένας παθιασμένος αφρικανιστής που διακήρυττε ότι οι μαύροι έπρεπε να παλέψουν μόνοι τους» συνεχίζει. «Είχε ήδη αρχίσει να ξεχωρίζει στους κόλπους της νεολαίας του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου (ANC). Ανέλαβε μάλιστα επικεφαλής των εθελοντών της εκστρατείας της Πολιτικής Ανυπακοής, της “καταπάτησης” δηλαδή των ψευδονόμων του απαρτχάιντ. Μου έκανε τόση εντύπωση η ομιλία του, που πήγα και του μίλησα. Με ρώτησα από πού ήμουν, τού μίλησα για την Ελλάδα, τού εξήγησα ποιες ήταν οι δικές μου θέσεις. Είχα και εγώ τα δικά μου βιώματα που με είχαν ριζοσπαστικοποιήσει. Ταυτιζόμουν με τον “μαύρο θυμό”».

Ο Νέλσον Μαντέλα και ο Τζορτζ Μπίζος γνωρίστηκαν όταν ήταν φοιτητές της Νομικής στο πανεπιστήμιο Βιτβάτερσραντ του Γιοχάνεσμπουργκ και «κόλλησαν από την πρώτη στιγμή» (Reuters/Siphiwe Sibeko)

Τον ρωτώ πώς είναι να σπουδάζεις νομικά σε μια εποχή και σε ένα κομμάτι του πλανήτη που ο νόμος είναι αποκλειστικό εργαλείο καταπίεσης και φυλετικού διαχωρισμού. Σημειωτέον ότι όταν ξεκίνησε να φοιτά, στη Νομική Σχολή ήταν γραμμένοι λιγότεροι από εκατό φοιτητές, εκ των οποίων μόλις οκτώ μαύροι. Οι πανεπιστημιακές αρχές υπέθαλπαν δε απροκάλυπτα την φυλετική ανισότητα πχ στο ετήσιο δείπνο της σχολής στο ξενοδοχείο «Ambassador», οι μαύροι φοιτητές δεν επιτρεπόταν ούτε να παρακολουθήσουν τους λόγους που εκφωνούνταν, ούτε βέβαια να καταναλώσουν… αλκοολούχα ποτά! «Η νομοθεσία του απαρτχάιντ είχε εισβάλει παντού» μου λέει εμφατικά. «Δεν επιτρεπόταν ούτε ο κοινωνικός συγχρωτισμός των φυλών. Με τον Νέλσον ήμασταν φοιτητές στο ίδιο πανεπιστήμιο και δεν μπορούσαμε να κάνουμε μαζί τα πιο απλά πράγματα πχ να πιούμε μαζί καφέ στην καφετέρια ή να επιβιβαστούμε στο ίδιο τραμ ή λεωφορείο. Δεν μου επιτρεπόταν να τον επισκεφθώ χωρίς ειδική άδεια στο σπίτι του στο Σοβέτο και αν τον έπιαναν να μπαίνει στο κτίριο που εγώ έμενα, θα μου έκαναν έξωση».

« Οταν διασταυρώθηκαμε πλέον ως δικηγόροι στους διαδρόμους των δικαστηρίων, ξέραμε καλά ότι η φιλία μας είχε δυναμώσει περισσότερο χάρη σε εκείνα που μας χώριζαν» συνεχίζει την μυθιστορηματική αφήγησή του. Η ίδια η Δικαιοσύνη προέβαινε στις πιο κατάφωρες αδικίες. Οπως στην υπόθεση του δημόσιου υπαλλήλλου Ελιοτ Σετσάμπα που εκδικάστηκε στο δικαστήριο του Κέμπτον Παρκ στις 11 Νοεμβρίου 1955.

«Στη δίκη, όπου ο Νέλσον είχε αναλάβει την υπεράσπιση του μαύρου πελάτη, ο λευκός δικαστής τού φέρθηκε με περιφρόνηση. Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι ένας kaffir (σ.σ. ρατσιστικός όρος των Αφρικάνερ για τους μαύρους) είχε άδεια δικηγόρου. Στην αρχή, παριστάνοντας ότι δεν τον αναγνωρίζει (παρότι ο Μαντέλα ήταν ήδη πολύ γνωστός στον νομικό κόσμο) διέκοψε την δίκη ζητώντας του να φέρει την εξουσιοδότησή του προς παράσταση (σ.σ. να αποδείξει δηλαδή ότι είναι αναγνωρισμένος δικηγόρος). Ο δικαστής το “τράβηξε” ακόμα περισσότερο όταν, αγνοώντας τον Μαντέλα, απευθύνθηκε στον πελάτη του για να τον ενημερώσει ότι ο δικηγόρος του δήθεν αποσύρθηκε από την υπόθεση και αν ήθελε να επιλέξει κάποιον άλλο. Οταν ο Μαντέλα διαμαρτυρήθηκε, απείλησε ότι θα βάλει να τον συλλάβουν για προσβολή του δικαστηρίου».

Ο πράος Μαντέλα είχε γίνει θηρίο ανήμερο.«Ο Νέλσον ήρθε και με βρήκε στο γραφείο μου» συνεχίζει ο επιφανής νομικός. «Πρώτη φορά τον έβλεπα οργισμένο. Τού είπα: “Εχω μια καλή ιδέα. Μπορεί με όλο αυτό να έχουμε στα χέρια μας μια πολύ καλή υπόθεση”. Πρότεινα ο πελάτης του Νέλσον να υποβάλει γραπτό αίτημα ότι δεν ήθελε να τον υπερασπισθεί κανείς άλλος, εκτός από τον κύριο Μαντέλα και ότι η συμπεριφορά του δικαστή ήταν ρατσιστική. Θεώρησα δε ότι θα ήταν καλύτερα ο πελάτης να υποβάλει το αίτημα στο Ανώτατο Δικαστήριο, ζητώντας να εξαιρεθεί ο δικαστής που αρνούνταν να επιτρέψει την υπεράσπιση σε μαύρο δικηγόρο. Ηταν η πρώτη κοινή μας υπόθεση. Ο δικαστής βέβαια ηττήθηκε, γιατί μέσα στο δικαστικό σώμα υπήρχαν αρκετοί που δεν ασπάζονταν τα δόγματα του απαρτχάιντ. Ηταν η πρώτη μας επιτυχία».

Μήπως όμως δεν ήταν μόνο το σκούρο δέρμα που «ερέθιζε» το καθεστώς του απαρτχάιντ; Μήπως και ο ίδιος, ένας λευκός μετανάστης, ιδρυτικό µέλος του Εθνικού Συµβουλίου Νοµικών για τα Ανθρώπινα Δικαιώµατα στη Νότια Αφρική, δεν καθόταν στον σβέρκο των Αφρικάνερ (σ.σ οι λευκοί της Νότιας Αφρικής, απόγονοι των ολλανδών αποίκων). «Ασφαλώς!» έρχεται η απάντηση. «Οχι, όμως ότι ήμουν ο μοναδικός λευκός που συστρατεύτηκε με το μαύρο κίνημα. Εγώ βέβαια μπήκα από νωρίς στο ‘μάτι” των Αφρικάνερ. Ερωτηθείς στο κοινοβούλιο “Τι είναι όλες αυτές οι πορείες διαμαρτυρίας στο πανεπιστήμιο;”, ο πρωθυπουργός της τότε κυβέρνησης Ντάνιελ Φρανσουά Μαλάν δήλωσε ότι δεν ήταν παρά μια “χούφτα αριστεριστών” που αργά ή γρήγορα θα συμμορφώνονταν. Λίγες μέρες αργότερα, σε μια εκδήλωση διαμαρτυρίας εγώ, με την αφέλεια και το πάθος της νεότητάς μου, σηκώθηκα και φώναξα : “Αν το να διεκδικώ ίση μεταχείριση για τους μαύρους με καθιστά ‘αριστεριστή”, είμαι περήφανος γι΄αυτό. Την επόμενη μέρα ο τίτλος στην μεγαλύτερη κυβερνητική εφημερίδα ήταν: “Αριστεριστής και περήφανος γι΄αυτό”. Από τότε φαντάζομαι μου άνοιξαν τον “φάκελό” μου, ο οποίος βέβαια και εμπλουτίστηκε ποικιλοτρόπως τα επόμενα χρόνια! Σημειωτέον ότι ο επικεφαλής της ελληνικής κοινότητας είχε πει στον πατέρα μου (που δούλευε εργάτης σε εργοστάσιο πυρομαχικών στην Πρετόρια) να με “συμμαζέψει”.

“Και εσύ τι τούς είπες πατέρα;” Οτι είσαι 20 χρονών και δεν είναι δουλειά μου να σου πω πώς να φέρεσαι».

Του ζητώ να μου πει για εκείνες τις «τρεις λέξεις» στην Δίκη του Αιώνα (Ριβόνια 1963-64), στη διάρκεια της οποίας πολλά επιφανή μέλη του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου (ANC), μεταξύ των οποίων ο Νέλσον Μαντέλα, καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη. Αυτές τις τρεις λέξεις που έσωσαν τον Μαντέλα από τη θανατική καταδίκη και άλλαξαν τον ρου της νοτιοαφρικανικής ιστορίας. «Ηταν η καταληκτική παράγραφος του περίφημου τετράωρου λόγου του Μαντέλα: “Εχω λατρέψει το ιδανικό μιας δημοκρατικής και ελεύθερης κοινωνίας στην οποία όλοι οι άνθρωποι θα συνυπάρχουν αρμονικά και με ίσες ευκαιρίες. Είναι ένα ιδανικό για το οποίο ελπίζω να ζήσω και να το υλοποιήσω. Μα αν χρειαστεί είναι ένα ιδανικό για το οποίο είμαι έτοιμος να δώσω και τη ζωή μου”. Τον προειδοποίησα: “Αν πεις ότι είσαι διατεθειμένος να πεθάνεις, θα σε κατηγορήσουν ότι ζητάς να γίνεις μάρτυρας”. Τού μίλησα για τον Σωκράτη και τη δίκη του. Τού έκανα και πλάκα: “Ο Σωκράτης καταδικάστηκε σε θάνατο γιατί δεν διέθετε καλό δικηγόρο!”. Καταλήξαμε σε έναν συμβιβασμό. Να προστεθούν οι λέξεις “if needs be” (εν ανάγκη)».

Φοβηθήκατε ότι μπορεί να μην άλλαζε γνώμη; «Οχι, τέτοιες στιγμές ο φόβος κάθεται στα πίσω καθίσματα» μου απαντά. «Δεν ήταν όμως μόνο αυτές λέξεις που τον έσωσαν από τον θάνατο» τονίζει. «Πιστέψτε με, μου έχουν απονείμει περισσότερα εύσημα από όσα πραγματικά άξιζα. Συνέβαλαν και άλλοι λόγοι. Ο ένας ήταν η κατακραυγή προς το καθεστώς από την παγκόσμια κοινή γνώμη, ο φόβος για κοινωνικές αναταραχές στις ΗΠΑ, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γαλλία και άλλες χώρες… Ο άλλος λόγος ήταν η συμβολή του παγκοσμίου φήμης νοτιοαφρικανού συγγραφέα και ηγέτη του Φιλελελεύθερου Κόμματος Αλαν Πέιτον. “Γνωρίζω ποιοι είναι ο Νέλσον Μαντέλα, ο Γουόλτερ Σισούλου, ο Γκόβαν Μπέκι” είχε πει στο δικαστήριο. “Είναι οι νόμιμοι ηγέτες των καταδυναστευμένου λαού της Νότιας Αφρικής. Καταδικάστε τους σήμερα σε θάνατο και όταν έρθει η μέρα που εμείς οι λευκοί θα θελήσουμε να διαπραγματευτούμε με τον μαύρο λαό της Νότιας Αφρικής, δεν θα υπάρχει κανείς να συνομιλήσει μαζί μας και θα οδηγηθούμε σε ένα λουτρό αίματος”».

Ο Τζορτζ Μπίζος δεν θα πολεμήσει από τα έδρανα μόνο για τον Μαντέλα και άλλα ηγετικά στελέχη του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου. «Για επτά περίπου χρόνια εκπροσώπησα στο δικαστήριο πολλές οικογένειες που έχασαν τους δικούς τους ανθρώπους στα χέρια του καθεστώτος του απαρτχάιντ».

Ανάμεσα τους θα είναι εκείνη του ηγέτη του Νοτιοαφρικανικού Κομμουνιστικού Κόμματος Κρις Χάνι (δολοφονήθηκε το 1993) και του μάρτυρα του κινήματος της «Μαύρης Συνείδησης» Στίβ Μπίκο που διακήρυττε «Black is Beauty» (ο Μπίκο θα αφήσει, ως γνωστόν, την τελευταία του πνοή στις 12 Σεπτεμβρίου 1977 «υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες», στην «αγκαλιά» της αστυνομίας της Πρετόρια).. Οπως θα γράψει ο ίδιος ο Μπíζος στο εισαγωγικό σημείωμά του πρώτου μέρους της αυτοβιογραφίας του «Οδύσσεια προς την Ελευθερία 1928-1964» (εκδόσεις Καστανιώτη): «Οταν ο δικαστής των δολοφόνων του Στιβ Μπίκο είπε ότι κανείς δεν φταίει για το θάνατό του, η δακρυσμένη χήρα του, Ντοντσικελέλο, αναφώνησε: “Tι; Κανείς δεν φταίει;”». Αυτό το «Κανείς δεν φταίει;» ήθελε ο Μπίζος να γίνει ο τίτλος σε έναν βιβλίο του για όλες εκείνες τις «αιματηρές» πολιτικές δίκες, που όμως τελικά δεν γράφτηκε.

Ο έξω από τα δικαστήρια το 1960

Πολλοί θα κατηγορήσουν τον Μαντέλα ότι με την προσήλωσή του στην αναίμακτη «πολιτική ανυπακοή» και τη συμφιλίωση άφησε ατιμώρητα πολλά εγκλήματα. «Εν μέρει έχουν δίκιο…. Κάποιοι ζητούσαν δίκες της Νυρεμβέργης. Με τον Μαντέλα είχαμε κάνει εκτενείς πολιτικές συζητήσεις, παραθέτοντας μάλιστα διάφορα ιστορικά παραδείγματα. Και εκείνος, παρά την αφροκεντρικότητα της νεότητάς του, τάχθηκε εναντίον των αιματηρών επαναστάσεων. Ακόμα και αυτή η Γαλλική Επανάσταση οδήγησε τελικά σε μια επιδρομή τρόμου και σε έναν μεγαλομανή που ήθελε να κατακτήσει τον κόσμο. Μιλήσαμε ακόμα και για τον ελληνικό Εμφύλιο, για το πώς ήταν δυνατόν να αποφευχθεί όλο αυτό το αιματοκύλισμα. Καταλήξαμε ότι ο φανατισμός δεν λύνει τα προβλήματα».

Tην ίδια την Γουίνι Μαντέλα (πέθανε το 2018) ο Τζορτζ Μπίζος θα την υπερασπιστεί στο δικαστήριο ουκ ολίγες φορές.«Η αλήθεια είναι ότι η προσωπική ζωή του μεγάλου νοτιοαφρικανού ηγέτη, βρισκόταν σε μια μόνιμη αναταραχή και ότι και ο ίδιος το έφερε βαρέως.«Ακόμα και σήμερα, τα παιδιά του, από διαφορετικές μητέρες, αδυνατούν να έρθουν σε συμφωνία. Την πρώτη φορά πήρε διαζύγιο γιατί η γυναίκα του έγινε Μάρτυρας του Ιεχωβά και απαιτούσε από τον Νέλσον να εγκαταλείψει την πολιτική. Με την γοητευτική, βαθιά πολιτικοποιημένη Γουίνι (σ.σ. δεύτερη σύζυγος του Μαντέλα) ήταν ένας μεγάλο love story, με άδοξο όμως τέλος, η ίδια κατέληξε μια τραγική φιγούρα. Θυμάμαι που λίγο μετά το γάμο τους, είχα αναλάβει την υπεράσπισή της. Κατηγορείτο τότε για επίθεση εναντίον αστυνομικού».

Ο ίδιος ο Μπίζος θα «πληρώσει» επανειλημμένως τη φιλία του με τον Μαντέλα και τον αγώνα του κατά του απαρτχάιντ: μέχρι το 1972 του αρνούνται τη νοτιοαφρικανική υπηκοότητα ενώ για 30 χρόνια δεν μπορεί να έρθει στην Ελλάδα. «Οταν ήσουν εναντίον τους, σε έχριζαν αυτομάτως “κομμουνιστή”, “συνοδοιπόρο,” τρομοκράτη”. Μου αρνούνταν την υπηκοότητα, αλλά δεν μπορούσαν να με διώξουν, γιατί ήμουν πλέον αρκετά γνωστός σε πολιτικούς και κοινωνικούς κύκλους» εξηγεί. «Και αν και μπορούσα να φροντίσω να βγάλω ελληνικό διαβατήριο, φοβόμουν ότι δεν θα με άφηναν να γυρίσω στην Νότια Αφρική… Και ας μου έλειπε τόσο η Ελλάδα και το χωριό μου, εκεί πάνω στο ακρωτήρι Ακρίτα… Βλέπετε, όπως συνηθίζω να λέω, εγώ έχω δύο Ιθάκες».

Ουκ ολίγες φορές το καθεστώς θα του δείξει τα δόντια του. «Δεν είχαν λείψει ούτε οι απειλές κατά της ζωής μου. Οταν ανέλαβα συνήγορος της οικογένειας του αρχηγού του Κομμουνιστικού Κόμματος Κρις Χάνι, ο τότε πρωθυπουργός Τζον Φόρστερ μου είχε στείλει μήνυμα με “αγγελιοφόρο” τον δικηγόρο του: “Να πεις στον Τζορτζ ότι είναι λίγα τα ψωμιά του”. Ο δικηγόρος, ένας καλός άνθρωπος, δίσταζε στην αρχή να μου το πει. “Σκεφτόμουν να μην στο πω’¨, μου εξομολογήθηκε αργότερα, “αλλά αν δεν το έκανα και κάτι γινόταν, δεν θα μπορούσα να συγχωρήσω τον εαυτό μου”». Πώς αντέδρασε ο Μπίζος; «Εγώ δεν το είπα ούτε στην Αρετή, τη γυναίκα μου. Μόνο στον αδελφό μου, τον Σταύρο. Του ζήτησα αν συμβεί κάτι να προσέξει την οικογένειά μου, είχα ήδη αποκτήσει τους τρεις μου γιους. Οποιοσδήποτε άλλος στη θέση του Σταύρου θα μου έλεγε:: “Τι πας και μπλέκεις σε πολιτικές δίκες;”. Εκείνος όμως με στήριξε». «Τελικά βρέθηκε ένας φιλελεύθερος δικαστής που έπεισε το νοτιοαφρικανό πρωθυπουργό ότι η στάση αυτή απέναντί μου, δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της κυβέρνησης». Μόλις πήρε στα χέρια το διαβατήριο, γύρισε στην Ελλάδα και έκτοτε τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο πήγαινε για το «προσκύνημά» του στη Μεσσηνία.

«Αυτό που τον κρατούσε ζωντανό ήταν η πίστη στον εαυτό του. Ηταν αφοσιωμένος στην αποστολή» του λέει ο Τζορτζ Μπίζος για τον Μαντέλα

Προσπαθώ να του αποσπάσω κάτι από την φιλοσοφία επιβίωσης του Μαντέλα στη φυλακή. Πώς κατάφερε να βγει όχι απλά αλώβητος αλλά αναγεννημένος μετά από 27 ολόκληρα χρόνια εγκλεισμού (1963-1990); «Τον επισκεπτόμουν τακτικά όλα αυτά τα χρόνια. Ηταν σαν να έκτιζε μια εσωτερική δύναμη που θα ακόνιζε ακόμα περισσότερο την πολιτική του κρίση και θα τον κρατούσε ζωντανό. Το διαπίστωσα στην πρώτη μου επίσκεψη τον Αύγουστο του 1964 στη “Μακρόνησο” της Νότιας Αφρικής, το Νησί Ρόμπεν. Με ειδοποίησαν να είμαι έτοιμος να πάρω το καράβι λίγο πριν από τις 7 το πρωί. Ημουν ο μοναδικός επιβάτης. Η ομίχλη με εμπόδιζε να δω απέναντι. Καθώς πλησιάζαμε, διέκρινα χιλιάδες πιγκουίνους να σκαρφαλώνουν στους βράχους, αλλά καμιά φώκια (σ.σ. το όνομα «Ρόμπεν» που είχαν δώσει στο νησί οι πρώτοι ολλανδοί άποικοι προερχόταν από τα χαριτωμένα θηλαστικά)».

« Στο λιμάνι με άφησαν να περιμένω σε ένα θαλαμίσκο κοντά στην προκυμαία» ξαναπιάνει το νήμα της αφήγησης. «Προετοιμαζόμουν νοερά για τη συνάντηση. Σε λίγο εμφανίστηκε ένα ανοιχτό bakkie. Εξι φύλακες κάθονταν στην καρότσα και δύο μέσα στο αμάξωμα. Σταμάτησε λίγο πιο πέρα από την είσοδο του θαλαμίσκου όπου στεκόμουν. Οι φύλακες πετάχτηκαν έξω και σχημάτισαν ένα τετράγωνο μέσα στο οποίο διέταξαν τον Νέλσον να πηδήξει. Τότε τον είδα. Φορούσε ένα χιτώνιο, χακί σορτς και σανδάλια από ακατέργαστο δέρμα, χωρίς κάλτσες»

«Δεν ξέρω αν έχετε πείρα από κρατούμενους» ακούγεται κάπως πανηγυρική η φωνή του μέσα από το ακουστικό. «Συνήθως περπατούν με το κεφάλι σκυφτό. Ο Νέλσον όμως, με το κεφάλι ψηλά, το βλέμμα ίσια μπροστά, όχι απλά δεν ακολουθούσε τον ταυτόχρονο βηματισμό των φρουρών αλλά ήταν εκείνος που έδινε το ρυθμό! Χωρίς περιφρόνηση ή τίποτα τέτοιο. Ηταν απλά ο εαυτός του. Ο λευκός δικαστής, που σας προανέφερα, είχε μεταξύ άλλων ισχυριστεί ότι ο Μαντέλα είχε εισέλθει στην αίθουσα του δικαστηρίου με τέτοιο αέρα αλαζονείας που δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν απλά ένας δικηγόρος! Πέρασα ανάμεσα από τους δύο μπροστινούς φρουρούς. Αγκαλιαστήκαμε. Με ρώτησε πώς είναι η οικογένειά του αλλά και και για τους δικούς μου. Κατόπιν με ρώτησε με τρόπο αν ο “διάδοχός” του, ο Μπραμ Φίσερ ήταν ελεύθερος. Του έγνεψα “ναι”. Και μετά τον άκουσα να μου λέει: “Τζορτζ, δεν βρίσκομαι πολύ καιρό σε αυτό εδώ το κελί, αλλά φαίνεται ότι ξέχασα τους τρόπους μου. Παρέλειψα να σου συστήσω την τιμητική φρουρά μου”. Εδωσα τον χέρι μου σε έναν έναν τους φύλακες. Αυτός ήταν πάντα. Δεν έχανε τον έλεγχο».

Δεν είδε δηλαδή δει ποτέ τον «Μαντίμπα» να λυγίζει όλα αυτά τα χρόνια; «Ποτέ, ούτε στις πιο ιδιωτικές του στιγμές» έρχεται χειμαρρώδης η απάντηση. «Αυτό που τον κρατούσε ζωντανό ήταν η πίστη στον εαυτό του. Ηταν αφοσιωμένος στην αποστολή του. Ηταν εκείνος που έδινε ελπίδα σε όλους τους άλλους ότι δεν θα εξαντλήσουν την ποινή τους. Δεν ενέκρινε την εκστρατεία της Γουίνι: “Ελευθερώστε τον Μαντέλα”. Εκείνος έλεγε: “Eλευθερώστε όλους τους πολιτικούς κρατουμένους”. Πίστευε ότι μπορούμε να εκπαιδεύσουμε ακόμα και τους εχθρούς μας, ακόμα και τους φρουρούς του στο Ρόμπεν».

Προς επίρρωσιν αυτού συμπληρώνει: «Σε μια παράσταση της “Αντιγόνης” του Ζαν Ανουίγ που ανέβασαν οι φυλακισμένοι της Πτέρυγας Β, ο Νέλσον Μαντέλα υποδύθηκε κάτω από τη μύτη του καθεστώτος τον Κρέοντα, ο οποίος καταχράται την εξουσία και οδηγείται στον όλεθρο. Εμαθε Αφρικάανς μέσα στη φυλακή, διότι θεωρούσε χρέος του να καθησυχάσει τους Αφρικάνερ ότι δεν είχαν τίποτε να φοβηθούν, ότι και εκείνοι θα ήταν κομμάτι της ελεύθερης Νότιας Αφρικής».

Ο Μπίζος στην 16η ετήσια διάλεξη για τον Νέλσον Μαντέλα, την οποία παρέδωσε ο Μπαράκ Ομπάμα το 2018 στο Γιοχάνεσμπουργκ (REUTERS/Siphiwe Sibeko)

Και ενώ η συζήτησή μας φτάνει στο τέλος της τον ρωτώ αν η δεύτερη πατρίδα του, κατάφερε τελικά να σταθεί στο ύψος του οράματος που δημιούργησε γι΄αυτήν ο Νέλσον Μαντέλα. Το 2014 που γίνεται αυτή η κουβέντα, τα ρεπορτάζ μιλούν ξανά για διαφθορά και φυλετική βία. «Οχι δεν το κατάφερε» απαντά χωρίς περιστροφές. «Είναι πολύ δύσκολο να οικοδομηθεί μέσα σε 30 χρόνια η κοινωνία ισότητας που οραματιζόταν ο Μαντέλα και οι υποστηρικτές του. Η Νότια Αφρική παραμένει μια διαιρεμένη χώρα.Το χάσμα μεταξύ των εκατοντάδων χιλιάδων πλουσίων και των εκατομμυρίων φτωχών εξακολουθεί να υφίσταται. Το ίδιο και η διαφθορά. Από την άλλη πλευρά έχουμε ένα από τα πιο προοοδευτικά συντάγματα του κόσμου (εγώ ο ίδιος ήμουν στην επιτροπή που το συνέταξε), αν και και χρειάζεται χρόνος».

Ο ίδιος, βετεράνος πλέον στην προάσπιση υποθέσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχει την εποχή αυτή που μιλάμε αναλάβει να εκπροσωπήσει τις οικογένειες των θυμάτων της διαβόητης υπόθεσης Μαρικάνα (τον Αύγουστο του 2012 βρήκαν τον θάνατο από πυρά αστυνομικών δεκάδες απεργοί στο ομώνυμο μεταλλείο πλατίνας). Δεν είναι αλήθεια ότι υπάρχει ακόμα σε αυτή τη χώρα ένα τεράστιο κύμα βίας; «Φυσικά και υπάρχει. Η διαφορά όμως είναι ότι σήμερα δεν “κουκουλώνεται”, οι ένοχοι δεν έχουν καμία ελπίδα να γλιτώσουν. Τούς οδηγούμε όλους στο δικαστήριο, σε όποια βαθμίδα και αν ανήκουν, και τους “κάνουμε σμπαράλια”. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η υπόθεση που έχω αναλάβει με κρατάει μακριά από την Ελλάδα! Κανονικά έρχομαι δύο φορές τον χρόνο. Το 2002 είχαμε έρθει στην Αθήνα μαζί με τον Νέλσον. Θυμάμαι είχα ανέβει στη σουίτα του να στείλουμε ένα φαξ στη Νότια Αφρική. Πήγα και άνοιξα τις κουρτίνες. Φάνηκε ο Παρθενώνας. Ο Μαντέλα τον κοίταξε για τουλάχιστον δύο λεπτά. “Τζορτζ” μου είπε. “Είσαι βέβαιος ότι δεν έχω αντικρίσει ξανά αυτό το θαύμα;” Ηταν σα να τον “κουβαλούσε” χρόνια μέσα του».

Την Ελλάδα δεν έπαψε ποτέ να την κουβαλάει και ο ίδιος ο Μπίζος μέχρι το τέλος. Εξ ου και ήταν ο εμπνευστής της ελληνο-νοτιοαφρικανικής Σχολής SAHETI στο Γιοχάνεσμπουργκ, μνημείο προσφοράς στον Ελληνισμό της Διασποράς, ενώ κατέρριπτε νομικώς τα επιχειρήματα του Βρετανικού Μουσείου για τα «κλοπιμαία» του Ελγιν. To χειρότερο, έλεγε, για τον ίδιο θα ήταν ένας ποδοσφαιρικός αγώνας ανάμεσα στις δύο Ιθάκες του.

Ο «αετός των δικαστηρίων», όπως τον αποκάλεσε ο νυν πρόεδος της Νότιας Αφρικής, πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου 2020, σε ηλικία 92 ετών. Δεν έφυγε μόνο σαν δικηγόρος και φίλος του Μαντέλα. Αφησε το δικό του στίγμα στη σύγχρονη Ιστορία και στο συνταγματικό δίκαιο της πολύπαθης αφρικανικής χώρας. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι αφέθηκε να κατακυριευτεί, αυτός ο λευκός μετανάστης από το Βασιλίτσι της Μεσσηνίας, από ατόφιο «μαύρο θυμό».

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...