766
|

Πατριωτισμός πολλών Ρίχτερ ή τι κάνεις όταν σου λείπει αυτοπεποίθηση

protagon.import 13 Δεκεμβρίου 2015, 10:18

Πατριωτισμός πολλών Ρίχτερ ή τι κάνεις όταν σου λείπει αυτοπεποίθηση

protagon.import 13 Δεκεμβρίου 2015, 10:18

ἐν παντὶ μεριμνῶντι ἔνεστι περισσόν, ὁ δὲ ἡδὺς καὶ ἀνάλγητος ἐν ἐνδείᾳ ἔσται
Παροιμίες Σολομώντα, 14:23

Ο αετός δεν τρώει μύγες
Λατινικό ρητό

Αυτές τις μέρες επανήλθε στην επικαιρότητα η δίωξη που υφίσταται ο Γερμανός καθηγητής ιστορίας Ρίχτερ στο όμορφο Ρέθυμνο. Το αμάρτημά του ότι ασχολήθηκε υπερβολικά πολύ με την Ελλάδα (έχει επιμεληθεί 67 τόμους ελληνικής ιστορίας/αρχαιολογίας!), αλλά μια φορά, σε κάποια εδάφια, δεν σεβάστηκε επαρκώς τους ελληνικούς εθνικούς μύθους (ίσως επειδή έρχεται από χώρα που οι εθνικοί μύθοι οδήγησαν στην υπέρτατη καταστροφή). Ισως, λέει, στη Μάχη της Κρήτης, οι αμυνόμενοι να ήταν πολύ άγριοι (κάτι για το οποίο οι ίδιοι καυχιόντουσαν), ίσως δεν τήρησαν όλους τους κανόνες, ίσως έκαναν και εγκλήματα. Τόλμησε ο καθηγητής να αναστρέψει αιώνες λαϊκιστικής παράδοσης, κατά την οποία η πνευματική και πολιτική ηγεσία του τόπου διατρανώνουν τυφλά το αλάνθαστο του ελληνικού λαού (μα είναι δυνατόν, 3000 χρόνια εμπλεκόμαστε σε πολέμους, πάντα δίκιο είχαμε, πάντα φερόμασταν σωστά και δίκαια;)!

Σε υποθέσεις όπως του καθηγητή Ρίχτερ, αν είχαμε βρει μια κανονικότητα ως χώρα, δεν θα χρειαζόντουσαν πολλά λόγια: είναι θέμα ελευθερίας έκφρασης (εκ των ων ουκ άνευ για να λειτουργήσει καλά μια Δημοκρατία, κάτι που λίγοι κατανοούν πια στη γενέτειρά της) και προστασίας της επιστημονικής έρευνας από έξωθεν πιέσεις. Τα επιστημονικά έργα δεν κρίνονται στα δικαστήρια, αλλά από την επιστημονική κοινότητα μέσω της συνεχούς αξιολόγησης και αντιπαράθεσης απόψεων (peer review). Κι όμως, βλέπουμε δυσανάλογη, αλλοπρόσαλλη αντίδραση πολλών Ελλήνων στο θέμα. Εδώ έχουμε ένα πιο θεμελιώδες πρόβλημα, όταν θίγεται ο (εθνικός) εγωισμός μας χάνεται εντελώς η λογική και αρχίζει η υστερία, γαβγίζουμε αντί να συζητάμε.

Λένε ότι σκύλος που γαβγίζει, δεν δαγκώνει. Δεν ξέρω αν ισχύει στον κόσμο των κατοικίδιων ζώων, αλλά στον κόσμο των Ελλήνων homo sapiens δεν είναι τυχαίο ότι έχουμε ειδικό όρο για την θρασυδειλία, την ιδέα δηλαδή ότι ο πιο φωνακλάς και θρασύς είναι τελικά και ο πιο δειλός. Στην πολιτική σκηνή και τον δημόσιο διάλογο, οι υπερβολές, οι κραυγές και η διάρρηξη των ιματίων σπανίως συνοδεύονται από ουσία, συχνότατα καταλήγουν στο τίποτα ή χειρότερα στην καταστροφή. Σχεδόν κάθε καλό που ήρθε σε αυτή την χώρα, χωρίς υπερβολή νομίζω, ήρθε από την ήρεμη δύναμη, από αυτούς που δεν χρειάζεται να γαβγίζουν για να τους πάρεις σοβαρά, που ψύχραιμα και αθόρυβα εργάζονται για να χτίσουν το μέλλον. Κι όμως ως λαός εμπιστευόμαστε και ακολουθούμε αυτούς που γαβγίζουν. Ειδικά όταν θίγεται ο εθνικός μας εγωισμός, το να μην ουρλιάζεις υστερικά κατά όλων των «ξένων» θεωρείται «εθνική μειοδοσία». Ουαί και αλίμονο μάλιστα αν είσαι ο ίδιος ξένος ή διατηρείς φιλικές σχέσεις με δαύτους.

Οι μονοπωλούντες τον πατριωτισμό υπερδιαπραγματευτές υποσχόντουσαν λίγο πολύ (αποκαλύπτοντας απύθμενα προσωπικά συμπλέγματα) να φέρουν τους ισχυρότερους της ηπείρου γονατιστούς στην πλατεία Συντάγματος. Εφεραν οικονομική καταστροφή και εθνικό εξευτελισμό. Δεν χρειάζεται να αναφέρομαι στην συγκυβέρνηση του 2015, τα ίδια είχαμε το 1897, τα ίδια είχαμε και στην Μικρασιατική καταστροφή (μα πόσο ανεπίδεκτοι μαθήσεως είμαστε ως λαός;).

Αυτός που δουλεύει δεν χρειάζεται να υπόσχεται πολλά, απλά πράττει και βλέπουμε κατευθείαν τα αποτελέσματα. Τις λίγες φορές που η Ελλάδα κατάφερνε να εμπνέει σεβασμό στη γειτονιά της και την Ευρώπη, είναι επειδή ήσυχα και αγόγγυστα δούλευε σκληρά για να φτιάξει τα του οίκου της. Το ελληνικό οικονομικό θαύμα του 1950-1967 δεν ήρθε επειδή ζητιανεύαμε λεφτά από ξένους, ούτε επειδή απαιτήσαμε πολεμικές αποζημιώσεις, αλλά επειδή κάναμε σκληρά και μεθοδικά τη δουλειά μας. Ρωτήστε λίγο τους παπούδες σας αν γκρίνιαζαν στις καφετέριες (πού;) απαιτώντας (από ποιον;) αρωγή, ως κακόμοιρη γενιά των 700 δραχμών.

Τελικά, η συμπεριφορά μας σε υποθέσεις «εθνικής προσβολής» αποκαλύπτει αλλά και καθορίζει (διδάσκοντας τις επόμενες γενιές) μια εθνική πορεία, έναν εθνικό χαρακτήρα.
Πώς βλέπουμε τον εαυτό μας; Τι θέλουμε να είμαστε; Αυτά τα μικροσκοπικά σκυλάκια που γαβγίζουν και χοροπηδάνε συνεχώς, μέχρι που τα αγριοκοιτάς μια στιγμή και φεύγουν τρέχοντας; Ενα κομπλεξικό και αντιδημοκρατικό κράτος που τρέχει επιστήμονες στα δικαστήρια, επειδή τόλμησαν να σκαλίσουν δυσάρεστες ιστορικές αλήθειες; Ενα ψωροπερήφανο έθνος πάσχον από τόσο απόλυτη ευθιξία που ο Πρωθυπουργός της χώρας ασχολείται να απαντάει (με ποδοσφαιρικό στιλ) σε τυχαία δημοσιεύματα μιας κάποιας γερμανικής εφημερίδας; Ή μια ισχυρή και αξιοπρεπής κοινωνία, με τέτοια αποθέματα αυτοπεποίθησης που να μπορεί να αγνοήσει και λίγες ακούσιες ή εκούσιες προσβολές (κατά τον μέινστριμ λαϊκισμό «ανθελληνικές προκλήσεις»);

Η ισχύς και αξιοπρέπεια του έθνους δεν κατακτώνται με υπερπατριωτικές φωνές, αλλά με περίσκεψη και πραγματικό μόχθο. Και τέλος πάντων, ας διδαχτούμε και λίγο από την ιστορία, ας μην επιβραβεύουμε τα λόγια, αλλά τις πράξεις. Γιατί αν έρθει η δύσκολη στιγμή, την ώρα που οι «ανεξάρτητοι» φωνακλάδες καιροσκόποι θα ψάχνουν να κρυφτούν, οι ψύχραιμοι άνθρωποι με στιβαρές αρχές («άκαπνοι» υπέρμαχοι της αλήθειας, όπως π.χ. ο Σωκράτης;) ξέρουμε ότι θα είναι πρώτοι στο μέτωπο.

*Ο Σωτήρης Γεωργανάς είναι αναπληρωτής καθηγητής οικονομικών στο City University του Λονδίνου.