946
| Shutterstock

This is Mykonos

Γιάννης Δεβετζόγλου Γιάννης Δεβετζόγλου 4 Αυγούστου 2019, 10:32
|Shutterstock

This is Mykonos

Γιάννης Δεβετζόγλου Γιάννης Δεβετζόγλου 4 Αυγούστου 2019, 10:32

Είναι η Μύκονος το νησί της «παράλογης πολυτέλειας»; Αυτό διαβάζω σε άρθρο του Guardian, στο οποίο ο δημοσιογράφος θεωρεί υπερφίαλη την πολυτέλεια του ελληνικού νησιού. Δεν καταλαβαίνω γιατί ένα ελληνικό νησί δεν μπορεί να παρέχει υψηλού επιπέδου υπηρεσίες και διασκέδαση, εφόσον υπάρχει το κοινό. Τι πρέπει να είμαστε, η Ινδία της Ευρώπης σε όλα;

Ο συντάκτης του άρθρου Ρούπερτ Νιάτ, εκτιμά ότι σε ένα τέτοιο μαγευτικό νησί οι τιμές στα δωμάτια θα πρέπει να είναι χαμηλότερες από μία υπόγεια, μουχλιασμένη γκαρσονιέρα στο κέντρο του Λονδίνου.

Οπως αναφέρει στην εισαγωγή του άρθρου του, αναζητά φτυαράκι και κουβαδάκι για την παραλία, τα οποία δήθεν δεν βρίσκει πουθενά. Αντ’ αυτών, μόνο τσάντες οίκων μόδας με 10.000 ευρώ βλέπει παντού. Και εγώ έχω πάει στο Λονδίνο, αλλά δεν πήγα στις μπουτίκ της Old Bond Street να «σηκώσω» ό,τι πιο ακριβό. Από το Πράιμαρκ έκανα τα ψώνια μου…

Η βρετανική έπαρση ξεπερνά κατά πολύ τις ακρότητες της Μυκόνου, οι οποίες τελικά έχουν πολλά να προσφέρουν… Και κυρίως ψυχολογική ανάταξη σε όσους τα… «ακουμπάνε».

Ο ίδιος συνεχίζει το άρθρο του, γράφοντας ότι δεν κατάφερε να βρει τραπέζι στο «Nammos», αφού όπως ενημερώθηκε εκ των υστέρων, θα έπρεπε να είχε κάνει κράτηση μερικές εβδομάδες πριν, για να δοκιμάσει ένα λαβράκι σασίμι που κοστίζει 200 ευρώ. Αραγε στο Λονδίνο, όταν θέλει να πάει σε ένα διάσημο εστιατόριο, περνάει απ’ έξω και ρωτάει αν τυχόν υπάρχει τραπέζι ή κάνει σαν σωστός Βρετανός κράτηση δύο μήνες πριν;

Ο λαϊκισμός του δημοσιογράφου είναι ακραία ανοριοθέτητος, καθώς εντυπωσιάζεται και όταν μαθαίνει ότι κράτηση στο «Nammos» έχει η διάσημη αυστραλέζα ινφλουένσερ Σάνι Γριμόντ, με 1,4 εκατομμύρια ακολούθους στο Instagram. Στο τραπέζι που θα χορέψει, έχουν τοποθετηθεί 34 μπουκάλια σαμπάνιας, που κοστίζουν 1.000 ευρώ το ένα. «Και όπως συμβαίνει συχνά, όπου πηγαίνουν οι διάσημοι, οι μεγιστάνες ακολουθούν», (σωστά) σχολιάζει…

Στο επιφανειακό «μικροσκόπιο» του βρετανού δημοσιογράφου μπήκαν οι βίλες του νησιού, το μπιτς μπαρ «Σκορπιός», οι φοβερές τιμές που για το ενοίκιο μίας «τρύπας στην ενδοχώρα του νησιού φτάνει τα 600 ευρώ τον μήνα», ακόμη και οι πλανόδιοι πωλητές που κερδίζουν περισσότερα χρήματα από ό,τι στην Αθήνα του έκαναν εντύπωση. Υπερτιμημένους βρήκε και τους πίνακες γκράφιτι του διάσημου καλλιτέχνη Αλεκ Μονόπολι.

Βαρέθηκα να ακούω και να διαβάζω όλη αυτή τη λαϊκίστικη παραφιλολογία για τις τιμές στη Μύκονο. Το νησί εδώ και τουλάχιστον 40 χρόνια έχει συγκεκριμένη τουριστική κοινωνική δομή. Πουλάει χλιδή και όποιος αντέχει, την αγοράζει. Και όσον αφορά τους πλούσιους και τους διάσημους που αναφέρει, στην Μύκονο δεν πρόκειται ποτέ να τους πλησιάσει κανείς…

Η πραγματικότητα είναι ότι στη Μύκονο δεν συναντάς εύκολα διάσημο. Ούτε πραγματικά πλούσιο θα δει κάποιος στα γνωστά εστιατόρια, μπιτς μπαρ, κλαμπ κ.λπ.  Οχι ότι δεν υπάρχουν. Αλλά δεν θα πάνε να γίνουν ένα με τον «όχλο» που διασκεδάζει. Η κάστα καταμετρά ελάχιστους καλά «κρυμμένους» και απομονωμένους στις πολυτελείς βίλες που διαθέτει το νησί.

Εχουν τον δικό τους μάγειρα, διοργανώνουν τα δικά τους πάρτι. Δεν μπαίνει κανένας άγνωστος στον χώρο τους, δεν ανεβάζουν ποτέ και τίποτε στα social media. Και πάνω από όλα έχουν αυτό που θέλουν, την ιδιωτικότητα και την ησυχία τους. Αυτή είναι η Μύκονος των ελάχιστων διασήμων και ευπόρων, όχι τα νυχτερινά κλαμπ και οι ξαπλώστρες στην Ψαρού. Και αν τους έχουν συλλάβει οι φωτογραφικοί φακοί, είναι μόνο μέσα σε κότερα, σε βόλτες τους στα στενά του νησιού και, όσοι έχουν πολύ ισχυρές δημόσιες σχέσεις, τους φωτογραφίζουν και στο μαγαζί τους. Εδώ μία ινφλουένσερ του Instagram πληρώνεται και πίνει δωρεάν σαμπάνια, τζάμπα θα βγει φωτογραφία ο ηθοποιός του Χόλιγουντ;

Ο,τι πουλάει, αξίζει

Τα κότερα έχουν φύγει εδώ και χρόνια από το νησί. Μαζί τους και ο Ωνάσης, η Σοφία Λόρεν, η Κοκό Σανέλ και άνθρωποι που έχουν γράψει την ιστορία του διεθνούς τζετ σετ και ανέβασαν το νησί στην κορυφή του κόσμου σε ένα καλοκαίρι. Τη θέση τους σήμερα έχουν πάρει τα κρουαζιερόπλοια του μαζικού τουρισμού και σούπερ γιοτ προς ενοικίαση.

Οσον αφορά τους ανθρώπους που διασκεδάζουν μέχρι το πρωί στα μπιτς μπαρ, δεν είναι ούτε οι ζάμπλουτοι, ούτε μόνο οι σελέμπριτι. Η «ραχοκοκαλιά» της Μυκόνου και σήμερα είναι η μεσαία τάξη. Είναι άνθρωποι που τους έχει πείσει όλη αυτή η διαφήμιση, ότι αν πάνε στο νησί θα βρεθούν ανάμεσα σε διάσημους και πλούσιους.

Και αυτή είναι η βάση που προσφέρει η Μύκονος. Το αμερικανικό όνειρο για τρεις ημέρες. Απευθύνεται σε όλους όσους επιθυμούν να ξεχάσουν πού ανήκουν και να ζήσουν μερικά βράδια σαν ηθοποιοί του Χόλιγουντ, σαν γιοι ή κόρες μεγιστάνα. Να έχουν μία ελεγχόμενη και καθοδηγούμενη ψευδοψύχωση. Κάτι που, φυσικά μαζί με όλες τις υπόλοιπες παροχές, αξίζει. Διότι η Μύκονος δεν προσφέρει απλές διακοπές, ικανοποιεί ένα ολόκληρο όνειρο!

Ο λαός της μεσαίας τάξης είναι αυτός που θα καταθέσει τρία μηνιάτικα σε τρεις ημέρες για να αισθάνεται σπουδαίος. Διαφορετικός. Υπάρχουν και οι περιπτώσεις που επενδύουν σε ακόμη μεγαλύτερες φιλοδοξίες. Πηγαίνουν στο νησί με την ελπίδα ότι αξίζουν και θα ζευγαρώσουν με σταρ ή μεγιστάνες. Οτι θα τους ανακαλύψουν οι κυνηγοί ταλέντων, διότι εκεί θα ξεδιπλωθεί η «αύρα» τους και θα φανεί επιτέλους η ομορφιά τους.

Το νησί έχει όλο αυτό το παραμύθι ζωντανό και το πουλάει ακριβά! Και όσοι έχουν ανάγκη, το αγοράζουν. Οσο πιο πολλά ξοδέψουν, τόσο καλύτερα θα αισθανθούν. Οι τιμές ανεβαίνουν ανάλογα με το όριο της πιστωτικής και την ψυχοσύνθεση. Οσο πιο ψηλές, τόσο πιο βασιλιάς για τρεις ημέρες.

Δεν παύουν όμως όλα να είναι ένα ακριβό παραμύθι. Και η Μύκονος προς το παρόν είναι ένα νησί που το «σώζουν» τα social media και η μεσαία τάξη. Το νησί της τριήμερης ψυχοθεραπείας με μοναδικές παροχές που αξίζουν τα λεφτά τους, ακόμη και όταν ξέρεις ότι σε «κλέβουν». Δεν πουλάει απολύτως καμία παράλογη πολυτέλεια, τα πάντα έχουν την αξία και το αντίκρισμά τους.

Το μόνο που θα πρέπει κάποιος να υπολογίσει, πριν ζήσει το παραμύθι του, είναι η καταθλιπτικόμορφη διάθεση σαν εξοκείλει και πάλι στην απλή καθημερινή πραγματικότητα. Ετσι, για να το κάνει πιο εύκολο…