582
| Nick Paleologos / SOOC

Ο φάρος της

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 29 Ιουνίου 2020, 08:00
|Nick Paleologos / SOOC

Ο φάρος της

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 29 Ιουνίου 2020, 08:00

Η θάλασσα κολυμπιέται. Φαντάζεσαι ζωή χωρίς θάλασσα; Της άρεσαν τα χέρια της, μια το ένα – μια το άλλο σαν κουπιά να σκίζουν τη θάλασσα, τα πόδια της να ψαχουλεύουν το νερό όπως οι μπαλαρίνες ψαχουλεύουν βηματάκια τον αέρα, τα μάτια της να χαζεύουν πότε θολά βυθού τοπία και πότε σύννεφα και ουρανούς, το σώμα ευλύγιστο, όλα να τα μπορεί, την αναπνοή μια να την κλείνει- μια να την ανοίγει, «παπ!» να πετάγεται στο τελευταίο της στιγμής της! Δεν χορταίνεται η θάλασσα! Εκ γεννετής το είχε.

Οταν κάποτε θυμόταν να βγει από το νερό, εκείνος την περίμενε με μια πετσέτα ανοιχτή, όπως οι προστατευτικές μάνες που έλεγαν «μελάνιασαν τα χείλη σου!» ενώ τύλιγαν τα παιδιά τους με τσαντίλα-αγάπη. Ανέκαθεν την διασκέδαζαν οι ντεμοντέ λέξεις που ανέσυρε η μνήμη της. Όπως εκείνο το «μπούζι!» που έλεγαν τα παλιά παιδιά ενώ καταβρέχονταν με λάστιχο. Μετά έπεφτε ανάσκελα σε μια ξαπλώστρα. Όχι για πολύ. Ίσα να στεγνώσουν σε σκιά τα «ευχαριστώ» της. Το είχε και με τα «Ευχαριστώ»…. Για το «και σήμερα!», για την ευλογία της θάλασσας, για το σώμα που δύναται, για την ψυχή που μπορεί ν΄αγαλλιάζει, για το πλοίο που σκίζει τον ορίζοντα, για τον ήχο από τις πέτρες όπως σέρνονται και ξεσέρνονται.

Εκείνος; Ό,τι είπαμε, το ακριβώς αντίθετο. Τόσες δικαιολογίες παιδιάστικες για να αποφύγει τη θάλασσα, με εξίσου παιδιάστικες λέξεις. «Δεν μπορώ αυτό το πλίτσι πλίτσι που κάνει σήμερα. Μ΄ενοχλεί στα μάτια όταν κολυμπάω». «Τι να κάνουμε; Δεν κατορθώσαμε την ακινητοποίηση της θάλασσας για χάρη σου!» τον σάρκαζε.

Τόσο πιεστική που ήταν να τον τραβήξει στην δική της οπτική… Στη ζωή με τον δικό της τρόπο… Επίσης, εκείνος δεν ξάπλωνε ποτέ αλλά ούτε και καθόταν. Όρθιος ως φάρος. Να κοιτάει τα πέλαγα με σκέψεις πολλές. Ανταριασμένο το βλέμμα. Δεν του το έβλεπε. Από τη στάση του σώματος καταλάβαινε το βλέμμα του. Όταν μάλιστα πάλευε με τα χέρια του τα χείλη του, εκεί επενέβαινε. Τολμούσε να ανοίξει με δύναμη την πόρτα του μυαλού του. «Ηθελα να ήξερα τι διάολο σκέφτεσαι;». Στρατηγικές, δουλειές… «Πας καλά; Εδώ θα τα λύσεις αυτά; Τι τοπία έχει χαραμίσει ο Θεός για πάρτη σου!». «Αραγε τον εαυτό σου τον παρατηρείς όπως παρατηρείς εμένα;» την είχε αποστομώσει κάποια στιγμή θυμωμένος.

Να λέμε την αλήθεια… Δίκιο! Απόλυτο δίκιο! Κάπως έτσι συνειδητοποίησε, ότι τα ζευγάρια ύπουλα καταδυναστεύονται στα χρόνια. Μπορεί… Πώς να το πω; Μπορεί να αγαπιούνται φορτικά, σκληρά. Μπορεί να μπουχτίζουν «αγάπη».

Από εκείνη την κουβέντα τους πέρασε καιρός. Εκείνη εξακολουθεί να κολυμπάει σαν να τελειώνει η θάλασσα. Εκείνος αρκετές φορές εμφανίζεται στα ξαφνικά της και κολυμπάει ακόμα κι αν η θάλασσα «πλιτς πλατς». Από την ώρα που εγκατέλειψε τις προσπάθειες της… Αχ οι άνθρωποι! Τον έχει μάλιστα ακούσει μέχρι και να λέει: «Δεν μου κάνει καρδιά να βγω!». Στην ακτή πότε εκείνος περιμένει εκείνη με ανοιχτή πετσέτα, πότε εκείνη, εκείνον. Και μετά; Α, μετά… Εκείνος πάντα φάρος. Μα όσο εκείνος φάρος σταθερός, τόσο εκείνη ταξιδιάρικο καράβι. Όταν το εμπέδωσε, του είπε απολογητικά, εξομολογητικά «Τι ανούσιος, αυθάδης πλεονασμός να απαιτώ από τον φάρο μου και το ταξίδι!… Πόσο αφόρητα παλεύουμε τις φύσεις των ανθρώπων; Λες και από έναν άνθρωπο δικαιούσαι να ζητάς… Τα πάντα όλα; Τι ανηλίκων πλεονασμός!».

Ετσι χαμήλωσε μηχανές, έπλευσε δίπλα του γλυκά, έριξε άγκυρα, την άκουγε να πέφτει, να πέφτει, να πέφτει, να πέφτει. Πάτησε γη ασφαλής. Ευγνωμονούσα το ιερό σινιάλο του φάρου της: «Είμαι πάντα εδώ», όπως της το αναβόσβηνε. Τι διαδρομές παλεύουν τα ζευγάρια… Τι διαδρομές αξιώνονται!… Περιούσιον και πολύπλοκον η αγάπη… Και οι αποστάσεις των ανθρώπων που αγαπιούνται, μια πολύ πολύ δύσκολη τέχνη.