930
| CreativeProtagon

Εμείς, οι μικροί ήρωες του 2020

|CreativeProtagon

Εμείς, οι μικροί ήρωες του 2020

To αριστουργηματικό τεύχος Ιουνίου 2020 του National Geographic είναι αφιεριωμένο στις «Τελευταίες φωνές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου». Θαλερά γεροντάκια (τα περισσότερα 85 ετών και άνω) από τις ΗΠΑ, τη Σοβιετική Ενωση, τη Βρετανία, την Ιαπωνία, ακόμα και από τη Γερμανία, ποζάρουν στον φακό και αφηγούνται σπαρακτικές ιστορίες ζωής και θανάτου. Η 97χρονη βρετανίδα γιαγιάκα που «έσπαγε» γερμανικούς κώδικες με μια μηχανή «Enigma», o αφροαμερικανός πιλότος που μετά τον πόλεμο δεν έβρισκε πουθενά δουλειά (γιατί black lives didn’t matter ούτε τότε), ο επιζών από την Πολιορκία του Λένινγκραντ που θυμάται τα μεγάλα, ακίνητα δάκρυα στο πρόσωπο της μητέρας του, λίγο πριν πεθάνει από ασιτία.

Δεν μπόρεσα να μην το σκεφτώ. Αυτοί οι τελευταίοι επιζώντες, οι περισσότεροι ήρωες του πιο αιματηρού πολέμου της ιστορίας (στις 8 Μαΐου συμπληρώθηκαν 75 χρόνια από το τέλος του), κατέληξαν και αυτοί μικροί ήρωες του 2020. Της Covid-19 δηλαδή. Ενός ψωραλέου ιού που σε στέλνει για πλάκα στην απέναντι όχθη. Ακόμα και αν έχεις στο παλμαρέ σου ανδραγαθήματα κατά του Γ’ Ράιχ και του Αδόλφου αυτοπροσώπως, σήμερα βρίσκεσαι το πιθανότερο σε καραντίνα. Στο σπίτι σου, στο σπίτι των παιδιών σου, σε κάποιον οίκο ευγηρίας (όπου απαγορεύεται αυστηρά το επισκεπτήριο). Φοβάσαι και εσύ τα χέρια σου, θυμίζεις πανικόβλητο ελάφι όταν περπατάς σε μέρη με συνωστισμό, το πιθανότερο είναι να μην μπορείς να αγκαλιάσεις τα εγγόνια (ή τα δισέγγονά) σου.

Και οι μεγάλοι, λοιπόν, του 1940, μικροί ήρωες του 2020. Οπως όλοι μας. Θυμάμαι στις αρχές της πανδημίας που μίλαγα με μία γιατρό και της εξέφραζα την ευγνωμοσύνη και τον θαυμασμό μου. «Είστε όλοι σας ήρωες» της έλεγα, εννοώντας τους «αγίους με τις άσπρες μπλούζες» στην πρώτη γραμμή του μετώπου. «Και εσείς είστε!» μου είπε με έναν τρόπο που δεν σήκωνε αντίρρηση.

Συλλογίστηκα τότε για πρώτη φορά τον εαυτό μου, τους οικείους μου, αλλά και τους ανθρώπους που συναντώ τυχαία στον δρόμο, στις σκάλες (αποφεύγω πλέον τα ασανσέρ), στο σουπερμάρκετ. Είμαστε οι αφανείς ηρωικές μορφές μιας παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης. Καλούμαστε να επιδείξουμε πρωτόγνωρες δεξιότητες, να μη «φλιπάρουμε», να προσαρμοστούμε (στη μάσκα, στην απόσταση, στην αποστέρηση του αγγίγματος και των ταξιδιών), να επιστρατεύσουμε δυνάμεις, να τιθασεύσουμε έναν φόβο παραλυτικό, παγκόσμιο.

Καλούμαστε, με άλλα λόγια, να κάνουμε αυτό το μεγαλειώδες reset που απαιτεί η επιβίωση σήμερα, π.χ. προετοιμασία για μια νέα οικονομική επισφάλεια έπειτα από δέκα ολόκληρα χρόνια κρίσης, τηλεργασία, φροντίδα εκ του μακρόθεν ηλικιωμένων γονέων, επίβλεψη των τηλεμαθημάτων των παιδιών, γυμναστική με μπουκάλια νερό μέσα στο σαλόνι κ.ο.κ.

Και βέβαια, πάνω από όλα να επιδείξουμε ένα πρωτόγνωρο ψυχικό σθένος. Κάποιες έρευνες λένε ότι καραδοκεί τσουνάμι ψυχικών διαταραχών (τουλάχιστον αν παραταθεί για πολύ καιρό αυτή η υγειονομική δυστοπία).

«Ξύπνησα και ένιωσα ότι είχα μια θηλιά στον λαιμό μου» λαθράκουσα προχθές κάποιον σε ένα καφέ. Αναρωτιόμουν αν μιλούσε για τη δουλειά στο εστιατόριο που πάει κατά διαόλου, για τον έφηβο γιο του, που τέσσερις μήνες τώρα είναι σαν αγρίμι μέσα στο σπίτι, για την κοπέλα του που ζει στην Ιταλία ή για την υποχονδρία του που έχει χτυπήσει κόκκινο.

Ναι, θέλουμε δεν θέλουμε, είμαστε οι ήρωες μιας νέας ιστορικής εποχής. Είμαστε εκείνοι που καλούμαστε να συμφιλιωθούμε με μια πραγματικότητα που μοιάζει με κινούμενο βάλτο. Η αβεβαιότητα έχει γίνει κομμάτι της καθημερινότητάς μας. «Ετσι είναι τα πράγματα, τι να κάνουμε;» με κεραυνοβόλησε πρόσφατα ο Γιάννης Ζέρβας, καθηγητής της Ψυχιατρικής και της Ψυχοσωματικής Ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

«Είχαμε δημιουργήσει την ψευδαίσθηση ενός κόσμου ασφαλούς… Η πεποίθηση αυτή ήταν μια φούσκα». Διόλου τυχαίο ότι οι επιστήμονες ανά τον πλανήτη περισυλλέγουν μανιωδώς υλικό για τα ψυχικά κουσούρια ή ψυχικά αποθέματα που θα μας αφήσει όλη αυτή η ιστορία. Παραδείγματος χάριν, έγκυοι και νέες μητέρες στην Ελλάδα καλούνται να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο, στο πλαίσιο μιας διεθνούς μελέτης για την κατανόηση του αντίκτυπου της Covid-19 στην Περιγεννητική Ψυχική Υγεία.

Ναι, ας το απολαύσουμε. Είμαστε οι μικροί ήρωες του 2020. Το εξώφυλλο του Νational Geographic εμάς θα έχει στο εξώφυλλο τo 2050. Στο κάτω κάτω (αν δηλαδή τη σκαπουλάρουμε), από εμάς θα ζητούν οι μελλοντικές γενιές να μάθουν πώς αντέξαμε, πώς τη βγάλαμε καθαρή την εποχή του τρικίνι, των 6 SMS άδειας εξόδου από το σπίτι και της πλαστικής μάσκας-ασπίδας. Τύφλα να ‘χει η μάχη του Στάλινγκραντ και το Blitz στο Λονδίνο.

Σχεδόν με φαντάζομαι στην κουνιστή πολυθρόνα να αναπολώ (με νοσταλγία) τις ημέρες τoυ lockdοwn, «τότε που χτυπούσες την πόρτα του ηλικιωμένου γείτονα να ρωτήσεις αν θέλει κάτι από το φαρμακείο», «τότε που βλέπαμε σειρές ή παίζαμε “Risk”», «τότε που ένα παιδάκι της Α΄Δημοτικού είχε πει στη διάρκεια τηλεμαθήματος: “Μα γιατί να μαθαίνουμε γράμματα, αφού όλοι θα πεθάνουμε!”».

«Πες μας, γιαγιά, και άλλες ιστορίες από την εποχή του κορονοϊού!».

«Η ιστορία δεν πρέπει να υποτιμά τον άνθρωπο» μου είπε προ καιρού η ιστορικός Μαρία Σαμπατακάκη, συγγραφέας εσχάτως του βιβλίου «Οι κομπάρσοι» (εκδ. Κέδρος): μια ανθολογία με αφανείς Ελληνες που έζησαν σε κομβικές στιγμές της νεότερης Ελλάδας. Ετσι πρέπει να γίνει και με εμάς τώρα, τους (αντι)ήρωες της πανδημίας! Θέλουμε πάνω μας τους προβολείς. Είμαστε εκείνοι που βαδίζουμε με καρτεροψυχία, αγκιστρωμένοι ταυτόχρονα στα δικά μας μικρά και μεγάλα δράματα που δεν ανακόπηκαν λόγω του κορονοϊού. Απέκτησαν, αντιθέτως, μεγαλύτερη γκάμα: έρωτες που μπήκαν σε καραντίνα προτού προλάβουν να μπουμπουκιάσουν, γαμήλιες τελετές που αναβλήθηκαν, γάμοι που καταστράφηκαν ολοσχερώς λόγω υπερβολικού συγχρωτισμού, κηδείες μέσω Zoom κ.ο.κ.

Αντιγράφω από την καταχώριση της 1ης Σεπτεμβρίου 1940, από τα αγαπημένα μου «Τετράδια Ημερολογίου 1939-1953» του Γεώργιου Θεοτοκά (εκδ. Εστία): «Ολοι λοιπόν ή σχεδόν όλοι ξέρουν ότι η μπόρα είναι απάνω από τα κεφάλια μας και περιμένουν από στιγμή σε στιγμή το ξέσπασμά της. Αλλά ζουν, εργάζουνται, διασκεδάζουν, κάνουν σχέδια, παντρεύουνται, ανατρέφουν παιδιά σα να βρισκόμαστε μέσα στις πιο ομαλές συνθήκες […] Νομίζω ότι πρόκειται για μια ανάγκη της ανθρώπινης φύσης να λησμονεί τον κίνδυνο (όταν ο κίνδυνος διαρκεί πολύν καιρό) ή να προσαρμόζεται σ’ αυτόν…».