Ιστορίες απιστίας: το φινάλε
Ιστορίες απιστίας: το φινάλε
Η Νατάσα έφτασε με δέκα λεπτά καθυστέρηση κι ήταν μιά θεαματικά όμορφη νύφη. Ο Διονύσης δεν μπόρεσε να μην νιώσει λίγος μπροστά της αλλά το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο θυμήθηκε το πρωϊνό ζόμπι και συνήλθε. Το αμέσως μεθεπόμενο δευτερόλεπτο κι ενώ η Νατάσα ήταν πια δίπλα του και του έπιανε το χέρι, συνειδητοποίησε ότι η νύφη δεν φορούσε σουτιέν. Και κατά πάσα πιθανότητα, ούτε βρακί.
«Τα’χεις παίξει τελείως;» της ψιθύρισε καθώς έκαναν μεταβολή για να μπουν στην εκκλησία.
«Θα σε παντρευόμουν αν δεν τα είχα παίξει τελείως;»
«Ούτε βρακί φοράς;»
«Δεν φοράω απολύτως τίποτα κάτω απο το νυφικό μου, γαμπρέ. Λάβε τα μέτρα σου…»
Να μια καλή ιστορία για να λες στα εγγόνια σου. Η γιαγιά δεν φορούσε βρακί στον γάμο κι ο παπάς μας αφόρισε αντί να μας παντρέψει. Ο οποίος παπάς γούρλωσε τα μάτια του μόλις είδε τη νύφη και δεν τα ξεγούρλωσε καθ’ όλη τη διάρκεια του μυστηρίου. Όταν δε ήρθε η ώρα της μαλακίας με το ρύζι, οι δύο στους τρεις έβαλαν στόχο το ντεκολτέ της Νατάσας και η ατμόσφαιρα άρχισε να εκτροχιάζεται προς το αντίχριστο. Οι συμπέθεροι συμμετείχαν ενθουσιωδώς αλλά η μάνα του Διονύση έκλαιγε με μαύρο δάκρυ στην αγκαλιά του θείου Λάμπη, ο οποίος έκανε ο,τι έκανε σύσσωμος ο ανδρικός πληθυσμός του γάμου: δεν ξεκολλούσε τα μάτια του απο τη νύφη.
«Νομίζω ότι θα τους μείνουμε αξέχαστοι» είπε ο Διονύσης στη Νατάσα καθώς πόζαραν στην έξοδο για τις φωτογραφίες κι εκείνη πήρε μια βαθειά αναπνοή, φούσκωσε ακόμα περισσότερο το μπούστο της, χαμογέλασε πλατειά στα φλάς και του είπε: «Και πού’ σαι ακόμα…»
Του σηκώθηκε τόσο ξαφνικά και τόσο επιθετικά που φοβήθηκε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ξεφύγει απο τις φωτογραφικές μηχανές και τράβηξε τη Νατάσα μπροστά του για κάθε ενδεχόμενο. Μέγα λάθος. Αυτές οι καταστάσεις δεν περνούσαν ποτέ απαρατήρητες απο την (πλέον) σύζυγό του, η οποία άρχισε να τρίβεται ελαφρά πάνω του, μέχρι που της πάτησε μια γερή τσιμπιά στο μπράτσο. Και μόλις μπήκαν στη λιμουζίνα και ξεκίνησαν για το πάρτι στο πατρικό της, κατέβασε με μία κίνηση τις τιράντες του νυφικού της και γύρισε γυμνόστηθη μπροστά του.
«Με γέμισαν σημάδια τα παλιορύζια;»
Ο Διονύσης ήθελε να τη βιάσει επί τόπου αλλά δεν θα της έκανε τη χάρη, ούτε και του οδηγού, βεβαίως, ο οποίος δεν έχανε τίποτα απο τον καθρέφτη του. Επανέφερε το νυφικό στη θέση του, τη φίλησε στον λαιμό, της έπιασε το χέρι και γύρισε ευθεία μπροστά του, προσπαθώντας να σκεφτεί διάφορα ξενερωτικά, όπως την κλαμμένη μάνα του, ας πούμε. Που κάνει πάντα θαύματα σε τέτοιες περιπτώσεις.
«Εγώ, πάντως, έκανα ένα συζυγικό σεξ πριν το πάρτι…» είπε η Νατάσα κι έσπρωξε τα ενωμένα χέρια τους ανάμεσα στα πόδια του.
«Εγώ, πάντως, δεν κάνω τίποτα…» είπε ο Διονύσης κι έσπρωξε τα χέρια τους στην προηγούμενη θέση.
«Εσύ, πάντως, είσαι πολύ μαλάκας…» είπε η Νατάσα και τράβηξε το χέρι της και δεν του ξαναμίλησε στην υπόλοιπη διαδρομή.
Η Νατάσα ήταν έξαλλη αλλά δεν υπήρχε καμία περίπτωση ν’ αφήσει το καθίκι να το καταλάβει. Δεν ήταν ούτε δύο ώρες παντρεμένοι και την είχε ήδη φτύσει μία φορά; Κι αν δεν μπορούσαν να το κάνουν στη λιμουζίνα αμέσως μετά τον γάμο τους, για ποιό λόγο παντρεύτηκαν, δηλαδή; Και για ποιόν ακριβώς νόμιζε ότι πήγε στην εκκλησία γυμνή κάτω απο το νυφικό της; Για τον παπά; Αυτό ήταν το μέλλον του γάμου τους; Εκείνη θα πρόσφερε άγριο σεξ και το καθίκι θα την έφτυνε λες και ήταν καμιά λυσσασμένη νυμφομανής; Αν αυτό ήταν το σχέδιό του, ήταν θέμα χρόνου να καταλάβει πόσο βαθειά νυχτωμένος ήταν. Ελάχιστου χρόνου.
Μετά την κοινή είσοδό τους στο πάρτι κινήθηκαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις, πίνοντας ο,τι έβρισκαν μπροστά τους. Η Νατάσα άδειασε τέσσερα ποτήρια σαμπάνια σε μισή ώρα και ο Διονύσης τελείωνε το τρίτο ποτήρι συλλεκτικό ρούμι όταν είδε την Φαντασίωση να εισβάλλει ξαφνικά στο κατάμεστο σαλόνι, με πλήρη εξάρτυση: κόκκινο φόρεμα, κόκκινο κραγιόν και ψηλά τακούνια. Ήταν το τελευταίο άτομο που περίμενε να δει στο πάρτι του γάμου του και για μια στιγμή σκέφτηκε να τρέξει να κρυφτεί στις τουαλέτες. Την επόμενη στιγμή η Φαντασίωση ήταν κολλημένη πάνω του και το ρούμι του είχε χυθεί στη γυμνή πλάτη της και κατηφόριζε με ταχύτητα προς τον συγκλονιστικότερο κώλο της μέχρι τότε σεξουαλικής του καριέρας.
«Θα μου δείξεις το μπάνιο, μωρό μου;» του ψιθύρισε στο αυτί και ο Διονύσης ξέχασε αυτομάτως ποιός ήταν, πού ήταν και τι έκανε σε αυτή τη ζωή, καθώς το μυαλό του πλημμύρισε απο τα ΧΧΧ στιγμιότυπα της εποχής του με την Φαντασίωση. Ευτυχώς, η Νατάσα δεν φαινόταν πουθενά τριγύρω – είχε εγκατασταθεί μόνιμα δίπλα στο μπαρ, μάλλον – κι έτσι άνοιξε δρόμο στο πλήθος και την οδήγησε κατ’ ευθείαν στις σκάλες για το μπάνιο του playroom. Θα μπορούσε να της εξηγήσει την συνέχεια και να γυρίσει στο πάρτι άθικτος, αλλά η Φαντασίωση δεν ήταν απο τις γυναίκες τις οποίες άφηνες να κυκλοφορούν ανεξέλεγκτες σε άγνωστο έδαφος, ειδικά όταν το άγνωστο έδαφος ανήκε στα πεθερικά σου – κι έτσι κατέβηκε τις σκάλες κρατώντας απόσταση ασφαλείας.
Το μπάνιο του playroom ήταν μεγάλο και τριπλό. Μπροστά οι νιπτήρες και πίσω το ντους και η τουαλέτα, το καθένα σε ξεχωριστό χώρο, με ξεχωριστές πόρτες, οι οποίες ήταν και οι δύο κλειστές. Η Φαντασίωση πήγε στους νιπτήρες, στήθηκε με την πλάτη προς το μέρος του και του ζήτησε να κατεβάσει το φερμουάρ του λερωμένου φορέματός της «μέχρι κάτω, μωρό μου…» Ο Διονύσης το κατέβασε το φερμουάρ και το τελευταίο πράγμα που σκέφτηκε πριν προχωρήσει στα ενδότερα, ήταν ότι με την Φαντασίωση δεν πιάνεται, το είχαν κάνει άπειρες φορές έτσι κι αλλιώς.
Η συνέχεια ήταν αγριεμένη, βιαστική και εκρηκτική. Και πριν προλάβουν να ξαναβρούν την αναπνοή τους άκουσαν μιά πόρτα να ανοίγει και είδαν τη Νατάσα να βγαίνει απο την τουαλέτα κι έναν απο τους μπάρμαν να κουμπώνεται από πίσω της.
«Touche, παλιοκαθίκι…» είπε στον σύζυγό της κι έφυγε για το πάρτι με το κεφάλι ψηλά.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
