608
Αλήθεια, πότε γίναμε τόσο φιλόζωοι; | Alexandros Michailidis / SOOC

Η φιλοζωία των likes

Αλήθεια, πότε γίναμε τόσο φιλόζωοι;
|Alexandros Michailidis / SOOC

Η φιλοζωία των likes

Είναι σχεδόν σίγουρο ότι τις τελευταίες ημέρες ο Γιώργος και ο Μανώλης ξαπλώνουν στο κρεβάτι τους με πάπλωμα τον φόβο και μια έντονη ανησυχία. Προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα να πω ότι χαίρομαι γι’ αυτό. Τα δύο «παιδιά» άλλωστε, φαίνεται ότι πέρασαν αρκετές νύχτες ήρεμου ύπνου προτού αποφασίσουν ότι θα ήταν καλή ιδέα να δείξουν σε όλους εμάς πώς περνούσαν τις βαρετές ώρες σκοπιάς στην Κόνιτσα.

Όπως είναι λογικό, τα αναθέματα, οι βρισιές και οι κατάρες άρχισαν γρήγορα να αναδύονται από τις οθόνες τους αλλά και τις δικές μας. Αν αφαιρέσεις ορισμένες υπερβολές και αρκετές ανοησίες περί αναβίωσης της θανατικής ποινής, η αγανάκτηση των χρηστών είναι λογική. Η πληθώρα και το πάθος των σχολίων, όμως, δημιουργούν ορισμένες απορίες.

Αλήθεια, πότε γίναμε τόσο φιλόζωοι; Και αν όντως οι χρήστες του ελληνικού facebook αποτελούν τον αφρό του κινήματος αλληλεγγύης προς τους τετράποδους φίλους μας, γιατί πρέπει να το διαφημίζουν μέσα από κατεβατά αναλύσεων ή κατάρες με κεφαλαία γράμματα;

Ας απαντήσουμε αρχικά στο πρώτο ερώτημα.

Όχι, δεν είμαστε τόσο φιλόζωοι. Τουλάχιστον στη χώρα που μεγάλωσα, σχεδόν στις μισές πολυκατοικίες της Αθήνας υπάρχει ένα ζώο που περνά την ζωή του ανάμεσα στις γλάστρες του μπαλκονιού. Στη χώρα που μεγάλωσα εγώ, σε κάθε χωριό, ένα ζωντανό βρίσκεται κλεισμένο σε ένα γκαράζ να φέρνει βόλτες γύρω από τον εαυτό. Στη χώρα που μεγάλωσα εγώ, σε κάθε γειτονιά της επαρχίας θα βρεις ένα σκυλί δεμένο από ένα λουρί ενός μέτρου. Οι γείτονες το βλέπουν σχεδόν καθημερινά, μουρμουρίζουν ένα «αχ, το καημένο…» που πάντα συνοδεύεται και από ένα «και πού να μπλέκεις…». Στη χώρα που μεγάλωσα εγώ, το χαριτωμένο κουτάβι μπαίνει μέσα σε ένα κόκκινο κουτί και γίνεται το χριστουγεννιάτικο δώρο για το κακομαθημένο παιδί που σύντομα θα το βαρεθεί και οι γονείς θα το παρατήσουν στον δρόμο. Στη χώρα που μεγάλωσα εγώ, το μεγαλόσωμο σκυλί ράτσας γίνεται αξεσουάρ του «φουσκωτού» κάγκουρα που αναζητεί μερικά κοφτερά δόντια για να συμπληρώσει το «επικίνδυνο» προφίλ του.

Σταματώ στα σκυλιά. Γιατί αλλιώς θα πρέπει να αναφέρω τα δελφίνια που μας «διασκεδάζουν» με τα κόλπα τους στα ενυδρεία, τα άγρια ζώα που κλείνουμε μέσα σε κλουβιά και τα αρνιά που φέρνουν γύρους στη σούβλα για να διασκεδάσουν τους αλαλάζοντες στο πασχαλινό τραπέζι.

Και πάμε τώρα στο δεύτερο ερώτημα.

Νομίζω πως όσο μεγαλύτερο και πιο αιχμηρό σχόλιο κάνει κάποιος για ένα βίντεο κακοποίησης ζώου, τόση απόσταση επιθυμεί να πάρει από το περιστατικό και τους θύτες, ενώ παράλληλα κερδίζει και τα αντίστοιχα μπόνους ευαισθησίας, που μεταφράζονται σε likes.

Τα πράγματα όμως είναι πιο απλά. Η λύπηση και η αγάπη που –οι περισσότεροι– νιώθουμε για τα ζώα δεν είναι κάποιο προσωπικό μας επίτευγμα, ούτε δείγμα της ευαισθησίας μας. Είναι απλώς ο τρόπος που είμαστε φτιαγμένοι. Οι άνθρωποι έχουμε μια γκάμα ενστίκτων προστασίας των μικρών και χαριτωμένων ζώων, που κάποια στιγμή θα μας βοηθήσει να μεγαλώσουμε με αγάπη τα παιδιά μας. Ετσι οι κατάρες που σκορπάμε στο facebook κατά των καθαρμάτων που βασανίζουν σκυλιά ή γάτες δεν αποτελούν τεκμήριο της αγάπης μας. Η ανατριχίλα, η έντονη νευρικότητα και ο κόμπος που νιώθεις στον λαιμό όταν βλέπεις ένα τετράποδο να εκσφενδονίζεται στον αέρα ή ένα χαριτωμένο ζώο να βασανίζεται μέχρι θανάτου είναι μια ενστικτώδης ανθρώπινη αντίδραση – η αντίδραση κάθε φυσιολογικού ανθρώπου.

Αυτό το συναίσθημα κάποιοι προτιμούν να το πνίγουν μέσα στο μυαλό τους πριν προλάβει να γίνει λέξεις. Άλλοι προτιμούν να το μετατρέψουν σε σχόλιο που βγαίνει με μανία από πληκτρολόγιο και «εξαγνίζεται» από την αποδοχή των χρηστών. Τίποτα όμως δεν αλλάζει. Οι πραγματικοί φιλόζωοι παραμένουν φιλόζωοι, τα επαναστατημένα διαδικτυακά προφίλ θα βρουν γρήγορα μια νέα ευκαιρία για ακόμα περισσότερα likes, οι σκατόψυχοι θα παραμείνουν σκατόψυχοι. Και, φυσικά, κανένας δεν θα σταματήσει να κακοποιεί τα ζώα χαζεύοντας τα οργισμένα σχόλια στην timeline του.

Υ.Γ.: Υπάρχουν φυσικά και οι πραγματικοί φιλόζωοι. Εναν από αυτούς είχα την τιμή να τον γνωρίσω (εδώ)