Advertisement

1080
Η Τασούλα Επτακοίλη και, δεξιά, η εικονογράφηση του εξωφύλλου της πρώτης ποιητικής συλλογής της |

Eνας κόσμος πολυκύμαντος, που χρυσίζει στον ήλιο

Νίκος Βατόπουλος Νίκος Βατόπουλος 1 Δεκεμβρίου 2018, 20:00
Η Τασούλα Επτακοίλη και, δεξιά, η εικονογράφηση του εξωφύλλου της πρώτης ποιητικής συλλογής της
|

Eνας κόσμος πολυκύμαντος, που χρυσίζει στον ήλιο

Νίκος Βατόπουλος Νίκος Βατόπουλος 1 Δεκεμβρίου 2018, 20:00

Πώς θα μπορούσα να τιτλοφορήσω άραγε ένα κείμενο για την ποίηση της Τασούλας Επτακοίλη; Ένα κείμενο για την Τασούλα Επτακοίλη; Να το έλεγα «διλήμματα παραμυθίας στο σκοτάδι» ή μήπως «οι ρωγμές της νύχτας»; Ή θα ήταν πιο σωστό και σαφώς πιο ακριβές να έλεγα απλώς «Άσκηση μνήμης», αντλώντας έναν στίχο από το ποίημά της «Δισεπίλυτον»;

Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς γνωρίζοντας την Τασούλα Επτακοίλη, είτε ως δημοσιογράφο είτε ως συγγραφέα, ή ακόμη καλύτερα και με τις δύο ιδιότητές της. Έχω την τύχη να την γνωρίζω από κοντά και για πολλά χρόνια να συγκατοικούμε στην «Καθημερινή», οπότε για τη δική μου περίπτωση ο μόνος τίτλος που θα ταίριαζε σ’ αυτόν τον σπάνιο άνθρωπο είναι κάτι που θα εμπεριέχει υποψίες γρίφου σε μια απόλυτα ακριβή, κατά τα άλλα, εικόνα. Κάτι σαν μια σκηνή από ένα δικό της ποίημα, να, ας πούμε από τη «Γυναίκα στο Ασανσέρ», που δίνει τίτλο και στη συλλογή… «Η μάνα μου με ζυμάρι στα χέρια. / “Διακόσιες πανσελήνους έπλασα / κι ακόμα δεν χόρτασα ψωμί”, μου λέει».

Πώς είναι η θέαση του κόσμου για έναν άνθρωπο όπως η Τασούλα, που έχει το ταλέντο, την πειθαρχία και τη δύναμη να προχωράει ανάμεσα σε πολλές αντιξοότητες, από εκείνες που ούτε τις προβλέπεις ούτε τις παραγγέλνεις ούτε τις εύχεσαι. Και πίστευα ότι όταν έγραψε το συνταρακτικό βιβλίο της για την απώλεια, μετά τον θάνατο του αγαπημένου της συντρόφου -όταν δηλαδή διάβασα το «Άλλο μου ολόκληρο»- ότι εκεί θα είχε ξεδιπλώσει όλο το απόθεμα της δικής της επιθυμίας και ανάγκης για την όποια εξωστρέφεια των πιο μύχιων σκέψεών της. Το «Άλλο μου ολόκληρο» αγαπήθηκε όπως αγαπάει κανείς να συντηρεί το τραύμα φοβούμενος ότι η επούλωση θα διώξει τη μνήμη. Ή όπως γράφει η ίδια σε ένα ποίημά της («Δοσοληψίες»): «Κάθε πρωί ψηλαφίζω εκείνη την παλιά πληγή. / Τρέμω μην επουλωθεί. / Γιατί τότε πώς θα βρίσκω τα ξέφωτα / στο χάος εντός μου;».

Βεβαίως, το «Άλλο μου ολόκληρο» (Πατάκης) δεν είναι ένα βιβλίο θεραπείας ή συμφιλίωσης. Έγινε «το βιβλίο για το πένθος και την απώλεια» και θέλω να πιστεύω ότι έχει ήδη βοηθήσει και θα συνεχίσει να βοηθάει ανθρώπους που βίωσαν ή βιώνουν απώλεια. Είναι ένα βιβλίο αυτογνωσίας. Ένα σκληρό και τρυφερό βιβλίο, σαν να μπαίνει αίφνης μια αύρα από το παράθυρο, όπως θα διαβάσετε στο «Δελτίο Ανέμων».

Πίστευα, λοιπόν, με τρόπο εσφαλμένο ότι σε εκείνο το τόσο προσωπικό αλλά και καθολικό βιβλίο, η Τασούλα είχε εκβάλει, είχε ξοδέψει, είχε εκτονώσει έναν εσωτερικό ποταμό και ότι είχε, πια, γαληνέψει. Αλλά με τη «Γυναίκα στο ασανσέρ» (Καστανιώτης) ένιωσα ότι ήμουν στην ακτή και από πίσω σε ένα βράχο εκείνη πετούσε μια πέτρα στη θάλασσα. Είδα πρώτα τους μεγάλους κύκλους στο νερό και μετά άκουσα τον θόρυβο, αντίθετα σε κάθε έννοια Φυσικής.

Διάβασα ξανά και ξανά τα ποιήματά της. Ήθελα να ορίσω τη δική μου χαρτογράφηση και να δω πίσω από τους στίχους αυτό που αχνοφαίνεται. Και, ναι, θα πω κι εγώ πως αυτή η συλλογή ορίζει και ορίζεται από τους ελλειπτικούς κύκλους της μνήμης, της απουσίας και της απώλειας. Αλλά θα πρόσθετα και τον κύκλο της επιθυμίας και τον κύκλο της ονειροπόλησης, ή της ψυχολογικής προβολής ή ακόμη κι αυτόν της ψευδαίσθησης.

Το εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής «Η γυναίκα στο ασανσέρ»

Γιατί, αυτό που θεωρώ πως επιτυγχάνει η Τασούλα, με αυτήν την πρώτη συλλογή, που μόνο πρωτόλεια δεν είναι, είναι ο ορισμός ενός πολυκύμαντου κόσμου, που χρυσίζει στον ήλιο. «Γεννήθηκα σ’ ένα χωράφι στάχυα / που κυμάτιζαν σε κάθε εκπνοή σου», γράφει στην «Προσωπογραφία». «Ξαναγεννήθηκα ένα μεσημέρι / σ’ έναν κήπο γεμάτο χρυσάνθεμα».

Αυτός ο πολυκύμαντος κόσμος στον οποίον μας προσφέρει θέαση σαν μέσα από μαγικά κουτιά, αυλαίες, ξέθωρες κουρτίνες και μισάνοιχτα παράθυρα, ζει στη μεθόριο του αληθινού. Τρέφεται από την εμπειρία της ζωής σε μια κόψη. Εκεί, υπάρχουν «χούφτες πεταλίδες και ένα βότσαλο κομμένο στα δύο, ένα σημάδι από ξεραμένο αλάτι και ένα τσακισμένο κλαδάκι βασιλικό».

Αυτά δεν τα αναφέρω δίκην γραφικότητος, πιστεύω ότι καμία έννοια γραφικότητας ή συναισθηματισμού χωρίς νόημα δεν θα έβρισκε θέση στον κόσμο της Τασούλας. Τα αναφέρω γιατί με την ποίηση αυτή, μας αποκαλύπτει μια φλέβα μεγάλης εικονοποιητικής δύναμης, σε σημείο που τα ποιήματά της να μοιάζουν άλλοτε με εκλάμψεις και άλλοτε με μακρές αφηγήσεις. Άλλοτε με σπασμούς και άλλοτε με όνειρα. Άλλοτε με χειμάρρους και άλλοτε με νανουρίσματα.

Σε κάθε περίπτωση, μένει κάτι σαν σιωπηλό χιόνι ή πρωινή πάχνη να καλύπτει τις όποιες παραισθήσεις. Γράφει: «Ήταν αργά και το καταλάβαινα / πως όταν βγαίνει ο ήλιος / οι οπτασίες που μας συντροφεύουν / τρυπώνουν στις σελίδες / των αγαπημένων μας βιβλίων» («Δέδυκε μεν α Σελάννα», Έδυσε το φεγγάρι, Σαπφώ). Η ίδια αίσθηση της επιλεκτικής ψευδαίσθησης ή ενόρασης ή ακόμη και παραληρηματικής αναπόλησης: «Σπαράγματα νευμάτων απροσδιόριστων / κι αυτός ο ήχος, που ολοένα επανέρχεται / και με ξυπνάει τα βράδια, / από τη φλέβα που χτυπά στο λαιμό σου» («Νηστεία»).

Για την Τασούλα είναι σαφές ότι η εμπειρία του κόσμου είναι μια ενοποιημένη, ολική εμπειρία της ζωής. Κατά μία έννοια, στη μία πλευρά της σελήνης, κυριαρχεί ένας αισθησιασμός, μία δηλαδή, σχεδόν, διονυσιακή απόλαυση της δυνατότητας του βιώματος. Η ζωή σπαρταρά. Διεκδικεί: «Θέλω να μ’ αγαπάς / και να’ ναι καλοκαίρι / Θέλω να σ΄αγαπώ / σαν να ‘ναι μόνο καλοκαίρι» («Το Καλοκαίρι μας»). Τα χρώματα ζαλίζουν, οι μυρωδιές μεθούν, η ομορφιά ξεχειλίζει.

Και παρότι σε πολλά σημεία κυριαρχεί η θέα του χωραφιού με τα χρυσά στάχυα, η γεύση από μοσχάτα σταφύλια, το ζαλιστικό άρωμα των λεμονανθών, έρχεται η άλλη πλευρά της Σελήνης να μας θυμίσει ότι ο διονυσιασμός των αισθήσεων υπάρχει επειδή τροφοδοτείται και δικαιώνεται από το αντίθετό του. Για την Τασούλα Επτακοίλη απελευθερώνεται διαρκώς χώρος για την αμφισβήτηση, την αμφιβολία ή τη δεύτερη σκέψη: «Οι λέξεις μου είναι νησιά / μικρά σαν άνω τελείες», λέει στο «Σημείο Στίξης». Αναρωτιέται συχνά, όπως στον «Δεκαδικό Αριθμό»: «Πατημένα ανθάκια νεραντζιάς στα πεζοδρόμια / Πάλλευκα. Διαμελισμένα. / Πονάνε άραγε τα λουλούδια;».

«Πώς πέρασες αυτή τη γραμμή – αλφαδιά / στη ζωή;», την ρωτάει ο γιατρός με τα θλιμμένα μάτια και μάσκα χειρουργίου (στη «Γυναίκα στο ασανσέρ»). Ναι, πες μας, πώς επιβιώνεις; Να, ένα ερώτημα στην άκρη των χειλιών.

Μου άρεσε και ο «αναρριχώμενος κισσός που θεριεύει στα κενά της μνήμης» όπως και «τα λουλούδια που είχαν ανθίσει καταχείμωνο / στο ύφασμα που σκέπαζε το στήθος σου». Αλλά πιο πολύ μου άρεσε η πικρή διαπίστωση της αγάπης. Και είναι πικρή γιατί μπορεί να είναι ατελέσφορη, μπορεί να είναι και μονομερής, μπορεί να είναι απέλπιδα. Όταν όμως αναβλύζει μπορεί να είναι και ανιδιοτελής. Κάπως έτσι:

«Εσύ που μ’ αγαπάς
και φυσάς μέσα μου
πελάγη ανθισμένα
Εσύ που μ’ αγάπησες
κι έσπειρες στο χώμα μου
τόσες λέξεις
μην προσδοκώντας θερισμό».