Οι New York Times για τη Beyoncé της Κίνας, το Quartz για την πολιτική ορθότητα των βέλγων διεθνών και την ουδετερότητα των Αγγλικών, η Repubblica για τον αιώνιο καουμπόι της Αμερικής και η USA Today για...
  • The New York Times

    Η άνοδος και η πτώση της κινέζας Μπιγιονσέ

    Δεν είναι ούτε «λευκή», ούτε «λεπτή» ούτε «όμορφη», όπως ορίζει το κυρίαρχο πρότυπο της γυναικείας ομορφιάς στην Κίνα. Εκείνη, ωστόσο, κατάφερε να κερδίσει την προσοχή του κόσμου και να διακριθεί τόσο πολύ που κατέληξε να χαρακτηρίζεται Μπιγιονσέ της Κίνας. Για την Γουάνγκ Τζου ο λόγος, ένα μοντέλο ηλικίας 25 χρονών που αναδείχτηκε σε μεγάλη πρωταγωνίστρια του «Produce 101», ενός δημοφιλούς διαδικτυακού talent show στο οποίο γυναίκες από όλη την Κίνα ανταγωνίζονται για να κερδίσουν μία από τις έντεκα διαθέσιμες θέσεις σε μια γυναικεία pop μπάντα.  

     Η Γουάνγκ Τζου κατά την πρώτη φάση του διαγωνισμού πέρασε σχεδόν απαρατήρητη και σίγουρα δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των πιθανών νικητριών. Κατά τη διάρκεια του Ιουνίου, ωστόσο, η νεαρή κοπέλα που τα κινεζικά Μέσα χαρακτήριζαν «στρουμπουλή»«μελαψή» και «όχι όμορφη αρκετά» κατάφερε να κερδίσει τις καρδιές των τηλεθεατών και να φτάσει στη δεύτερη θέση μεταξύ των 22 φιναλίστ. Και όλοι στην Κίνα βάλθηκαν ξαφνικά να εξηγήσουν την αναπάντεχη επιτυχία της.

    Σύμφωνα με όσα αναφέρει σε κείμενό του στους New York Times ο κινέζος συγγραφέας και παραγωγός Γιουάν Ρεν, η επιτυχία της Γουάνγκ οφείλεται στη διαφορετικότητά της. «Η κυρία Γουάνγκ θεωρούταν επί καιρό διαφορετική από τις υπόλοιπες γυναίκες που συμμετείχαν στο “Produce 101”», οι οποίες με τη λευκή επιδερμίδα τους, τα λεπτά σώματά τους και τα γλυκά χαμόγελά τους, ενσάρκωναν έναν αισθητικό κανόνα γνωστό ως “bai shou mei” (λευκή, λεπτή, αδύνατη) – το χρυσό πρότυπο ομορφιάς που ασπάζονται σήμερα οι νέες γυναίκες στην Κίνα». Εκτός της κινεζικής επικράτειας, ελάχιστοι θα χαρακτήριζαν «στρουμπουλή» και «όχι όμορφη αρκετά» την Γουάνγκ. «Αλλά σε μια θάλασσα από bai shou mei, οι διαφορές της – το ελαφρώς πιο σκούρο δέρμα της και το ελαφρώς μεγαλύτερο σώμα της και η απροθυμία της να απολογηθεί για αυτά – την έκαναν να ξεχωρίσει»

    Με λίγα λόγια, η Γουάνγκ Τζου ξεχώρισε γιατί αποδέχτηκε τα «ελαττώματά» της. «Και επέδειξε αυτοπεποίθηση σε τέτοιο βαθμό που αμέσως άρχισαν να τη συγκρίνουν με αμερικανίδες σταρ της ποπ μουσικής όπως η Μπιγιονσέ». Όταν η Γουάνγκ εκτοξεύτηκε στη δεύτερη θέση, πολλοί χαιρέτισαν την ξαφνική επιτυχία της ως μια ευκαιρία επανεξέτασης των εννοιών της θηλυκότητας και της γυναικείας φύσης. Αλλά πριν από μερικές ημέρες, τη βραδιά του μεγάλου τελικού, βρέθηκε, εξίσου αναπάντεχα, στην 15η θέση, μην καταφέρνοντας τελικά να γίνει μία από τα Rocket Girls, τη μπάντα που πρόκειται να σχηματιστεί. Μολαταύτα, «η δραματική άνοδος και πτώση της προκάλεσαν έντονες συζητήσεις για μια σειρά θεμάτων όπως η εικόνα του σώματος, η κοινωνική κινητικότητα και η χειραφέτηση των γυναικών».

     Σημαντική ήταν η στήριξη που έλαβε η Γουάνγκ Τζο από τα μέλη της κινεζικής κοινότητας ΛΟΑΤ. Φωτογραφία: Produce 101
  • Quartz

    Βέλγιο/ Η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου συνεννοείται στα... αγγλικά

    Μετά την επική επικράτησή τους επί των σκληροτράχηλων και άκρως μαχητικών Ιαπώνων, οι «Κόκκινοι Διάβολοι» που συναποτελούν την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου του Βελγίου γνωρίζουν ότι η προσοχή όλων είναι πλέον στραμμένη και σε αυτούς. Γιατί ολοένα και περισσότεροι πιστεύουν πως η ομάδα των πολλών αστέρων μπορεί να διακριθεί, φτάνοντας έως τον μεγάλο τελικό της 15ης Ιουλίου, ακόμα και κατακτώντας το βαρύτιμο τρόπαιο. Οπότε τις τελευταίες ημέρες πολλά είναι τα ΜΜΕ όλου του κόσμου που ασχολούνται με τo μικρό αυτό βασίλειο της βορειοδυτικής Ευρώπης. Κάποιοι, ωστόσο, δεν εστιάζουν μόνον στο ποδόσφαιρο αλλά και στη γλώσσα ή μάλλον στις γλώσσες που ομιλούνται στη χώρα των 11,3 εκατομμυρίων κατοίκων.

    Το Βέλγιο συνορεύει με τη Γαλλία, την Ολλανδία, τη Γερμανία και το Λουξεμβούργο με αποτέλεσμα οι πολίτες του να μιλούν διάφορες παραλλαγές των γερμανικών, των ολλανδικών και των γαλλικών, που αποτελούν τις τρεις επίσημες γλώσσες της χώρας, ανάλογα με την περιοχή που κατοικούν. «Ως αποτέλεσμα η λίνγκουα φράνκα, η γλώσσα συνεννόησης, της βελγικής εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου, μίας από τις ισχυρότερες στο Παγκόσμιο Κύπελλο» – υποστηρίζει και το Quartz – «είναι αναπάντεχα τα αγγλικά». 

    Σύμφωνα με τον συντάκτη του άρθρου η ιδανική επιλογή θα ήταν τα γαλλικά. Όχι μόνο γιατί τα γνωρίζουν οι περισσότεροι από τους παίκτες της ομάδας, ούτε διότι θα ήταν σχετικά πιο δύσκολο να γίνουν κατανοητοί από τους αντιπάλους τους, αλλά επειδή κάποιοι από τους «Κόκκινους Διαβόλους» μιλούν ελάχιστα καλά την αγγλική γλώσσα, με έναν άγγλο σχολιαστή να δηλώνει πως δεν συνάντησε ποτέ στη ζωή του χειρότερο ομιλητή της αγγλικής γλώσσας από τον Μαρουάν Φελαϊνί. Παρότι αγωνίζεται στο πρωτάθλημα Αγγλίας με τα χρώματα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Αλλά είναι σίγουρο πως η επιλογή των γαλλικών θα δυσαρεστούσε τους Φλαμανδούς του βόρειου Βελγίου, οι περισσότεροι από τους οποίους ταυτίζονται περισσότερο με τη γλώσσα και την κουλτούρα τους παρά με το βελγικό έθνος. Η ανάδειξη των γαλλικών ή και των γερμανικών έναντι των φλαμανδικών θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμα και σε αναζωπύρωση εθνικιστικών παθών.

    Σημαντικό ρόλο στην επιλογή των βέλγων διεθνών διαδραμάτισε και το γεγονός ότι ο ισπανός προπονητής της ομάδας Ρομπέρτο Μαρτίνεθ δεν γνωρίζει ούτε γαλλικά ούτε ολλανδικά ούτε γερμανικά. Αλλά η χρήση των αγγλικών από τον Λουκάκου, τον Ντε Μπρούιν, τον Κουρτουά και τους υπόλοιπους «Κόκκινους Διαβόλους» αναδεικνύει την πολιτική ουδετερότητα της γλώσσας που κατέληξε να αποτελεί τη λίνγκουα φράνκα ολόκληρου του πλανήτη.

    Μπορεί τα αγγλικά του να είναι εξαιρετικά φτωχά αλλά τουλάχιστον ξέρει πώς να στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα ο Φελαϊνί. Φωτογραφία: Reuters
  • La Repubblica

    Κέβιν Κόστνερ/ Ο αιώνιος καουμπόι του Χόλιγουντ

    «Μου αρέσει να συμμετέχω σε project με τα οποία μπορεί να ταυτιστεί ο καθένας και χάρη στα οποία ο τηλεθεατής αισθάνεται πως μεταφέρεται σε περιβάλλοντα που ενδεχομένως να αγνοούσε ότι υπήρχαν. Με αυτήν την έννοια το “Yellowstone” είναι εμβληματικό, γιατί παρόλο που τα πρόσωπα είναι φανταστικά, ο τρόπος ζωής που περιγράφεται είναι πραγματικός. Η φιγούρα του καουμπόι είναι ζωντανή στην Αμερική, εκείνος ο τρόπος ζωής εξακολουθεί να υπάρχει και οι ιδιοκτήτες των ράντσων κινούνται ακόμα με τα άλογά τους, παρότι έχουν ακόμα και ελικόπτερα».

    Έξι χρόνια μετά τη μίνι τηλεοπτική σειρά γουέστερν «Hartfield & McCoys», ο Κέβιν Κόστνερ επιστρέφει στην τηλεόραση με το «Yellowstone», μια τηλεοπτική παραγωγή δέκα ωριαίων επεισοδίων που διαδραματίζεται στο σήμερα αλλά περιστρέφεται γύρω από θέματα που ο αμερικανός ηθοποιός έχει στην καρδιά του, όπως «η Άγρια Δύση, οι Ινδιάνοι και οι επικράτειές τους, το φυσικό περιβάλλον, η σχέση του ανθρώπου με τη γη, η καπιταλιστική εκμετάλλευση», θέματα με τα οποία σάρωσε τα βραβεία Όσκαρ το μακρινό 1990, πρωταγωνιστώντας (και σκηνοθετώντας) το επικό «Χορεύοντας με τους Λύκους».

    O 63χρονος Κόστνερ υποδύεται τον Τζον Ντάτον, που ελέγχει το μεγαλύτερο ράντσο των ΗΠΑ, δεχόμενος διαρκώς επιθέσεις από όλους όσοι τον περιτριγυρίζουν είτε πρόκειται για υπερόπτες μεγαλοκτηματίες είτε για ινδιάνους που διεκδικούν τα εδάφη τους είτε για τις ομοσπονδιακές Αρχές που επιδιώκουν να ιδρύσουν το πρώτο εθνικό δρυμό της Αμερικής. Μιλώντας, ωστόσο, στην απεσταλμένη της La Repubblica στο Λος Άντζελες, εκείνος επέλεξε να σταθεί στους ιθαγενείς της Αμερικής.

    «Τα προβλήματά τους εξακολουθούν να υφίστανται. Θέλω να βλέπω τον αγώνα για τα δικαιώματα των Ινδιάνων της Αμερικής με τρόπο ρεαλιστικό και αντικειμενικό. Οι καταυλισμοί τους δεν είναι ιδανικά μέρη, δυσκολεύονται να επιβιώσουν, η φτώχεια και ο αλκοολισμός θερίζουν. Δεν είμαστε μια σοσιαλιστική χώρα, ποτέ δεν υπήρξαμε, έχουμε ένα σύστημα που βασίζεται στην ελεύθερη αγορά, και αυτό συνέλαβε στην ανάπτυξη της χώρας μας συνολικά. Αλλά για πολλούς Αμερικανούς αποτέλεσε μια τραγωδία. Και δεν μπορούμε να δικαιολογούμαστε ότι κάποτε ήμασταν όλοι καουμπόι», υποστήριξε ο αιώνιος κινηματογραφικός και τηλεοπτικός καουμπόι της Αμερικής.

  • Usa Today

    SUV/ Αγαπημένα των οδηγών, εφιάλτης των πεζών

    To 2016 στους δρόμους των ΗΠΑ έχασαν τη ζωή τους 6.000 πεζοί, σχεδόν όσοι και Αμερικανοί που άφησαν την τελευταία τους πνοή στο Ιράκ και το Αφγανιστάν από το 2002. Και σύμφωνα με εκτενές ρεπορτάζ του USA Today κύρια αιτία αποτελεί η μανία των νέων, κυρίως, οδηγών με τα αποκαλούμενα Sport Utility Vehicle, γνωστότερα ως SUV.

    Πιο ειδικά αναφέρεται πως πρόσφατη έρευνα της αμερικανικής εφημερίδας αποκάλυψε πως οι θάνατοι πεζών στις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά 49% σε σχέση με το 2009 εξαιτίας, κατά πάσα πιθανότητα, της αύξησης του αριθμού των SUV. Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό; Τι μετατρέπει τα δημοφιλή αυτά οχήματα σε φονικά όπλα; Οι διαστάσεις και το ύψος στο οποίο βρίσκεται ο μπροστινός προφυλακτήρας, δηλώνουν οι ειδικοί.

    Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι μελέτη της εθνικής αρχής ασφάλειας αυτοκινητοδρόμων των ΗΠΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι πεζοί που εμπλέκονται σε τροχαία με SUV έχουν τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να πληγούν θανάσιμα, με τέσσερις στους δέκα από αυτούς να χάνουν τελικά τη μάχη για τη ζωή. Πάντως το στοιχείο αυτό δεν αλλάζει το γεγονός πως τo SUV είναι το αγαπημένο όχημα των Αμερικανών με έξι στα δέκα αυτοκίνητα που πωλούνται να ανήκουν πλέον σε αυτήν την κατηγορία. Και, δεδομένης της εξαιρετικής επιτυχίας που σημειώνουν, αναμένεται πως θα αυξηθούν. Εις βάρος των πεζών.

    Πέρα από εντυπωσιακό είναι σίγουρα (για κάποιους) και απειλητικό… Φωτογραφία: Reuters



text
  • H ΔΕΗ δεν σώζεται πια από τους λογαριασμούς. Χρειάζεται και έρανο


    25 Ιουνίου 2019, 06:45