1181
Ο Ξένος εμφανίζεται, πάλι, στο υγρό στοιχείο σε μια ενδεχόμενη απόπειρα να απομακρυνθεί. Η ιδιόρρυθμη σχεδία, όμως, στην οποία επιβαίνει είναι ακινητοποιημένη, χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Έτσι, μοιάζει να βρίσκεται σε ένα αδιέξοδο και ταυτόχρονα αρνείται να αφομοιωθεί ο ίδιος, να συμβιβαστεί με ό,τι ενδεχομένως διαφωνεί | Γιώργος Δεπόλλας

Η χλαίνη του φωτογράφου και η Λούτσα

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 2 Δεκεμβρίου 2019, 14:25
Ο Ξένος εμφανίζεται, πάλι, στο υγρό στοιχείο σε μια ενδεχόμενη απόπειρα να απομακρυνθεί. Η ιδιόρρυθμη σχεδία, όμως, στην οποία επιβαίνει είναι ακινητοποιημένη, χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Έτσι, μοιάζει να βρίσκεται σε ένα αδιέξοδο και ταυτόχρονα αρνείται να αφομοιωθεί ο ίδιος, να συμβιβαστεί με ό,τι ενδεχομένως διαφωνεί
|Γιώργος Δεπόλλας

Η χλαίνη του φωτογράφου και η Λούτσα

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 2 Δεκεμβρίου 2019, 14:25

Ένας άντρας, ντυμένος με χλαίνη, βγαίνει από τη θάλασσα. Βρεγμένος, κοιτάει τον φακό. Κλικ. Ένα από τα χιλιάδες κλικ του φωτογράφου Γιώργου Δεπόλλα. Μια «νύξη για παρελθόντες ή τωρινούς πολέμους και ανώμαλες συνθήκες, σε τόπους απροσδιόριστους χωρικά και χρονικά», όπως μου το εξηγεί ο επιμελητής του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, Ηρακλής Παπαϊωάννου. Ή, όπως λέει ο ίδιος ο καλλιτέχνης του φακού, «η φωτογραφία, εκτός από ένα υπέροχο εργαλείο, είναι και ένα εξαιρετικό παιχνίδι». Τόσο απλά.

Είναι ο ίδιος στο ενσταντανέ. Με τη χλαίνη. Δούλεψε αυτή την φωτογραφία, στην αδημοσίευτη μέχρι σήμερα ενότητα «Ξένος», πολύν καιρό. Κυκλοφορούσε με το αυτοκίνητό του γεμάτο με τα «υλικά» αυτής και άλλων φωτογραφιών του, με μοντέλο τον ίδιο. Μέχρι να βρει τον κατάλληλο τόπο, την κατάλληλη στιγμή, το κατάλληλο φως, ή ακόμη και τα… κατάλληλα συννεφάκια, για να κάνει το κλικ. Όχι ο ίδιος. Έστηνε το καρέ του και ζητούσε από την σύζυγό του να κάνει, απλώς, το κλικ. Αν κάτι είχε «κουνηθεί» και δεν του άρεσε, φτου κι απ’ την αρχή. Ψάχνοντας κάθε φορά τα κατάλληλα.

Τεχνική; Εμμονή; Όχι, απλώς αυτή είναι η ιδιαίτερη, μοναδική κατά τους ειδικούς, τέχνη του 72χρονου Γιώργου Δεπόλλα. Που έχει καταφέρει με ανάλογες «τεχνικές», εμμονές, στάσεις απέναντι στο μέσον και στο «αντικείμενό» του, να διανύσει μισόν αιώνα και πλέον στη φωτογραφία.

Σε άλλη εικόνα της σειράς, που διατηρεί ως σύνολο μια χαλαρή αφηγηματική εξέλιξη, ο Ξένος εκφράζει την απόγνωσή του

Έζησε και τα χρόνια πριν από την εποχή που και στην Ελλάδα – καθυστερημένα – η φωτογραφία μπήκε επισήμως στο κάδρο της Τέχνης και των συλλεκτών ή των μουσείων, ως καλλιτεχνική φωτογραφία. Φωτογράφισε για την Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού, αλλά και το Ψυχιατρικό Άσυλο στην Λέρο (1982). Κλικάρησε στην ελληνική «Παραλία», κυρίως στην «λαϊκή» παραλία της Λούτσας, αλλά και το προσκύνημα στην Τήνο (όπου τον έκανε, καθώς λέει, να αντιδράσει «ο ανθρώπινος πόνος, η ανθρώπινη ανοησία, αλλά κυρίως η ανεξέλεγκτη κοροϊδία και εκμετάλλευση των απλών ανθρώπων από την εκάστοτε εξουσία – θρησκευτική, πολιτική, κ.λπ.»).

Φωτογράφισε τον εαυτό του, αλλά και σκηνοθετημένες σαν φωτορεπορτάζ εικόνες. Αφήνοντας πάντα τον φακό του να σχολιάσει. «Επηρεαζόταν πάντοτε από το κοινωνικό και το πολιτικό περιβάλλον», μου προσθέτει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου, που επιμελείται την (έγχρωμη) ενότητα «Ξένος» του Γιώργου Δεπόλλα, την οποία ο καλλιτέχνης δουλεύει από το 2010. Και τώρα παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην 7η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο της οποίας ο Γιώργος Δεπόλλας θα παραδώσει και masterclass.

Ο ίδιος ο Γιώργος Δεπόλλας φωτογραφίζεται ενώ αναδύεται ντυμένος μέσα από τη θάλασσα. Παραπομπή στην ταινία «Ο Θίασος» του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1975), σε μια εμβληματική σκηνή της οποίας ένας άντρας, αντιμέτωπος με το απόσπασμα των Ναζί, ερωτά με αφοπλιστική αμεσότητα τους δήμιούς του: «Εγώ ήρθα από τη θάλασσα, από την Ιωνία. Εσείς από πού ήρθατε;»

Ο Δεπόλλας, κατά τον Ηρακλή Παπαϊωάννου, «νιώθει πως η τέχνη είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση στην οποία κανείς πρέπει να τολμά και να μη σιωπά. Ο Φρανκ Ζάπα άλλωστε έλεγε πως ότι είναι βαθιά προσωπικό είναι εντέλει οικουμενικό. Ακόμη ότι μερικές φορές ενώ νομίζουμε ότι η τόλμη απαιτείται για να υπερβούμε εξωτερικές συνθήκες, συχνά η ισχυρότερη μάχη και το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι ο εαυτός μας».

Σε μια τέχνη, όπως η Φωτογραφία, στην οποία «το δυσκολότερο πράγμα είναι η διαμόρφωση του προσωπικού βλέμματος στα πράγματα και τον κόσμο, πράγμα που απαιτεί χρόνο, βιώματα, είναι εσωτερική διεργασία και περιέχει οδυνηρά ξεκαθαρίσματα», ο Γιώργος Δεπόλλας κατέκτησε την τιμή να του αποδίδουν μοναδικότητα. Γιατί και πώς, μας λέει ο κ. Παπαϊωάννου: «Είναι η συνεχής ανησυχία του, η άρνηση να τυποποιηθεί, η αμφισβήτηση του εαυτού του, οι αντιθέσεις και αντιφάσεις μέσα από τις οποίες κανείς διδάσκεται πολλά, αν το επιθυμεί. Για παράδειγμα, για 20 χρόνια όργωσε την Ελλάδα αναζητώντας φωτογενή τοπία (χάρη στην επαγγελματική του δραστηριότητα), ενώ συγχρόνως σαν καλλιτέχνης, στην «Παραλία» της δεκαετίας του ’80, ακτινογραφούσε το κοινότοπο ελληνικό τοπίο, το οποίο απεικόνιζε με τον λιγότερο φωτογενή τρόπο».

H Παραλία, 1983

Ο Δεπόλλας, συνεχίζει, «έχει πλήρη συνείδηση της ευλυγισίας της φωτογραφίας που μπορεί να είναι συγχρόνως η δύναμή της και η αχίλλειος πτέρνα, θυμίζοντας τη γύρη που ταξιδεύει με τον άνεμο και κανείς δεν ξέρει που θα εκδηλωθεί τελικά η επικονίαση». Ίσως γι’ αυτό η φωτογραφία (και η δική του) είναι «ένα μέσο πολλαπλά αινιγματικό».

Ο ίδιος ο φωτογράφος θυμάται: «Όταν άρχισα να κάνω φωτογραφία, τα μόνα πράγματα που ήξερα είχαν να κάνουν με τον κινηματογράφο και είχα πολλές επιρροές από Αμερικάνικες ταινίες, τον Ιταλικό νεορεαλισμό, το Εγγλέζικο Free Cinema και αργότερα ορισμένα πράγματα πιο δύσκολα και περίτεχνα του Γαλλικού σινεμά… Ήταν επόμενο να κουβαλώ τις εικόνες προσώπων που συγκεντρώνουν όλη τη συναισθηματική φόρτιση της μυθοπλασίας στην οποία ανήκουν, όπως στις ταινίες του Μονιτσέλι, του Ντε Σίκα, του Φελίνι κ.ά., ή τις μοναχικές απόμακρες φυσιογνωμίες των ανδρών στο φιλμ νουάρ και το γουέστερν. Στοιχεία που εμπλέκουν το μοιραίο, την μοναχική πορεία, το λυρισμό, το κοινωνικό ντοκουμέντο, ήταν πάντοτε αυτά που με ενδιέφεραν και κατηύθυναν τις επιλογές μου».

Το Ασυλο, Λέρος, 1982

Σε μια πορεία μισού και πλέον αιώνα, από το 1975, που μετά τις σπουδές σκηνοθεσίας ασχολήθηκε επαγγελματικά με την φωτογραφία, ο γεννημένος στην Αθήνα καλλιτέχνης έμαθε πολλά για το μέσο του. Σχολιάζοντας συχνά τα ενσταντανέ του, με λεζάντες. «Δύο είναι οι βασικοί άξονες με τους οποίους έχω πορευτεί στην προσωπική μου δουλειά. Ο ένας είναι το ενδιαφέρον μου για τον συνάνθρωπο, για τους πολλούς, “για να μην ξεχνιόμαστε”. Και ο άλλος, η προσπάθειά μου να αντιληφθώ και να διερευνήσω τις δυνατότητες και τα όρια αυτού του νέου καταπληκτικού μέσου», έλεγε στην εφημερίδα «Ελευθερία» ο Γιώργος Δεπόλλας, συνιδρυτής του Image Studio το 1975, του Φωτογραφικού Κέντρου Αθηνών, το 1979 και της εκδοτικής εταιρείας Fotorama (1983), έναν χρόνο προτού αρχίσει να διδάσκει στη Σχολή Βακαλό.

Τι μάθαμε όμως εμείς από κείνον; «Αυτό που πρωτίστως έμαθε σε μας, σε όσους τουλάχιστον ενδιαφέρονται να μαθητεύσουν, είναι ότι πρέπει κανείς να προσπαθεί να μείνει ακέραιος στις ιδέες και στις θέσεις του, να μη παρασύρεται από τις ευκολίες και τους συρμούς κάθε εποχής, παρότι διατρέχει τον κίνδυνο να παραμείνει για πάντα ένας Ξένος, τουλάχιστον απέναντι στην κυρίαρχη λογική». Ο «Ξένος» που λέγαμε…

Ο Ξένος εμφανίζεται να προσπαθεί να αλλάξει τα πράγματα γύρω του, να παρέμβει, με τρόπο που μοιάζει σισύφειος, χωρίς η προσπάθεια να στέφεται από επιτυχία

Και κάτι ακόμη, χαρακτηριστικό του Δεπόλλα: «Του αρέσει πολύ, ίσως και λόγω των σπουδών του στον κινηματογράφο, να στήνει ιστορίες πραγματικές ή φανταστικές, ή σε ορισμένες περιπτώσεις κάτι απροσδιόριστο ανάμεσα στα δυο. Και ότι έκανε αυτά και αρκετά ακόμη χωρίς ακκισμούς και αίσθηση αυτοσπουδαιότητας, παραμένοντας εν πολλοίς μια περίπτωση ακατάταχτη».

Info

«Ο Ξένος» του Γιώργου Δεπόλλα στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο της 7ης Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, που οργανώνει έως τις 16 Φεβρουαρίου 2020 ο Μητροπολιτικός Οργανισμός Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης – ΜΟΜus, με τη συνεργασία 11 επιμελητών και έργα άνω των 50 καλλιτεχνών από την Ελλάδα και το εξωτερικό, που εκτίθενται σε πέντε χώρους του Momus και σε δύο σημεία (το Αλατζά Ιμαρέτ και το Μέγαρο Μουσικής) της Θεσσαλονίκης