Η βιβλική και η παγανιστική αντίληψη της Ιστορίας
Η βιβλική και η παγανιστική αντίληψη της Ιστορίας
Ακολουθεί ερασιτεχνικό, φιλοσοφικό παράρτημα, προϊόν σκέψεων του γράφοντος με αφορμή την κρίση που διανύουμε.
Ως ανήμπορα και παραζαλισμένα ανθρωπάκια όλοι μας, άλλο δεν κάνουμε από το να ψελλίζουμε νυχθημερόν αστήριχτες υποθέσεις και αποσπασματικές θεωρίες για το πρωτόγνωρο που αίφνης μάς χτύπησε κατακέφαλα. Δεν υποψιαζόμαστε βέβαια ότι δεν ξεφεύγουμε ούτε χιλιοστό από την προαιώνια αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο θεμελιώδη (και αντιτιθέμενα) συστήματα σκέψης γύρω από την φιλοσοφία της ανθρώπινης ιστορίας. Την θεοκρατική εσχατολογία και την αρχαιοελληνική αντίληψη τού αέναου κύκλου.
Η αντιπαράθεση αυτή, στο διάβα των αιώνων έχει εξετάσει ενδελεχώς όλα τα ουσιαστικά ερωτήματα που (με μοντέρνα ορολογία) διατυπώνονται σήμερα για τα αίτια και τη λύση του κακού που μας βρήκε. Έχει εξετάσει αν οι κρίσεις στην ιστορία (άρα και η ίδια η ιστορία) αποτελούν τυχαία (ίσως τυχαία προδιαγεγραμμένα) γεγονότα ή είναι αποτέλεσμα κάποιας ανώτερης βούλησης. Έχει εξετάσει όλες τις πιθανές λύσεις, από το ταμπούρωμα στο παρελθόν μέχρι τη φυγή προς το μέλλον κι έχει διερευνήσει όλες τις πιθανές αντιδράσεις των ανθρωπίνων κοινωνιών, από την μοιρολατρία και την καταγγελία, ως την ενεργητική ατομική και συλλογική δράση. Όλα όσα μας συμβαίνουν είναι εντελώς καινούρια και κατ’ ουσία τόσο παμπάλαια. Καμιά από τα εκατομμύρια απόψεις που διατυπώνονται στις μέρες μας (από την πιο κοινότοπη ως την πιο καινοτόμα) δεν είναι ορφανή μέσα στο παγκόσμιο φιλοσοφικό στερέωμα. Το αν πατάει πάνω σε σαθρό ή στέρεο φιλοσοφικό υπόβαθρο, είναι άλλο θέμα. Και φυσικά, οριστική απάντηση ούτε έχει δοθεί, ούτε θα δοθεί ποτέ. Πάμε λοιπόν:
Η σύγκρουση ανάμεσα στην Ελληνική κλασσική φιλοσοφία και την Βιβλική εσχατολογία ήταν σφοδρή. Από τον 5ο αιώνα που ο Χριστιανισμός ισοπέδωσε τα τελευταία ψήγματα της Ελληνικής φιλοσοφίας, μέχρι την Αναγέννηση και τη Γαλλική επανάσταση που επανέφεραν τον «ορθό λόγο» στο ιστορικό προσκήνιο, παρεμβλήθηκαν δέκα τουλάχιστον σκοτεινοί αιώνες απόλυτης θεοκρατίας σε Ανατολή και Δύση. Στους αιώνες αυτούς, μεγάλοι Χριστιανοί διανοητές και θεολόγοι επεξεργάστηκαν το φιλοσοφικό οπλοστάσιο της θρησκείας τους, εναντίον της «παγανιστικής» θεώρησης του κόσμου, που είχε φθάσει σε σημείο τελειότητας μέσω της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας.
Οι Έλληνες πίστευαν ακράδαντα ότι ζούσαν σ’ έναν κόσμο αιώνιο, που υπήρχε και θα υπάρχει πάντα. Έναν κόσμο χωρίς «Γένεση» και χωρίς «Τέλος». Ο κόσμος αυτός ήταν ένας «αιώνιος κύκλος», που λειτουργούσε μέσα από σταθερές εναλλαγές. Οι αναλλοίωτες κινήσεις των ουρανίων σωμάτων, ο απαράλλαχτος ερχομός ημέρας και νύχτας, το απαρασάλευτο των εποχών, η αταλάντευτη πορεία ανθρώπων, ζώων και φυτών σ’ έναν δεδομένο κύκλο (γέννηση – ακμή – παρακμή – θάνατος – αναγέννηση), ήταν οι σταθερές ενός κόσμου με τον οποίο ήταν απολύτως συμφιλιωμένοι. Το σύμπαν και η φύση είχαν αναλλοίωτους νόμους και ο άνθρωπος (ως μέρος της φύσης) ήταν ενταγμένος σ’ αυτούς. Το ανθρώπινο γένος δεν «γεννήθηκε» αλλά υπήρχε ανέκαθεν (όπως κάθε έμβιο όν), διότι η εμπειρία έδειχνε ότι ο άνθρωπος μπορεί να υπάρξει μόνο ως προϊόν άλλου ανθρώπου. Κάθε στιγμιαία ανισορροπία αυτού του αιώνιου κόσμου διορθωνόταν μέσα απ’ τον αόρατο μηχανισμό της «Νεμέσεως», που δεν επενέβαινε ως δικαιοδοτική βούληση, αλλά ως φυσική ανάγκη διατήρησης της συμπαντικής ισορροπίας. Στον ελληνικό κόσμο υπήρχαν θεοί οι οποίοι (κατά τη μυθολογία) γεννήθηκαν μαζί με το σύμπαν, αλλά η ύπαρξη ενός μοναδικού Θεού πάνω από το σύμπαν ήταν αδιανόητη.
Απέναντι σ’ αυτό τον ελληνικό κόσμο, η Εβραϊκή και η Χριστιανική εσχατολογία, τοποθέτησαν έναν κόσμο που γεννήθηκε ως αποτέλεσμα Θεϊκής βούλησης και πορεύεται υποχρεωτικά σε κάποιο προκαθορισμένο από τον Δημιουργό «Έσχατον» σημείο. Η «Γένεση» της Παλαιάς Διαθήκης και η «Ημέρα της Κρίσεως» της Καινής Διαθήκης, είναι τα δύο ακραία όρια του κόσμου αυτού. Σύμφωνα μ’ αυτή τη φιλοσοφική αντίληψη, τα πάντα στην συλλογική και ατομική ζωή του ανθρώπου έχουν απαρέγκλιτη κατεύθυνση προς το «Έσχατον» σημείο και κινούνται αποκλειστικά γύρω απ’ το θεμελιώδες ζήτημα της πίστης σ’ αυτό. Για τους Χριστιανούς, σκοπός της «Δημιουργίας» ήταν ο άνθρωπος. Ο Θεός χρησιμοποίησε τις πρώτες έξι μέρες της Δημιουργίας, μόνο και μόνο για να φτιάξει ένα σύμπαν όπου θα «στέγαζε» τον άνθρωπο, το δημιούργημα της έβδομης καθοριστικής μέρας. Άρα, είμαστε υπόλογοι στη βούληση του Δημιουργού μας, όχι στους νόμους του κελύφους που έφτιαξε για να μας βάλει μέσα. Κυρίως, όμως, είμαστε υπόλογοι στον προορισμό που έχει καθορίσει για μας. Αν δεν είχε κάποιο προορισμό, ο Θεός απλώς δεν θα μας δημιουργούσε. Άρα, δεν υφίσταται αυτόνομη προσωπική, πολιτική, οικονομική ή ιστορική κίνηση των ανθρώπων. Από μόνες τους, ατομικές ή συλλογικές πράξεις δεν έχουν κανένα νόημα, είναι ατελέσφορες. Αποκτούν νόημα, μόνο τοποθετημένες στην προδιαγεγραμμένη απ’ τον Θεό πορεία της ανθρωπότητας προς το «Έσχατον», προς την Σωτηρία.
Το «Έσχατον» είναι η ώρα της τελικής κρίσεως που θα οδηγήσει τους αμαρτωλούς στην οριστική κόλαση και τους πιστούς στον αιώνιο ανεπίστρεπτο παράδεισο. Εκείνη την προδιαγεγραμμένη στιγμή της μέγιστης χαράς και του απόλυτου τρόμου, τη στιγμή της Δευτέρας Παρουσίας, τελειώνει οριστικά και η ιστορία. Διότι για τους Θεοκράτες, η ιστορία δεν είναι παρά μια ατέλειωτη σειρά από αγωνίες, πόνους, σφαγές και οιμωγές του ανθρωπίνου γένους στην πορεία του προς τη λύτρωση. Όταν η απολύτρωση φθάσει, όταν τελειώσουν τα βάσανα του ανθρωπίνου γένους, όταν εισέλθουμε επιτέλους στον παράδεισο ή καταβαραθρωθούμε στην κόλαση, η ιστορία παύει να υπάρχει. Όχι μόνο διότι η κόλαση δεν επιδέχεται περαιτέρω χειροτέρευση και ο παράδεισος περαιτέρω βελτίωση, αλλά και διότι η ιστορία της ανθρώπινης ζωής ήταν ο προσωρινός προθάλαμος για τον Θεϊκό προορισμό. Για όσο χρόνο, όμως, η ιστορία υφίσταται, δεν υπάρχει τίποτα άλλο μέσα της, πέραν της αδυσώπητης πάλης του Θεϊκού με το Διαβολικό. Το πρώτο πασχίζει να διορθώνει τη ρότα προς τη σωτηρία, το δεύτερο παλεύει λυσσαλέα να την ξεστρατίσει. Για τη θεολογική αντίληψη της ιστορίας μόνο αυτή η ρότα υφίσταται, ενώ άλλοι δρόμοι που πορεύονται προς την πρόοδο, την ευημερία, την αυτογνωσία, την βελτίωση της ζωής και άλλα παρόμοια, είναι κενοί περιεχομένου. Αποκτούν περιεχόμενο μόνο από τον τρόπο που απομακρύνουν ή φέρνουν κοντύτερα τη Σωτηρία. Η διεύρυνση του νου προς την επιστήμη ή τις κοινωνικές διεργασίες, τον απομακρύνει από την προσήλωση στην σωτηρία και τον οδηγεί αναπόφευκτα στην αμφισβήτηση του Θεϊκού προς όφελος των ανθρωπίνων δυνατοτήτων.
Κάθε ένα από τα εκατομμύρια επιχειρήματα που ακούμε καθημερινά γύρω από την κρίση, στην πραγματικότητα αποτελούν μια μικρή απόληξη κάποιου από τα δύο αυτά συστήματα σκέψης. Ενίοτε αποτελούν συνδυασμό τους, καθώς ο κάθε πολίτης δεν είναι υποχρεωμένος να διαθέτει το προτέρημα της φιλοσοφικής καθαρότητας. Και για να μην παραλείψω κάτι σημαντικό, η Μαρξιστική αντίληψη της ιστορίας (όπως κατέληξε όχι από τον ίδιο τον Μάρξ, αλλά από τους Σταλινικούς διανοητές του ιστορικού υλισμού) εντάσσεται πέραν πάσης αμφισβητήσεως στο εσχατολογικό στρατόπεδο. Απλώς, τη θέση του Θεϊκού «Έσχατου» πήρε η μελλοντική αταξική κοινωνία στην οποία «ούτως ή άλλως» θα φθάσουμε. Τη θέση δε της Θείας βούλησης που οδηγεί ως εκεί, πήραν οι αντικειμενικοί νόμοι του διαλεκτικού υλισμού που εφαρμόζονται με ατσάλινο τρόπο πάνω στην πορεία της ιστορίας για να την οδηγήσουν στον προδιαγεγραμμένο προορισμό της.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
