1059
O Μπενίτο Μουσολίνι άσκησε αυτό που σήμερα συχνά περιγράφεται ως «αυταρχικός νομικισμός»: ακολούθησε το γράμμα του Νόμου, ενώ παραβίαζε το πνεύμα του | CreativeProtagon

Τι κάνει κάποιον φασίστα;

Γιαν-Βέρνερ Μίλερ Γιαν-Βέρνερ Μίλερ 8 Νοεμβρίου 2022, 20:01
O Μπενίτο Μουσολίνι άσκησε αυτό που σήμερα συχνά περιγράφεται ως «αυταρχικός νομικισμός»: ακολούθησε το γράμμα του Νόμου, ενώ παραβίαζε το πνεύμα του
|CreativeProtagon

Τι κάνει κάποιον φασίστα;

Γιαν-Βέρνερ Μίλερ Γιαν-Βέρνερ Μίλερ 8 Νοεμβρίου 2022, 20:01

Σχεδόν έναν αιώνα μετά την πορεία του φασίστα ηγέτη Μπενίτο Μουσολίνι προς τη Ρώμη και την άνοδό του στην ιταλική πρωθυπουργία, μια πολιτικός της οποίας το κόμμα προέρχεται από τους πρωταρχικούς φασίστες, η Τζόρτζια Μελόνι, διορίστηκε πρωθυπουργός της Ιταλίας. Είμαστε μάρτυρες της επιστροφής ενός πεζού φασισμού – ενός πολιτικού φαινομένου που από το 1922 έως σήμερα είχε απήχηση πολύ πέρα από την Ιταλία;

Αν και δεν υπάρχει τίποτα το μεμπτό σε αυτή την ερώτηση, το να χρησιμοποιούμε τη λέξη «φασισμός» πολύ άνετα θα μπορούσε να διευκολύνει τους ακροδεξιούς ηγέτες να ισχυρίζονται ότι, από τη στιγμή που οι επικριτές τους πάντα υπερβάλλουν, πρέπει επίσης να μεγαλοποιούν την απειλή για τη δημοκρατία. Οπως ήταν αναμενόμενο, η Μελόνι κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να αποστασιοποιηθεί από τον φασισμό στην παρθενική της ομιλία στο Κοινοβούλιο.

Ωστόσο, εξετάζοντας το ζήτημα του φασισμού σήμερα, πρέπει να θυμόμαστε ότι έχει περάσει από διαφορετικές φάσεις. Παρότι δεν υπάρχουν φασιστικά καθεστώτα στην Ευρώπη και στην Αμερική, σίγουρα υπάρχουν κάποια κόμματα –περιλαμβανομένων και κυβερνητικών– που θα μπορούσαν να αρχίσουν σταδιακά να ακολουθούν μια πιο φασιστική κατεύθυνση.

Οπως κάθε σύστημα πολιτικών πεποιθήσεων, ο φασισμός αναμένεται να εξελιχθεί. Ο φιλελευθερισμός σήμερα δεν είναι αυτός που ήταν πριν από 100 χρόνια, και ο συντηρητισμός (που δεν πρέπει να συγχέεται με μια αντιδραστική ή ακόμη και αυστηρά ορθόδοξη στάση) βρίσκει το νόημά του στην προσεκτική προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Αυτό που ορίζει αυτά τα συστήματα είναι βασικές αξιακές δεσμεύσεις που θα πρέπει να είναι αναγνωρίσιμες με την πάροδο του χρόνου. Οι φιλελεύθεροι λένε ιστορίες για την ελευθερία. Οι συντηρητικοί επικεντρώνονται στους κινδύνους της ταχείας αλλαγής και στα όρια της ανθρώπινης διάνοιας όσον αφορά την αναμόρφωση της κοινωνίας.

Και οι φασίστες; Αρχικά ήταν όλοι εθνικιστές που υπόσχονταν εθνική αναγέννηση – δηλαδή να κάνουν τη χώρα τους ξανά μεγάλη. Αλλά δεν είναι όλοι οι εθνικιστές φασίστες, και πολλοί πολιτικοί υπόσχονται κάποια μορφή αναγέννησης. Αυτό που διέκρινε ιστορικά τους φασίστες ήταν η εξύμνηση του βίαιου αγώνα και της πολεμικής ανδρείας. Προώθησαν, επίσης, αυστηρές εθνικές, φυλετικές και έμφυλες ιεραρχίες, ενώ, ειδικά με τις φυλές, θεωρούσαν πως βρίσκονταν σε διαρκή και θανάσιμη σύγκρουση.

Η σημερινή Ακροδεξιά ενδιαφέρεται αναμφίβολα για την αποκατάσταση των παραδοσιακών έμφυλων ρόλων και ιεραρχιών και αντλεί μεγάλο μέρος της ενέργειάς της από μια αδυσώπητη πολιτική αποκλεισμού: όσοι είναι ξένοι προς το έθνος πρέπει να κρατηθούν εκτός, μην τυχόν και έρθουν τελικά για να αντικαταστήσουν την ομάδα που κυριαρχεί εντός. Αλλά υπάρχει επίσης ένας υποτιθέμενος εσωτερικός κίνδυνος: οι «φιλελεύθερες ελίτ» και οι μειονότητες που δεν υπολογίζονται ως μέλη αυτού που οι ακροδεξιοί λαϊκιστές θεωρούν «πραγματικό λαό».

Ωστόσο, αυτή η πολιτική του αποκλεισμού δεν συμβαδίζει απαραίτητα με την εξύμνηση της βίας και του αγώνα ως μέσου παροχής στους άνδρες (κατά κανόνα) μιας πειθαρχημένης και ηρωικής ζωής γεμάτης νόημα. Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό του φασισμού, σε τελική ανάλυση, προέκυψε από τις μαζικές κινητοποιήσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, με τον Μουσολίνι να υμνεί την «αριστοκρατία των χαρακωμάτων»: μια αριστοκρατία γενναίων πολεμιστών –σε αντίθεση με τους σημερινούς πολεμιστές του πληκτρολογίου και του Σαββατοκύριακου– που είχαν δεθεί στη μάχη.

Δεδομένου ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει, οι οπαδοί του Μουσολίνι συνέχισαν τη βία στην πατρίδα. Παρομοίως, η άνοδος του Χίτλερ είναι ακατανόητη εκτός του πλαισίου δράσης των αιμοδιψών δεξιών πολιτοφυλακών που εμφανίστηκαν στη Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του 1920.

Δεν είναι τυχαίο ότι τα πρώτα φασιστικά καθεστώτα σχηματίστηκαν σε χώρες που είτε έχασαν (Γερμανία) είτε αισθάνονταν ότι είχαν χάσει (Ιταλία) μια σύρραξη. Ούτε  ότι τα φασιστικά καθεστώτα ενεπλάκησαν αργά ή γρήγορα σε πόλεμο, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές αυταρχικές κυβερνήσεις, που συνήθως προτιμούν να μην κινητοποιούν τις κοινωνίες τους.

Είναι αυτό το κλίμα διάχυτης βίας που δεν υπάρχει σήμερα. Ναι, οι βετεράνοι αποτελούν την πλειονότητα στις πιο βίαιες ομάδες της Ακροδεξιάς και οι σημερινοί ακροδεξιοί ηγέτες όντως επιφέρουν αυτό που η φιλόσοφος Κέιτ Μαν περιγράφει ως «διάχυση της επιθετικότητας από πάνω προς τα κάτω». Αλλά ακόμη και όπου η Ακροδεξιά ανήλθε στην εξουσία, επεδίωξε να αποστρατεύσει τους πολίτες και να συμβιβαστεί με τον καταναλωτικό καπιταλισμό.

Οπότε, πρέπει απλώς να ολοκληρώσουμε τη συζήτηση για τον φασισμό; Αυτό θα ήταν πολύ βιαστικό. Οπως απέδειξε ο διακεκριμένος ιστορικός Ρόμπερτ Πάξτον, ο φασισμός εκδηλώνεται σε διάφορες φάσεις. Η τρέχουσα συμβατική σοφία υποστηρίζει ότι, ενώ η χαριστική βολή για τις κατεστραμμένες δημοκρατίες του 20ού αιώνα ήταν συνήθως βίαια πραξικοπήματα, οι δημοκρατίες του 21ου αιώνα είναι πιο πιθανό να περιέλθουν υπό τον έλεγχο επίδοξων τυράννων, που τροποποιούν ανεπαίσθητα τους νόμους με την πάροδο του χρόνου, για να καταστήσουν την απομάκρυνση από την εξουσία σχεδόν αδύνατη. Μια τέτοιας μορφής αυταρχικοποίηση λέγεται ότι είναι πιο αποτελεσματική, επειδή είναι πιο δύσκολο να εντοπιστεί.

Αλλά αυτή η αντιπαραβολή παραβλέπει το γεγονός ότι ο φασισμός –παρά την εξύμνηση της βίας– συχνά δεν χρειαζόταν να ασκεί βία για να επιτύχει τους στόχους του. Ο ίδιος ο Μουσολίνι δεν πραγματοποίησε πορεία προς τη Ρώμη. Εφτασε με αμαξοστοιχία από το Μιλάνο, αφού ο βασιλιάς της Ιταλίας και οι παραδοσιακές ελίτ αποφάσισαν να του εκχωρήσουν την εξουσία, με την ελπίδα ότι θα διευθετούσε ένα πολιτικό χάος που κανείς άλλος δεν φαινόταν ικανός να διαχειριστεί.

Επιπλέον, έχει ξεχαστεί σε μεγάλο βαθμό ότι ο Μουσολίνι κυβέρνησε επί χρόνια βασιζόμενος στις δομές της ιταλικής δημοκρατίας, καθώς περιέλαβε ακόμη και πολλούς αυτοαποκαλούμενους φιλελεύθερους στο υπουργικό του συμβούλιο. Ασκησε αυτό που σήμερα συχνά περιγράφεται ως «αυταρχικός νομικισμός»: ακολούθησε το γράμμα του Νόμου, ενώ παραβίαζε το πνεύμα του, θέσπισε νόμους με τρόπους που ήταν διαδικαστικά ορθοί, αλλά έθεταν το κράτος των ανθρώπων πάνω από το κράτος δικαίου.

Ασφαλώς, σημειώθηκαν επίσης πάμπολλες φρικτές πράξεις βίας, με πιο διαβόητη τη δολοφονία του σοσιαλιστή πολιτικού Τζάκομο Ματεότι. Αλλά μόλις το 1925 ο Μουσολίνι κατέστη ξεκάθαρα δικτάτορας (ενώ ο Χίτλερ άφησε ελάχιστες αμφιβολίες για το ολοκληρωτικά ρατσιστικό και απολυταρχικό καθεστώς που θα εγκαθίδρυε από την πρώτη ημέρα που θα αναλάμβανε την καγκελαρία).

Είναι λάθος πολιτικής κρίσης να συγχέεται η σημερινή Ακροδεξιά με τον φασισμό. Αλλά είναι επιτακτική ανάγκη να παρακολουθήσουμε προσεκτικά πώς εξελίσσεται η Ακροδεξιά με την πάροδο του χρόνου. Μια στροφή προς τον φασισμό –που εκφράζεται από την ανοιχτή τάση προς τον αυταρχισμό και την εξύμνηση της βίας– θα μπορούσε να συμβεί γρήγορα, αλλά μπορεί επίσης να συμβεί αρκετά αργά. Σε κάθε περίπτωση, η στάση των παραδοσιακών ελίτ είναι ένας βασικός παράγοντας που πρέπει να παρακολουθείται. Αυτό είναι ένα από τα λιγότερο κατανοητά διδάγματα από την άνοδο του Μουσολίνι και του φασισμού στην Ιταλία του εικοστού αιώνα.


* Ο Jan-Werner Muller, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, είναι ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του «Democracy Rules» (Farrar, Straus and Giroux, 2021· Allen Lane, 2021). Το κείμενο αυτό αναδημοσιεύεται από το Project Syndicate

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News