799
Ο υποψήφιος του SPD για την καγκελαρία, Ολαφ Σολτς ανάμεσα στις Μανουέλα Σβέσιγκ και Φραντσίσκα Γκίφεϊ κατά την προσέλευσή τους στο στρατηγείο των σοσιαλδημοκρατών, την επομένη των εκλογών που τους ανέδειξαν πρώτο κόμμα | CreativeProtagon / REUTERS/Wolfgang Rattay

Τα συν και τα πλην των γερμανικών εκλογών

Γιαν-Βέρνερ Μίλερ Γιαν-Βέρνερ Μίλερ 28 Σεπτεμβρίου 2021, 21:00
Ο υποψήφιος του SPD για την καγκελαρία, Ολαφ Σολτς ανάμεσα στις Μανουέλα Σβέσιγκ και Φραντσίσκα Γκίφεϊ κατά την προσέλευσή τους στο στρατηγείο των σοσιαλδημοκρατών, την επομένη των εκλογών που τους ανέδειξαν πρώτο κόμμα
|CreativeProtagon / REUTERS/Wolfgang Rattay

Τα συν και τα πλην των γερμανικών εκλογών

Γιαν-Βέρνερ Μίλερ Γιαν-Βέρνερ Μίλερ 28 Σεπτεμβρίου 2021, 21:00

Καταρχάς τα άσχημα νέα. Στις γερμανικές ομοσπονδιακές εκλογές η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) υπέστη απώλειες αλλά υπερέβη το 10%. Παρά τις διαρκείς εσωκομματικές διαμάχες και τα πολλά σκάνδαλα, φαίνεται ότι το κόμμα αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό του γερμανικού πολιτικού τοπίου.

Αλλά τα καλά νέα είναι ότι η εκλογική αναμέτρηση διέψευσε πολλές γενικά αποδεκτές ιδέες και γνώμες για την ακροδεξιά: οι δυτικές δημοκρατίες δεν είναι καταδικασμένες να διεξάγουν διαρκώς πολιτισμικούς πολέμους, οι μεγάλοι συνασπισμοί μεταξύ Κεντροαριστεράς και Κεντροδεξιάς δεν ενισχύουν απαραίτητα τα πολιτικά άκρα και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα μπορούν να τα πηγαίνουν καλά δίχως να υποθάλπουν τον νατιβισμό και την ισλαμοφοβία.

Πολλοί οξυδερκείς παρατηρητές δηλώνουν ότι ένας αγώνας για επικράτηση μεταξύ φιλελεύθερων κοσμοπολιτών και «ριζωμένων» κομμουνιταριανιστών (communitarians) διαμορφώνει σήμερα την πολιτική στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Ενώ κάποιες συγκρούσεις ενδέχεται να γίνονται κατανοητές στο πλαίσιο μιας απλουστευτικής διαίρεσης σε όσους «βρίσκονται παντού» και σε «όσους βρίσκονται κάπου» (anywheres and somewheres), υφίστανται πολλές άλλες προκλήσεις που δεν μπορούν να περιοριστούν σε αυτό το δίπολο.

Οι συντάξεις στο προσκήνιο

Στη Γερμανία, το Μεταναστευτικό έπαυσε να αποτελεί κύρια ανησυχία τα τελευταία χρόνια. Αντιθέτως οι πολίτες κατά την πορεία προς τις εκλογές ανέφεραν τις συντάξεις, το μέλλον του κράτους πρόνοιας και την κλιματική κρίση ως ζητήματα που τους απασχολούν περισσότερο. Τα κύρια κόμματα εξέφρασαν διαφορετικές απόψεις για τα εν λόγω ζητήματα και μία κλασική αναμέτρηση ανάμεσα στην Κεντροδεξιά και την Κεντροαριστερά αποδείχθηκε αρνητική για την ακροδεξιά.

Το γεγονός πως οι πολίτες είχαν τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ δύο σαφών εναλλακτικών πολιτικών απέδειξε ότι το τυπικό λαϊκιστικό παράπονο ότι όλα τα «παραδοσιακά» κόμματα είναι τα ίδια και πως δήθεν διεφθαρμένες ελίτ εφαρμόζουν τις ίδιες πολιτικές για να βλάψουν «τον λαό», αληθεύει ελάχιστα.

Ούτε ο μεγάλος συνασπισμός μεταξύ του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) και της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU) της καγκελαρίου Ανγκελα Μέρκελ επιβεβαίωσε την υπόθεση ότι παρόμοιες διευθετήσεις ευνοούν τα εξτρεμιστικά κόμματα. Αντιθέτως οι Σοσιαλδημοκράτες πήραν μια ξεκάθαρα αριστερή στροφή και ήρθαν σε ρήξη με την εποχή της Μέρκελ.

Εικαζόταν επίσης ότι η δυσαρέσκεια για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε η κυβέρνηση την πανδημία θα ωθούσε τους πολίτες να ψηφίσουν για το AfD, απλώς και μόνο επειδή έτσι θα καταγραφόταν ρητώς η διαμαρτυρία τους. Εξάλλου, το AfD είναι το μόνο κόμμα που δεν (συν)ασκεί πουθενά την εξουσία στο ομοσπονδιακό σύστημα της Γερμανίας, όπου εννέα διαφορετικοί συνασπισμοί κυβερνούν τα 16 κρατίδια της χώρας.

Αυτό δεν συνέβη για δύο λόγους. Καταρχάς, για πολλούς Γερμανούς το AfD είναι ένα κόμμα που επιδιώκει τον ιστορικό αναθεωρητισμό, και αυτό σημαίνει ότι σχετικοποιεί το ναζιστικό παρελθόν. Φαίνεται ότι ακόμη και ορισμένοι ένθερμοι συντηρητικοί που απογοητεύτηκαν βαθιά από τη διαχείριση του COVID-19 από το CDU δεν θέλουν να σχετίζονται με οτιδήποτε ζέχνει νεοναζισμό.

Ο δεύτερος λόγος όσον αφορά την αποτυχία του AfD να κερδίσει ψηφοφόρους είναι λιγότερο προφανής. Oπως και οι Ρεπουμπλικάνοι στις ΗΠΑ, το AfD αποπειράθηκε να μονοπωλήσει την «ελευθερία» κατά τη διάρκεια της πανδημίας, αλλά την προσπάθειά του ματαίωσαν οι γερμανοί Φιλελεύθεροι, οι οποίοι είναι Φιλελεύθεροι με την κλασική ευρωπαϊκή σημασία. Tο Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (FDP) παρείχε μια σαφή εναλλακτική πρόταση. Διατύπωσε αξιόπιστα – στο όνομα της ελευθερίας – την αντίθεσή του στους περιορισμούς που σχετίζονται με την πανδημία, χωρίς να προσεγγίσει θεωρίες συνωμοσίας ή να εξαλείψει το όριο ανάμεσα στην κριτική των πολιτικών και την επίθεση κατά του πολιτικού συστήματος.

Το λάθος του Λάσετ

Είχε επίσης σημασία ότι τόσο το SPD όσο και το CDU αντιστάθηκαν σε αυτό που έχει καταστεί σοβαρή τάση στην Ευρώπη: το να ξεπλένεται η ακροδεξιά μέσω της υιοθέτησης τμημάτων της ρητορικής και των πολιτικών της. Περιστασιακές απόπειρες διγλωσσίας κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας απέτυχαν. Το ότι κατά τις ημέρες της κατάληψης του Αφγανιστάν από τους Ταλιμπάν ο υποψήφιος των Χριστιανοδημοκρατών Αρμιν Λάσετ, παρατήρησε ότι «το 2015 (χρονιά κατά την οποία η Γερμανία υποδέχτηκε ένα εκατομμύριο πρόσφυγες) δεν πρέπει να επαναληφθεί» θεωρήθηκε ευρέως λάθος. Και ο πολιτικός του CDU που προσπάθησε ξεκάθαρα να αναδειχθεί ως φιλικά διακείμενος απέναντι στο AfD ηττήθηκε κατά κράτος.

Ωστόσο θα ήταν εντελώς λάθος να βγάλουμε έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Υπάρχουν πολλά διδάγματα που μπορούν να αντληθούν από μία εκλογική αναμέτρηση και το CDU μπορεί να αντλήσει το λάθος δίδαγμα. Μετά τη χειρότερη επίδοση στην ιστορία του κόμματος, οι εκκλήσεις για άνοιγμα στην ακροδεξιά ενδέχεται να ενταθούν, παρόλο που περισσότερους ψηφοφόρους από το CDU στέρησαν το SPD και οι Πράσινοι.

Η ακροδεξιά έχει εδραιωθεί σε περιοχές της ανατολικής Γερμανίας και είναι ισχυρότερη στη Σαξονία και στη Θουριγγία όπου, σε αντίθεση με άλλες περιοχές της Γερμανίας, χαίρει της υποστήριξης των νέων, και όπου τον τόνο δίνει η εξτρεμιστική πτέρυγά της. Τώρα αυτή η πτέρυγα θα αποθρασυνθεί περαιτέρω. Και για τους γηγενείς που πέφτουν θύματα της υποκίνησης μίσους από τον ακροδεξιά, είναι παρήγορο το ότι ο απολογισμός των εκλογών δεν ήταν τόσο αρνητικός όσο φοβόντουσαν κάποιοι.

———————————

Ο Jan-Werner Mueller είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. Το τελευταίο συγγραφικό του πόνημα είναι το «Democracy Rules». Το άρθρο του αυτό αναδημοσιεύεται  από το Project Syndicate

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News