1109
| Konstantinos Tsakalidis / SOOC

Ο ΣΥΡΙΖΑ, αντίπαλος με το παρελθόν του

Μυρτώ Λιαλιούτη Μυρτώ Λιαλιούτη 10 Οκτωβρίου 2020, 20:11
|Konstantinos Tsakalidis / SOOC

Ο ΣΥΡΙΖΑ, αντίπαλος με το παρελθόν του

Μυρτώ Λιαλιούτη Μυρτώ Λιαλιούτη 10 Οκτωβρίου 2020, 20:11

Πριν ο Κιρ Στάρμερ εκλεγεί στην ηγεσία των βρετανών Εργατικών υποσχέθηκε πως θα καθάριζε το κόμμα από τον αντισημιτισμό που είχε εδραιωθεί στο εσωτερικό του την περίοδο του Τζέρεμι Κόρμπιν. Το περίεργο είναι ότι όντως το έκανε. Η αυτοκριτική των Εργατικών ξεκίνησε ήδη από την πρώτη εβδομάδα του Στάρμερ στο τιμόνι, με δημόσιες αναφορές του στην συμπεριφορά του κομματικού μηχανισμού απέναντι στους Εβραίους. Καθαίρεσε στελέχη, επέβαλε ποινές, δεν άκουσε εκείνους που του υπενθύμιζαν πως «πρόκειτα για σοβαρούς, αριστερούς ανθρώπους». Το αποτέλεσμα; Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, πολύ μικρότερο από όσο χρειάστηκε για να κακοφορμίσει η κατάσταση, οι Εργατικοί  απαλλάχθηκαν από ένα βασικό σημείο κριτικής των αντιπάλων τους –οι Τόρις δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν το ίδιο επιχείρημα εναντίον τους, όπως έκαναν στις τελευταίες εκλογές. Και βέβαια, ένα μεγάλο ακροατήριο ακούει πλέον το κόμμα με ανοιχτά αυτιά. Μεγάλη υπόθεση να αναλαμβάνει κανείς τις ευθύνες του. 

Τι θα συνέβαινε, άραγε, αν ο Αλέξης Τσίπρας είχε κάνει αντίστοιχο με μια σκιά του ΣΥΡΙΖΑ; Αν είχε σταθεί μπροστά στα στελέχη του και είχε παραδεχτεί πως υπήρξαν στιγμές που η ύπαρξη της Χρυσής Αυγής βόλεψε τον ΣΥΡΙΖΑ, πως το κόμμα, έστω άθελά του, έστω για χάρη του «κοινού καλού», επέτρεψε την καλλιέργεια κλίματος ανοχής στην ακροδεξιά; Όσα είπε ο Σταύρος Κοντονής δεν θα ήταν τίποτα παραπάνω παρά η επιβεβαίωση μιας κατάστασης που πλέον έχει διορθωθεί. Ελάχιστη ουσία θα είχε η κριτική της ΝΔ και του Κινήματος Αλλαγής για τον Ποινικό Κώδικα ή οι αναφορές του Παναγιώτη Λαφαζάνη σε σκοτεινές διαδρομές. 

Το κόμμα θα μπορούσε να κερδίσει πόντους από την παρουσία του έξω από το Εφετείο Αθηνών, να ανασυνταχτεί με θεμέλιο την στάση του σε ένα ζήτημα που χτυπάει ευαίσθητες χορδές στον πυρήνα κάθε δημοκρατικού πολίτη. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη ποτέ και αυτές τις μέρες στον ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται αντιμέτωποι με μια κατηγορία που τους στιγματίζει, που τους λερώνει στη συνείδηση ενός προνομιακού για τους ίδιους κοινό. Και αντί, ακόμα και εκ των υστέρων, να κοιτάξουν κατάματα όσα έγιναν, στην Κουμουνδούρου έχουν αποφασίσει πως θα υπερασπίζονται μια προς μια τις επιλογές τους τα τελευταία δέκα χρόνια. 

Αρνείται ο ΣΥΡΙΖΑ ότι υπήρχαν χρυσαυγίτες στις πλατείες των αγανακτισμένων. Το χούι με τις αυταπάτες δεν έχει περάσει ακόμα –βοηθούν οι άτιμες να κοιμόμαστε καλύτερα τα βράδια. Για να μην παραδεχτεί το κοινό μυστικό, η Κουμουνδούρου ξεπλένει όλους εκείνους που μούτζωναν την Βουλή, που φώναζαν να καεί το «μπουρδέλο» και «ή ταν ή επί τας», είχαν ξυρισμένα κεφάλια, φορούσαν περικεφαλαίες και κρατούσαν κρεμάλες. Κάνει αυτό που δεν τόλμησε να κάνει ποτέ μέχρι τώρα στα σοβαρά, μιας και τα στελέχη του προσπαθούσαν τουλάχιστον να κρατούν τον βασικό διαχωρισμό ανάμεσα στην πάνω και στην κάτω πλατεία. Έχει σημασία που δεν υπήρχε πανό με γραμμένη την λέξη Χρυσή Αυγή, απαλύνει κάπως την συνείδηση; 

Όλοι ήξεραν την όσμωση που συνέβαινε, βέβαια, ακόμα και ο επίσημος ΣΥΡΙΖΑ. Στις πρώτες συγκεντρώσεις των αγανακτισμένων, κάθε λογής καθοδηγητές προσπαθούσαν να πείσουν όσους (έστω από περιέργεια) ήθελαν να δουν τι στο καλό συμβαίνει να μην κατέβουν καν –δεν πολυεμπιστεύονταν, έλεγαν τότε, την σωστή πολιτική τοποθέτηση του πλήθους. Οι αναστολές έπεσαν όταν είδαν τους πρώτους αριθμούς των συγκεντρωμένων: ψάρευαν στην αγανάκτηση, όπως ψάρευαν και οι «απέναντι». Υπήρχε τότε η θεωρία πως, αν η Αριστερά έπαιζε σωστά τα χαρτιά της, θα μπορούσαν να «στρέψουν» και αυτούς και τους απολιτίκ συμμετέχοντες, θα έβαζαν «προοδευτικό πρόσημο» στις διαμαρτυρίες. Τα αποτελέσματα γνωστά: σε ποια κόμματα διαχύθηκαν οι Αγανακτισμένοι; Στον ΣΥΡΙΖΑ, στην Χρυσή Αυγή και στους ΑΝΕΛ. Η μήπως και τα ποσοστά των εκλογών λένε ψέματα;

Ο τρόπος με τον οποίο συγκεντρώθηκαν τα «όχι» στην υποψηφιότητα του Σταύρου Δήμα, που έριξε την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, έχει εξαφανιστεί από το αριστερό αφήγημα. Ο Αλέξης Τσίπρας έχει στο παρελθόν μιλήσει πολύ για την επιλογή να «τελειώσει» γρήγορα με την ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Η μη εκλογή Προέδρου σ’ εκείνη τη φάση υποκινήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ όχι γιατί δεν ήταν καλή υποψηφιότητα ο Δήμας, αλλά γιατί «έπρεπε να αλλάξει η κυβέρνηση». Ο ίδιος ο υποψήφιος είχε δηλώσει πως θα αρνηθεί να ορκιστεί Πρόεδρος με τις ψήφους της Χρυσής Αυγής. Τα «όχι», όμως, δεν μύριζαν σε κανέναν –αντιθέτως, χρησιμοποιήθηκαν όπως οποιαδήποτε άλλη ψήφος. Μιλούσαμε, άλλωστε, για εκλεγμένους βουλευτές. Άοσμα ήταν και τα «όχι» του δημοψηφίσματος του 2015. Η Χρυσή Αυγή και ο γραμματέας της δεν έκρυβαν με ποια πλευρά ήταν. 

Το 2018, η Βασιλική Θάνου, πρώην πρόεδρος του Αρείου Πάγου και πρώην νομική σύμβουλος του Αλέξη Τσίπρα,  ψηφίστηκε πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού και με τις ψήφους των υπόδικων βουλευτών της ΧΑ. «Αν εσάς σας είχαν τυλίξει στο σιδηρό πλέγμα μιας τέτοιας κατηγορίας (σ.σ: για εγκληματική οργάνωση) τι θα κάνατε;», έγραφε τότε το χρυσαυγίτικο «Εμπρός». Καιροσκοπισμός, ευσεβής πόθος ότι έτσι μπορεί να γλιτώσουν τα χειρότερα. Γιατί όμως τους δόθηκε τέτοια εντύπωση; 

Ακόμα και αν η ιστορία που ξεκίνησε με τον Ποινικό Κώδικα (για τον οποίο είχε μιλήσει το 2019 και η νεολαία ΣΥΡΙΖΑ) δεν στέκει νομικά, η συζήτηση που ξεκίνησε δεν μένει εκεί, ανοίγει ευρύτερα το κεφάλαιο της αντιμετώπισης της Χρυσής Αυγής από το πολιτικό σύστημα. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει δίκιο σε ένα πράγμα: η ΝΔ δεν γεννήθηκε το 2013, όταν αποφάσισε να εκκινήσει τις διαδικασίες για την δίωξη της Χρυσής Αυγής. Κανείς δεν έχει ξεχάσει τον Τάκη Μπαλτάκο και τις μυστικές του συναντήσεις με τον Ηλία Κασιδιάρη, τις δικαιολογίες στις ρατσιστικές επιθέσεις σε γειτονιές μεταναστών ή, πιο πρόσφατα, την συνύπαρξη ψηφοφόρων και στελεχών των δύο κομμάτων στις (ενίοτε βίαιες) διαδηλώσεις εναντίον της Συμφωνίας των Πρεσπών. Και στο γαλάζιο παρελθόν υπάρχουν σημεία για τα οποία τα στελέχη της δεν πρέπει να είναι καθόλου υπερήφανα –ούτε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, που δικαίως πανηγύριζε για την συμβολή του κόμματός του στην δίωξη της Χρυσής Αυγής. Το θέμα είναι πως οι λεκέδες του ενός, όσο μεγάλοι κι αν είναι, δεν καθαρίζουν τις ευθύνες του άλλου. Όπως η ΝΔ, ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησε τα προηγούμενα χρόνια, δεν ήταν απλός παρατηρητής. Ο απολογισμός έχει σημασία: τι έχει να δείξει ο ένας και τι ο άλλος, χωρίς συμψηφισμούς. 

Όταν το παρελθόν επιστρέφει για να σε στοιχειώσει, κάτι έχεις κάνει λάθος. Δεν είναι λίγοι εκείνοι εντός του ΣΥΡΙΖΑ που προσπαθούν να γυρίσουν σελίδα, αλλά πέφτουν πάντα σε τείχος. Δεν είναι λίγοι εκείνοι εντός που ζήτησαν μια ευρύτερη αυτοκριτική για τα πεπραγμένα της συριζαϊκής διακυβέρνησης, η οποία δεν ήρθε στην πραγματικότητα ποτέ, γιατί το ογκώδες κείμενο του απολογισμού «θάφτηκε». Και βεβαίως, ούτε καν αυτό τα λέει όλα: ακόμα και η συγκυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ εμφανίζεται ως μονόδρομος, όχι μόνο τον Ιανουάριο, αλλά και —γιατί άραγε;— τον Σεπτέμβριο του 2015. 

Όταν όμως ένα λάθος δεν διορθώνεται, απλά διογκώνεται. Πλέον η αξιωματική αντιπολίτευση βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Στα εσωκομματικά προβλήματα που σχετίζονται με το ύφος και την πολιτική της, ήρθε να προστεθεί ένα ακόμα. Και το χειρότερο είναι πως γι’ αυτό δεν μπορεί να κατηγορήσει κανέναν παρά μόνο τον εαυτό της.