951
| Shutterstock / CreativeProtagon

Μας παίρνει να σταματήσουμε τις μεταρρυθμίσεις; 

Αλέκος Παπαναστασίου Αλέκος Παπαναστασίου 4 Δεκεμβρίου 2022, 10:11
|Shutterstock / CreativeProtagon

Μας παίρνει να σταματήσουμε τις μεταρρυθμίσεις; 

Αλέκος Παπαναστασίου Αλέκος Παπαναστασίου 4 Δεκεμβρίου 2022, 10:11

Ολα δείχνουν ότι η επικείμενη ψήφιση του Προϋπολογισμού, που θα αποτελέσει τον οδικό χάρτη του 2023, ρίχνει την αυλαία τριάμισι δύσκολων ετών, με μεταρρυθμίσεις που μετά από πολλά χρόνια έγιναν χωρίς τις πιέσεις της τρόικας. Κοντολογίς, άλλα σημαντικά δεν προβλέπονται καθώς το κλίμα που ήδη διαμορφώνει στη χώρα η προεκλογική περίοδος δεν επιτρέπει στην κυβέρνηση άλλες παρεμβάσεις σε μείζονα θέματα, παρά μόνο την καθημερινή διαχείριση των προβλημάτων και από αυτά μόνο όσα σχετίζονται με την οικονομία, την αγορά και το διεθνές περιβάλλον. 

Από τον Ιούλιο του 2019 έως σήμερα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη πέτυχε τον στρατηγικό στόχο που έχει θέσει: να ανατάξει την οικονομία και να καταστήσει τη χώρα ελκυστική για ξένες επενδύσεις –όπως αναγνωρίζουν και οι πλέον δύσπιστοι μεταξύ των ξένων σχολιαστών–, να ενισχύσει τις συμμαχίες και την άμυνά της, να διαχειριστεί το αγκάθι του Μεταναστευτικού και να βελτιώσει τη σχέση του κράτους με τον πολίτη.

Στο τελευταίο κεφάλαιο, που αφορά την καθημερινή ζωή όλων των πολιτών και ιδιαίτερα των πιο αδύναμων –όσων έχουν μεγαλύτερη ανάγκη τις υπηρεσίες του κράτους– καταγράφηκαν αξιοσημείωτες παρεμβάσεις. Παράλληλα, όμως, παρέμειναν ανοιχτά πολύ μεγάλα κεφάλαια δομικών μεταρρυθμίσεων και αλλαγών, τις οποίες όλη η πολιτική τάξη της χώρας –κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι– οφείλει να δει κατάματα, αν πραγματικά θέλουμε να ζήσουμε κάποτε σε μια προηγμένη χώρα της Δύσης.  

Διότι είναι εμφανές πως τελευταία το κλίμα έχει αλλάξει. Το μεταρρυθμιστικό διάλειμμα των τριάμισι ετών φαίνεται ότι τελείωσε και δίνει ήδη τη σκυτάλη στην ντουντούκα. Ενα παράδειγμα του πώς οι εκλογές επηρεάζουν ήδη τις εξελίξεις είναι το μετέωρο βήμα της πανεπιστημιακής αστυνομίας (της ποιας;). Ενα δεύτερο η περίφημη αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, που μάλλον αναβάλλεται και πάλι διότι ποιος θέλει να ανοίξει μέτωπα με δεκάδες χιλιάδες ψηφοφόρους και τις κάλπες σε λίγους μήνες. Ενα τρίτο το γεγονός ότι η εφαρμογή μεταξύ άλλων των αλλαγών που προτείνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας στα περιφερειακά νοσοκομεία (που καταλάβαμε λόγω της Covid-19 σε τι άθλια κατάσταση βρίσκονταν και συνεχίζουν να βρίσκονται) είναι αδύνατο να γίνει τώρα από την παρούσα κυβέρνηση. Τώρα άλλωστε «προτεραιότητα» είναι να επιστρέφουν οι ανεμβολίαστοι υγειονομικοί…

Από την άλλη, ανάμεσα στις κομβικές επιτυχίες αυτής της κυβέρνησης τα τελευταία τριάμισι χρόνια συγκαταλέγονται οι υπηρεσίες του ψηφιακού κράτους και η επιτάχυνση της απονομής των συντάξεων. Και αν θέλουμε να το αναλύσουμε, το κοινό που έχουν αυτές οι δύο σημαντικές και επιτυχημένες παρεμβάσεις αναδεικνύει και τις δυσκολίες που ενέχει το εγχείρημα του εκσυγχρονισμού της λειτουργίας του κράτους: στην ουσία πρόκειται και στις δύο περιπτώσεις για παράκαμψη (bypass) της υπάρχουσας δομής, αν όχι καθολική, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό. Στην περίπτωση του gov.gr, οι ψηφιακές υπηρεσίες αντικατέστησαν τις ουρές και τις σφραγίδες, ενώ η έκδοση των συντάξεων κατέστη εφικτή με τη συνεργασία ιδιωτών, πιστοποιημένων δικηγόρων και λογιστών. Κάτι αντίστοιχο, ένα bypass του κράτους στο ίδιο το κράτος, πέτυχε πριν από δύο δεκαετίες ο Σταύρος Μπένος με την ίδρυση χιλίων ΚΕΠ σε όλη τη χώρα. 

Τα θετικά βήματα της παρούσας κυβέρνησης δεν ήταν καθόλου εύκολο να γίνουν. Στην περίπτωση των συντάξεων, το υπουργείο Εργασίας προσπάθησε αρχικά να επιταχύνει την έκδοσή τους με το υπάρχον προσωπικό. Χρειάστηκε πάνω από ένας χρόνο προσπάθειας για να αποφασίσει κεντρικά η κυβέρνηση ότι δεν μπορούσε να γίνει. Και στη συνέχεια προχώρησε η εναλλακτική λύση υπό τον Κωστή Χατζηδάκη.

Στο σημείο που βρισκόμαστε, έχοντας πίσω μας τη δεκαετία του 2010, κατά την οποία οι παρεμβάσεις ήταν σχεδόν αποκλειστικά στην κατεύθυνση της μείωσης του κόστους –υπό την απειλή της χρεοκοπίας και τις κατευθύνσεις της ΕΕ και του ΔΝΤ–, η αρχή που έγινε οδηγεί σε ένα ασφαλές συμπέρασμα. Το επόμενο βήμα πρέπει να είναι οι βαθιές αλλαγές στην Υγεία, στην Παιδεία και, απαραιτήτως, στον ρυθμό απονομής της Δικαιοσύνης. 

Στους τομείς της Υγείας και της Παιδείας, όσοι θεωρούν ότι δεν πρέπει να αλλάξει τίποτα –ακόμη κι αν δηλώνουν αριστεροί ή σοσιαλδημοκράτες– ομολογούν στην ουσία ότι δεν τους καίγεται καρφί για το παρόν και το μέλλον της μεσαίας τάξης και τον πιο αδύναμων συμπολιτών τους. Διότι αυτούς αφορά η ποιότητα της δημόσιας Υγείας και της Παιδείας. Και από την άλλη, όσοι πιστεύουν ότι όλα θα τα λύσει ο ιδιωτικός τομέας, αποδεικνύεται –ιδίως μετά τα διδάγματα της πανδημίας– ότι ζουν στον δικό τους κόσμο.  

Καθώς μπαίνουμε, λοιπόν, σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, σε κλίμα εχθροπάθειας, κραυγών και λασπολογίας, το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα. Για τους πολίτες που δεν διαθέτουν ούτε οικονομική άνεση ούτε προσβάσεις, η διακοπή των μεταρρυθμίσεων για τον εκσυγχρονισμό του κράτους ή, ακόμη χειρότερα, ο κίνδυνος ανατροπής τους, πλήττει καίρια τα δικά τους συμφέροντά. Αυτοί δεν έχουν την πολυτέλεια του χρόνου να απολαύσουν τους πολιτικούς καβγάδες, όπως όσοι μπορούν να πληρώσουν ιδιωτικό σχολείο και ιδιωτικό νοσοκομείο. Αυτοί έχουν ανάγκη να συνεχιστούν τα βήματα που άρχισαν σε τομείς που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με bypass και οι αλλαγές απαιτούν χρόνο για να καρποφορήσουν.  

Στο ευρύτερο οικονομικό πεδίο, είναι αυτονόητο ότι η παρατεταμένη όξυνση θέτει σε κίνδυνο την ανάκαμψη, αλλά και το κύρος της χώρας στο εξωτερικό, που αποκαταστάθηκε με τεράστιες θυσίες, καθώς μετράμε πια 13 χρόνια από το δεύτερο μισό του 2009, όταν και μαθεύτηκε παντού ότι η Ελλάδα είχε πέσει έξω. 

Στο επίπεδο της κοινωνικής ζωής, του καίριου ερωτήματος σε ποια χώρα θέλουμε να ζούμε, η επένδυση στην αστάθεια και η αντεπίθεση του λαϊκισμού έχει ξεκάθαρα ταξικά χαρακτηριστικά: υποβαθμίζει τη θέση των αδύναμων έναντι των ισχυρών και των φτωχών έναντι των πλουσίων. Κάθε μέρα που δεν βελτιώνεται η λειτουργία των ευαίσθητων τομέων του κράτους, διευρύνονται οι ανισότητες. 

Τόσο «αριστερό» είναι το πρότζεκτ της τοξικότητας που de facto πάγωσε την πρώτη μεταρρυθμιστική προσπάθεια για τον εκσυγχρονισμό του Δημοσίου χωρίς τρόικα εδώ και 20 χρόνια. Εκτός κι αν κάποιος μπορεί να φτάσει σε τέτοιο βαθμό πρωτοτυπίας ώστε να «εγγράψει» ως μεταρρυθμιστική για το κράτος την περίοδο Καραμανλή-Παυλόπουλου, από το 2004 ως το 2009.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News