Στον κόσμο του Τζον Λε Καρέ
Στον κόσμο του Τζον Λε Καρέ
Πάνω που λέγαμε ότι ζούμε στην εποχή του Τζορτζ Οργουελ, ένας άλλος επιφανής συγγραφέας του 20ού αιώνα δεν λέει να φύγει από το προσκήνιο: ο Τζον Λε Καρέ.
Απόδειξη πρώτη: η επιστροφή της σειράς «The Night Manager», δέκα χρόνια μετά το ντεμπούτο της στο BBC. Ο συνεχώς ανερχόμενος Τομ Χίντλστον επανέρχεται στον ρόλο του Τζόναθαν Πάιν, ο οποίος εργάζεται πλέον βαθιά μέσα στη MI6, με νέα ταυτότητα –Αλεξ Γκούντγουιν–, ως επικεφαλής μιας νυχτερινής ομάδας επιτήρησης ξενοδοχείων, των λεγόμενων «Night Owls».
Απόδειξη δεύτερη: στο μουσείο της Οξφόρδης συνεχίζεται η μεγάλη έκθεση αφιερωμένη στη «μεθοδολογία» των κατασκόπων αποκαλύπτοντας πτυχές της δημιουργικής εργασίας του Λε Καρέ.
Και έπεται μία τρίτη απόδειξη: το πρώτο του μεγάλο έργο, «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο» διασκευάζεται επίσης για την τηλεόραση του BBC με πρωταγωνιστή τον Μάθιου Μακφέιντιεν, ενώ αυτή την περίοδο ανεβαίνει και στο λονδρέζικο θέατρο.
Για όσους επιμένουν να βλέπουν τον κόσμο με τα φίλτρα μιας ψυχροπολεμικής οπτικής, ο Λε Καρέ δεν έφυγε ποτέ. Κι αυτό επειδή οι χαρακτήρες του κουβαλούν κάτι από τη μελαγχολία των ανθρώπων του μεταπολεμικού κόσμου που πίστεψαν στην ελευθερία, αλλά τους προέκυψε η αμείλικτη πραγματικότητα. Ο ίδιος ο συγγραφέας, ως γνωστόν, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Ντέιβιντ Κόρνγουελ, είχε υπηρετήσει ως διπλωμάτης και πράκτορας πληροφοριών στη μεταπολεμική Γερμανία, γεγονός που έδωσε στα έργα του αυθεντικότητα αλλά και μια πικρή γεύση για τις σκοπιμότητες των μυστικών υπηρεσιών. Η έκθεση στην Οξφόρδη παρουσιάζει φωτογραφίες και σημειώσεις ακριβώς από την περίοδο που έγραφε τον «Κατάσκοπο» φέρνοντας στο φως μία παράλληλη αφήγηση για την καθημερινότητα πίσω από τους χαρακτήρες και την τέχνη, γράφει ο Φιλ Τινλάιν στο New Statesman.

Ολα αυτά δείχνουν ότι ο Λε Καρέ δεν ήταν απλώς ένας αφηγητής για τα πεπραγμένα του Ψυχρού Πολέμου, αλλά ένας ερευνητής του τρόπου με τον οποίο η εξουσία και η πληροφορία διαμορφώνουν την πραγματικότητα (όλο και κάτι μας θυμίζει αυτό από την εποχή μας, έτσι δεν είναι;). Και αυτός είναι ο λόγος που, δεκαετίες μετά την Πτώση του Τείχους οι ιστορίες του παραμένουν σημαντικές: επειδή οι μηχανισμοί που περιγράφει δεν εξαφανίστηκαν ποτέ, απλώς πήραν άλλες μορφές.
Ο Λε Καρέ ήταν ο άνθρωπος που είδε το Τείχος να υψώνεται και να πέφτει. Οπως έγραψε αργότερα, ήταν το «τέλειο θεατρικό σκηνικό»: η σκηνή όπου ο καπιταλιστικός δυτικός κόσμος βρισκόταν καθημερινά αντιμέτωπος με τον κομμουνιστικό της Ανατολής. Κι ύστερα, το 1989, συνέβη το αδιανόητο. Οι άνθρωποι της Ανατολικής Γερμανίας — αλλά και της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Τσεχοσλοβακίας — εξεγέρθηκαν και βρέθηκαν ξαφνικά ελεύθεροι.
Εκείνον τον Νοέμβριο, καθώς οι Βερολινέζοι σκαρφάλωναν πάνω, μέσα και πέρα από το Τείχος ο Λε Καρέ έγραφε: «Διαβάζοντας σήμερα τις ειδήσεις από την Ανατολική Γερμανία, όσοι θυμούνται το Τείχος μπορούν να χαράξουν μια ευθεία γραμμή ανάμεσα στον ηρωισμό των λίγων και την επερχόμενη απελευθέρωση των πολλών». Οι φυγάδες, πρόσθετε, «ήταν η εμπροσθοφυλακή αυτού που είναι τώρα ένας μεγάλος λαϊκός στρατός». Μέσα σε μια στιγμή, ο Ψυχρός Πόλεμος παλιομοδίτικος.
Ο θεατρικός «Κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο»
Η διασκευή του θεατρικού «Κατασκόπου που γύρισε από το κρύο» στο λονδρέζικο @sohoplace ανήκει στον συγγραφέα Ντέιβιντ Ελντριτζ, ο οποίος μεγάλωσε στη δεκαετία του 1980 διαβάζοντας Φρέντερικ Φορσάιθ και Τομ Κλάνσι.
Τη θεατρική μεταφορά άρχισε να τη σκέφτεται στα τέλη του καλοκαιριού του 2018. Ως τότε, η Ρωσία είχε εισβάλει στην Κριμαία και οι εντάσεις ανάμεσα στην Κίνα του Σι και την Αμερική του Τραμπ αυξάνονταν. «Μέρος της γλώσσας του Ψυχρού Πολέμου στο μυθιστόρημα του Λε Καρέ άρχισε να μοιάζει ανησυχητικά προφητική», αναφέρει πλέον.

«Καθώς βλέπεις τους ηθοποιούς να ζωντανεύουν την τραγωδία από τον αρχικό Ψυχρό Πόλεμο, η σημερινή, πιο φαρσική εκδοχή του κόσμου αιωρείται στο πίσω μέρος του μυαλού σου» σχολιάζει ο Φιλ Τίνλαν στο New Statesman. «Οταν ο Λίμας, τον οποίο υποδύεται ο Ρόρι Κίναν, κατακεραυνώνει τους “φαφλατάδες” Αμερικανούς προστάτες της Βρετανίας, σκέφτεσαι: τουλάχιστον δεν είναι κολλητοί με τη Μόσχα. Οταν όμως καταγγέλλει τους αποφοίτους των ιδιωτικών σχολείων που εξακολουθούν να φέρονται “λες και ακόμη κουμαντάρουν τα πάντα”, αυτό ακούγεται απολύτως σημερινό. Το ίδιο και η αίσθηση μιας άλλοτε αυτάρεσκης χώρας σε παρακμή». Το τοπίο του Ψυχρού Πολέμου μοιάζει να ανήκει όντως στο παρελθόν. Οι θεματικές του έργου, ωστόσο, όπως η αλήθεια που χειραγωγείται και ο ηθικός συμβιβασμός, παραμένουν επίκαιρες. Οι «μάχες» σήμερα μπορεί να μην πραγματοποιούνται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, αλλά η «μόνιμη ηθική αβεβαιότητα» που περιγράφει ο Λε Καρέ είναι αντανάκλαση των σύγχρονων αντιπαραθέσεων και των ψευδών ειδήσεων.
Από την άλλη, η μορφή του κατασκόπου μοιάζει λιγότερο κεντρική στο δράμα των σύγχρονων μεγάλων δυνάμεων. Και δεν υπάρχει πια το τέλειο σκηνικό σαν το Τείχος του Βερολίνου. Αντί γι’ αυτό, το έργο στρέφει την προσοχή στο μόνιμο ηθικό δίλημμα: είμαστε διατεθειμένοι να παίξουμε άσχημο παιχνίδι για να νικήσουμε κακούς εχθρούς; Εκτός από το ότι παρουσιάζει τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες εξίσου επιδέξιες σε αυτά τα παιχνίδια με τους σταλινικούς της εποχής του, ο Λε Καρέ μοιάζει να ρίχνει και μια πλάγια βολή στην Αμερική για την αντικομμουνιστική της υστερία. Γι’ αυτό και το έργο αποτυπώνει τη δική μας έρημο με τους καθρέφτες, τα fake news και τη μετα-αλήθεια, μέσα από την οποία όλοι προσπαθούμε να βρούμε δρόμο.
Τελικά, ο «Κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο», όπως και άλλα μεγάλα μυθιστορήματα του Τζον Λε Καρέ, δεν μας μάθαιναν τα εφήμερα γκάτζετ του Ψυχρού Πολέμου. Μας έδειχναν πάντα πώς η εξουσία είχε ήδη εργαλειοποιήσει την αλήθεια δεκαετίες προτού δει ο συγγραφέας το Τείχος να υψώνεται. Γι’ αυτό και οι ιστορίες του μας αφορούν και τον 21ο αιώνα. Γιατί, αν αυτές οι -ψυχροπολεμικές- τεχνικές φάνηκαν να ξεθωριάζουν, αυτό κράτησε μόνο για λίγο.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
