Μα μπορεί να αρέσει η ακρίβεια στην κυβέρνηση;
Μα μπορεί να αρέσει η ακρίβεια στην κυβέρνηση;
Η αντίφαση είναι αισθητή και τείνει να γίνει μόνιμη: ο πληθωρισμός στην Ελλάδα επιμένει, με κάποια διαλείμματα ανεπαίσθητης και μη αξιολογήσιμης κάμψης, ενώ η κυβέρνηση επιμένει να διακηρύσσει σε δηλώσεις, ανακοινώσεις και τηλεοπτικές παρεμβάσεις, ότι δίνει σκληρή μάχη για την αντιμετώπισή του και ότι κατά τα λοιπά αδίκως παραπονιούνται οι γκρινιάρηδες.
Παρά ταύτα, ακόμη και τα επίσημα στοιχεία του Μαΐου εμφανίζουν μία ανησυχητική τάση, που υπό όρους και προϋποθέσεις (κοινώς: αν τα πράγματα συνεχίσουν έτσι ή αν προκύψει κάποια νέα, όχι απίθανη, διεθνής ανατροπή δεδομένων) θα μπορούσε να σημαίνει ότι το πρόβλημα μπορεί και να ξεφύγει από κάθε έλεγχο.
Τον προηγούμενο μήνα ο επίσημος πληθωρισμός στην Ελλάδα εκτοξεύθηκε στο 3,3% από 2,6% τον Απρίλιο και ήταν ο πέμπτος υψηλότερος στην Ευρώπη, όπου η μέση τιμή του ήταν στα επίπεδα του 1,9%, δηλαδή κάτω από τον στόχο του 2% και στην ουσία εντός θεμιτών ορίων.
Η ευκολία της μεταβολής του πληθωριστικού δείκτη στη χώρα, σε αντίθεση με τα όσα συμβαίνουν στις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες, έχει πολλές αιτίες. Μπορεί κανείς να ξεκινήσει από την απουσία ελέγχου και προστασίας του ανταγωνισμού, την καρτελοποιημένη και ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς σχεδόν σε όλους τους τομείς, την απουσία καταναλωτικής συνείδησης, αλλά και άλλα στοιχεία, που δεν είναι ούτε ουρανοκατέβατα, ούτε όμως και αθεράπευτα.
Η αντίφαση μεταξύ κυβερνητικών διακηρύξεων και πραγματικότητας δείχνει πάντως κάτι, που όσο και αν δεν ομολογείται, διαμορφώνει μία βιωμένη πραγματικότητα.
Και αυτό είναι ότι η κυβέρνηση διακατέχεται από ορισμένες εμμονές περί δήθεν ελεύθερης οικονομίας, που για πολλούς και διάφορους λόγους την οδηγούν στην συνειδητή επιλογή να μην παρεμβαίνει ουσιαστικά και αποτελεσματικά σε πολλές από τις πληγές οι οποίες εξασθενούν το διαθέσιμο εισόδημα και τείνουν να διογκώσουν άλλα θεμελιώδη προβλήματα. Αν αυτά δεν προσεχθούν θα πάρουν δομική μορφή.
Δεν πρέπει να αγνοείται ότι μεταξύ όλων των σοβαρών προβλημάτων, διαπιστώνεται κατά κόρον η συνεχώς διογκούμενη έλλειψη εργατικών χεριών, που είναι ιδιαίτερα αισθητή στον πρωτογενή τομέα και σταδιακά και στις υπηρεσίες. Στον πυρήνα αυτού του προβλήματος διακρίνεται μία κρίσιμη πληθυσμιακή ομάδα, οι νέοι.
Κατά μείζονα λόγο αυτοί έρχονται αντιμέτωποι με το εκρηκτικό μείγμα της ακρίβειας και της παραδοξότητας της αγοράς εργασίας, όπου παρά τις διαφημιζόμενες αυξήσεις του κατώτατου μισθού, όλο και περισσότεροι διαπιστώνουν, ή πάντως δηλώνουν, ότι δεν έχει νόημα να εργάζεται κάποιος – τουλάχιστον αν δεν πληρώνεται «μαύρα».
Τις βασικές ανάγκες για αξιοπρεπή στέγαση, διατροφή, μετακίνηση και στοιχειώδη ψυχαγωγία δεν μπορεί να τις καλύψει ο μέσος μισθός ενός νέου εργαζομένου και το ίδιο ισχύει πλέον για τον μέσο συνταξιούχο. Ο,τι και αν ισχυρίζεται η κυβέρνηση, η επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ την διαψεύδει καθημερινώς. Οσο δε για τη νέα Αρχή που εξαγγέλθηκε για την προστασία του καταναλωτή, αρκεί κανείς να αναλογιστεί τη «λεπτομέρεια» ότι αυτή θα συγκροτηθεί και θα λειτουργήσει, καλώς εχόντων των πραγμάτων, περί τα μέσα του… 2026. Δεν το λες και επείγουσα παρέμβαση.
Το πρόβλημα είναι πολυπαραγοντικό και γίνεται πιο σύνθετο σχεδόν καθημερινώς. Η έλλειψη στέγης και η κατακλυσμιαία μετατροπή της αγοράς ακινήτων σε ντίσνεϊλαντ του Airbnb, η κατακόρυφη αύξηση της ζήτησης όλων των αγαθών κατά τους θερινούς μήνες λόγω του τουρισμού και, εν τέλει, η αδυναμία μίας κρίσιμης πληθυσμιακής ομάδας, των νέων, ακόμη και να μετακινηθεί ελεύθερα στη χώρα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, διαμορφώνει μία συνθήκη που, μάλλον, δεν έχει αξιολογηθεί σωστά.
Η πληθυσμιακή αυτή ομάδα είναι κρίσιμη όχι μόνο ηλικιακά, αλλά και πολιτικά. Παρακολουθεί ότι βρίσκεται εγκλωβισμένη στα χαμηλά όρια της στοιχειωδώς ανεκτής διαβίωσης, βλέπει γύρω της να αυξάνεται ασύμμετρα ο πλούτος μίας μικρής ομάδας και αρκείται στο να εισπράττει διαφόρων ειδών «χαρτζιλίκια» και επιδόματα. Για να μην υπάρχουν δε, ψευδαισθήσεις, το επιχείρημα ότι είναι γεμάτοι όλοι οι τουριστικοί προορισμοί, τα εστιατόρια, τα μπαρ και τα καφενεία, είναι τουλάχιστον παραπλανητικό. Για τις πληρότητες αυτές επαρκεί ένα πληθυσμιακό ποσοστό της τάξης του 20%, δεν απαιτείται η ευημερία της πλειονότητας.
Κάπου εδώ, φανερώνεται και η κυβερνητική αβελτηρία, ή μάλλον, η αντίληψη που στην πραγματικότητα διαμορφώνει και την συγκαλυμμένη αδράνεια: ο πληθωρισμός είναι από πολλές απόψεις βολικός για την πολιτική εξουσία.
Λόγω του στρεβλού οικονομικού και παραγωγικού μας μοντέλου, αυξάνει τον εθνικό τζίρο (που κατ’ ευφημισμό αποκαλούμε εθνικό προϊόν), συμβάλλει κατ’ αυτόν τον τρόπο στην τεχνική απομείωση του χρέους, ενώ είναι και ο υπ’ αριθμόν 1 ευεργετικός παράγων αύξησης των εσόδων του προϋπολογισμού, μετά τη φορολογία, ο οποίος προσφέρει τα ποσά που εν μέρει μετατρέπονται σε επιδόματα και παροχές. Με αυτήν την έννοια, είναι εύλογο το ερώτημα: Μήπως στην κυβέρνηση αρέσει η ακρίβεια περισσότερο από ό,τι νομίζουμε;
Ο συνδυασμός όλων αυτών των στρεβλώσεων και αντιφάσεων, παράγει όμως και πολιτικό αποτέλεσμα.
Σε μία περίοδο κατά την οποία στην Ευρώπη παρατηρείται μία στροφή της νεολαίας σε ακραίες εκδηλώσεις πολιτικής έκφρασης, κατά κανόνα δεξιότερα ή και πολύ δεξιότερα της Δεξιάς, στην Ελλάδα καταγράφεται αν μη τι άλλο, μία τάση απαξίωσης της συμβατικής πολιτικής τάξης και μία περιφρόνηση των πολιτικών για την εργασία, τη στέγαση, την οικογένεια και πολλά άλλα.
Το ότι η νεολαία στην Ελλάδα, δημοσκοπικά προς το παρόν, στρέφεται στην Πλεύση Ελευθερίας και όχι στους Σπαρτιάτες, είναι μία λεπτομέρεια με μικρή σημασία. Το κρίσιμο είναι ότι επιλέγει μία επίπλαστα «εναλλακτική» και μηδενιστική πολιτική έκφραση και το καθοριστικό θα είναι αν θα υπάρξει και αντίστοιχη εκλογική συμπεριφορά.
Η κυβέρνηση φαίνεται ότι εδώ και καιρό έχει χάσει την επαφή με τις νεότερες ηλικιακές ομάδες, οι οποίες δεν συγκινούνται από την άσκηση πολιτικής και επικοινωνίας μέσω κοινωνικών δικτύων, όσο βλέπουν ότι απουσιάζει κάτι κρίσιμο: η προσδοκία και η προοπτική για το μέλλον, η πίστη ή έστω η εντύπωση, ότι είναι εφικτή η πρόοδος μέσω της εργασίας.
Η συνθήκη αυτή, όσο η χώρα θα πλημμυρίζει πάλι με τουρίστες, τα Airbnb και τα καράβια θα ξεχειλίζουν και οι τιμές στα σούπερ μάρκετ και στις λαϊκές αγορές θα πλησιάζουν εκείνες των ντελικατέσεν, έχει ήδη ορατή επίπτωση.
Φαίνεται προς το παρόν στην δημοσκοπική καθήλωση της κυβέρνησης, που εξακολουθεί να μην έχει αξιόλογο αντίπαλο o οποίος να αμφισβητεί την εκλογική της προοπτική για νίκη, όμως την ίδια στιγμή δείχνει να παραμένει καθηλωμένη στο 30% και με την πρόθεση ψήφου ακόμη χαμηλότερα.
Το αν η απογοήτευση της νεολαίας είναι αναστρέψιμη ή όχι, διαμορφώνει ένα από τα κρίσιμα εκλογικά διλήμματα.
Και η απάντησή του δεν είναι προφανής και δεδομένη. Οσο και αν η ακρίβεια είναι από κάποιες απόψεις βολική, το ενδεχόμενο να εγκλωβιστεί η κυβέρνηση σε αυτήν δεν είναι απίθανο.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
