421
Τζον ΜακΚέιν και Μπαράκ Ομπάμα το 2006, όταν ήταν και οι δύο γερουσιαστές. Δύο χρόνια έπειτα θα διεκδικούσαν την προεδρία των ΗΠΑ σε μια αντιπαράθεση που έγραψε Ιστορία για τον πολιτικό πολιτισμό της | Photo by Mark Wilson/Getty Images

Ξέρετε κανέναν έλληνα statesman;

Κώστας Γιαννακίδης Κώστας Γιαννακίδης 27 Αυγούστου 2018, 07:13
Τζον ΜακΚέιν και Μπαράκ Ομπάμα το 2006, όταν ήταν και οι δύο γερουσιαστές. Δύο χρόνια έπειτα θα διεκδικούσαν την προεδρία των ΗΠΑ σε μια αντιπαράθεση που έγραψε Ιστορία για τον πολιτικό πολιτισμό της
|Photo by Mark Wilson/Getty Images

Ξέρετε κανέναν έλληνα statesman;

Κώστας Γιαννακίδης Κώστας Γιαννακίδης 27 Αυγούστου 2018, 07:13

Η Αμερική απέδιδε στον Τζον ΜακΚέιν τον χαρακτηρισμό του «statesman». Μη σηκώσουμε τώρα κάθε πέτρα από τον βίο του μακαρίτη, αυτό που έχει σημασία είναι ότι του αναγνωρίστηκε εν ζωή κύρος και αποδοχή εθνικής εμβέλειας.

Ασφαλώς ο χαρακτηρισμός είναι σε μεγάλο βαθμό αόριστος και ασαφής. Statesman θεωρείται, ας πούμε, ο Μπιλ Γκέιτς, αλλά συνήθως ο όρος χρησιμοποιείται με την πολιτική εκδοχή του περιεχομένου του. Και είναι κατά βάση αμερικανικός, για ευνόητους λόγους. Το μέγεθος, η πολιτική σημειολογία και παράδοση της χώρας το επιτρέπουν. Ωστόσο δεν είναι μία έννοια ξένη προς τα δημόσια πράγματα και άλλων δυτικών δημοκρατιών: συχνά η ιστορική συγκυρία επιτρέπει σε κάποιες προσωπικότητες, από τον πολιτικό και τον ακαδημαϊκό χώρο, να ομιλούν δημοσίως χωρίς να εγείρονται αμφιβολίες ως προς τη σκοπιμότητα του λόγου τους.

Δεν υπάρχει ελληνική απόδοση του «statesman». Ενδεχομένως επειδή δεν υπάρχουν και statesmen. Το μικρό μέγεθος και τα βαλκανικά ήθη της πολιτικής αγοράς δεν επιτρέπουν σε μία εγχώρια προσωπικότητα να θεμελιώσει το προνόμιο της καθολικής αποδοχής και της αναγνωρισμένης ειλικρίνειας των προθέσεων. Εδώ η δημόσια παρουσία οξειδώνεται από το είδος της αντιπαράθεσης. Ο πολιτικός, όταν αποσύρεται ή συμμετέχει από θέση κύρους στα κοινά, μεταφέρει και όλα τα αρνητικά φορτία του ενεργού βίου του. Και ο λαϊκισμός δημιουργεί τόσο ισχυρά στερεότυπα, αδιαπέραστα από τον νηφάλιο λόγο. Είναι και η φύση του πολιτικού παιχνιδιού που σε υποχρεώνει να «σκοτώσεις» τον προκάτοχό σου για να πάρεις τη θέση του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σημίτης, για παράδειγμα, ο πρωθυπουργός που οδήγησε τη χώρα στο ευρώ, ελέγχεται ακόμα και σήμερα από ένα ακροατήριο εθισμένο στη λαϊκίστικη ρητορική. Ομοίως και ο Παπαδήμος, που θα μπορούσε να συνεισφέρει στον δημόσιο διάλογο, ελέγχεται ως δοτός από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό της χώρας. Ο λόγος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη σταμάτησε να προκαλεί αντιδράσεις και να ακούγεται με μία κάποια προσοχή μόνο στα τελευταία του ανδρός. Έναν αντίστοιχο ρόλο θα μπορούσε να καλύψει κατά κάποιον τρόπο ο Λεωνίδας Κύρκος, κάποια σχετική εξέλιξη θα μπορούσε να έχει ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης.

Αντίστοιχα υπάρχουν και κάποιες φωτισμένες προσωπικότητες του ακαδημαϊκού χώρου, οι οποίες, επειδή ακριβως γνωρίζουν πού ζουν, προτιμούν να σιωπούν.

Πιθανώς θα πείτε ότι δεν χάνει και η Βενετιά βελόνι. Θα σας πω ότι έχετε άδικο μόνο και μόνο επειδή δεν καταφέραμε ως κοινωνία να κατασκευάσουμε το πρότυπο του ευπατρίδη, του προσώπου που καταθέτει λογική και εμπειρία υπέρ του εθνικά ωφέλιμου. Η πολιτική μας ζωή δεν φτιάχνει πρότυπα. Και πώς να φτιάξει αφού δεν διαθέτει την εμπιστοσύνη των πολιτών;

Εσείς πιστεύετε ότι υπάρχουν ανάμεσά μας πρόσωπα που θα μπορούσαν να επιτελέσουν τον ρόλο του statesman; Αν, ναι, γράψτε το όνομά τους στα σχόλια.