474
Όχι, δεν είναι ένα τηλεοπτικό παιχνίδι με αθώα πλακίτσα κι άντε και με καμία κουβέντα παραπάνω... | YouTube

Δεν είναι πλακίτσα το «Survivor»

Όχι, δεν είναι ένα τηλεοπτικό παιχνίδι με αθώα πλακίτσα κι άντε και με καμία κουβέντα παραπάνω...
|YouTube

Δεν είναι πλακίτσα το «Survivor»

Δεν παρακολουθώ κι επιστάμενα «Survivor» αλλά στη μεγάλη έκρηξη του φιλοθεάμονος κοινού εναντίον μιας παίκτριας που ψήφισε ενάντια στα γούστα και τις προτιμήσεις του, με πήραν τα σκάγια. Και πως αλλιώς δηλαδή μιας και πρόκειται για εκπομπή που βαράει 70αρια τηλεθέασης κι έχει ισοπεδώσει ο,τιδήποτε άλλο παίζεται σε αντίπαλο κανάλι.

Ως κοινωνικό φαινόμενο δεν είναι πρωτόγνωρο, όπως επίσης και η ταύτιση του κόσμου κι η επιθυμία του να συμπάσχει με τους διαγωνιζόμενους. Αντιθέτως, σ’ αυτό στηρίζεται όλο το πρότζεκτ. Είναι ενός άλλου είδους ποδόσφαιρο με οπαδούς που υποστηρίζουν, λατρεύουν, μισούν, αναθεματίζουν και καταριούνται παίκτες και πρόσωπα. Είναι μια άλλη δικαιοσύνη. Ωστόσο, τίποτα δεν είναι πιο χυδαίο κι αγοραίο απ’ την έκφραση του αγανακτισμένου οπαδού. Δεν υπάρχει πιο βολική κι εύφορη συνθήκη για να βγάλεις τα απωθημένα σου, όσο η ανωνυμία του πληκτρολογίου, που ξεδιπλώνει και προβάλει όλα τα κόμπλεξ στα σόσιαλ μίντια, όπως ιδανικά αναπτύσσονται τα κουνούπια στα λιμνάζοντα νερά των βάλτων.

Επιπλέον, μιας και η πέτρα του σκανδάλου (αυτής της εβδομάδας τουλάχιστον, γιατί τα γούστα του κοινού αλλάζουν) είναι γυναίκα, ήταν διάχυτος κι εκκωφαντικός και ο σεξισμός που ενίσχυσε την «επιχειρηματολογία» για την απαράδεκτη συμπεριφορά, στρατηγική και θέση της εν λόγω παίκτριας στο παιχνίδι. Από σεξιστικά σχόλια για το σώμα και το στήθος της που είναι, όπως έλεγαν με τη βοήθεια gifs και εικόνων, μικρότερο από στήθος άνδρα,

Μέχρι τρελά βρισίδια που τ’ ακούς στο πιο τελευταίο μπαρ όταν τσακώνονται μεθυσμένοι θαμώνες με τη γκόμενά τους.

Αυτή η εύκολη δυνατότητα μαζικής έκφρασης απλώς επανεπιβεβαιώνει το είδος του έλληνα πολίτη και την ποιότητα της κοινωνικής ζωής που έχουμε και που θα έχουμε. Με δεδομένο ότι τα περισσότερα απ’ τα σχόλια αποτελούν προβολές, με την ψυχιατρική έννοια του όρου, τότε ζούμε εμφορούμενοι καταπιεσμένων επιθυμιών κι απογοητευμένων προσδοκιών μιας ηττημένης και συμβιβασμένης κοινωνίας.

Οχι, δεν είναι ένα τηλεοπτικό παιχνίδι με αθώα πλακίτσα κι άντε και με καμία κουβέντα παραπάνω. Είναι το όριο και το μέτρο που η μάζα δεν έχει και δεν ξέρει πότε θα το ξεπεράσει, με αποτέλεσμα μια άγρια κι επικίνδυνη ανθρωποφαγία να ακροβατεί οριακά απ’ το να εκφραστεί με φυσικό τρόπο σε μια εύθετη στιγμή.

Είναι και το θέμα της ηθικής βλέπεις, του οποίου συνήθως υπεραμύνονται οι ανήθικοι. Προσωπικά, νομίζω πως αν η κυρία Βαλαβάνη αποτολμούσε να κάνει μια βόλτα στην Αθήνα, θα δεχόταν λεκτικές (ελπίζω μόνο) επιθέσεις από ψυχικά αναστατωμένους τηλεθεατές που θα τη έβλεπαν στο δρόμο.

Υ.Γ: Οι κακοί του ελληνικού κινηματογράφου υπέφεραν συχνά πυκνά απ’ την εκδικητική μανία και οργή του (άσπιλου κι αμόλυντου κατά τα άλλα) όχλου, που έβλεπε στο πρόσωπο του Αρτέμη Μάτσα όλους τους δοσίλογους, στον Σπύρο Καλογήρου τους φονιάδες, στην Τάσσω Καββαδία όλες τις σατανικές μέγαιρες.