Στου Μίνωα την πάροδο
Στου Μίνωα την πάροδο
Ήθελα πολύ να πάω φέτος. Φίλοι με κάλεσαν, μα δεν τα κατάφερα. Τη λατρεύω την Κρήτη και, για να είμαι δίκαιη, με λάτρεψε κι αυτή. Στην κυριολεξία με αποθέωσε. Έκαστος στο είδος του… Μου ζήτησε μια φίλη πληροφορίες για τα «σπίτια» των Χανίων, για μια εργασία απ' ό,τι κατάλαβα για το πανεπιστήμιο, μια και βρίσκεται στα Χανιά.
Σκέφτηκα να την ξεναγήσω από εδώ. Να περπατήσουμε παρέα σ' έναν τόπο που η ιστορία του είναι μυθική. Εμείς θα προχωρήσουμε λίγο παραδίπλα απ' το παλιό πανέμορφο Ενετικό λιμάνι. Λίγο παρακάτω, πίσω απ' το Κουμ Καπί. Όπως μου ζήτησε. Πάμε, Δήμητρα, μια μικρή βόλτα σε μια μικρή γειτονιά με μεγάλη ιστορία;
Με ένα κενό του νόμου, έχω πει πολλά γι' αυτό, είχε να πατήσει το πόδι της στην Τάμπια (η περιοχή των σπιτιών, όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι), καινούρια κοπέλα για δουλειά κοντά πέντε χρόνια. Διεκδικούσα τη 16η άδεια του νομού, εγώ και μια ντόπια. Μου έπεσε ο κλήρος.
Τι λαός ήταν αυτός! Οι άντρες περίμεναν ακόμη κι απέξω στο στενό δρομάκι. Δύο μικρά στενάκια, παράλληλα της οδού Μίνωος, στο τέρμα της, τα σπίτια μικρά, δίπατα τα περισσότερα, το ένα κολλητά με το άλλο. Παζάρι σάρκας σε πλακόστρωτα σοκάκια που ο δυνατός αέρας έφερνε την αλμύρα της θάλασσας σε χρωματιστούς τοίχους, παρδαλούς ενίοτε…
Πολλές νύχτες, μετά από τη δουλειά, έβγαινα στον καθαρό αέρα και παρ' όλο το κρύο, ειδικά τον χειμώνα, στεκόμουν όρθια στην πλευρά του δρόμου και κοιτούσα τα κύματα να πέφτουν με λύσσα και ορμή στο τεχνητό παραπέτασμα… Ένιωθα τις στάλες στο πρόσωπό μου, τα μαλλιά μου να σγουραίνουν απ' την υγρασία και χάζευα τους άσπρους αφρούς να διαλύονται στον αέρα μανιασμένα. Αγαλλίαση, εξιλέωση και μια ένδειξη δικού μου εξαγνισμού. Δεν ήμουν πάντα περήφανη για τον δρόμο που ακολούθησα, μην κρύβομαι.
Κάποιες ώρες πριν έκανα αυτό που πίστευα ότι έκανα καλά. Με μια αυτοκριτική ματιά, μετά τόσα χρόνια… μπαααα, απλά ήμουν όμορφη και καινούριο αίμα. Εκείνη η περατζάδα με άφηνε παγερά αδιάφορη τα πρώτα χρόνια. Μετά έγινε βραχνάς. Διάλεγα. Κι όμως είχα το θράσος να επιλέγω ποιοι θα με… πληρώσουν. Αναίδεια; Δεν ξέρω ακόμη. Τώρα που το γράφω, ψάχνω τον λόγο αλλά δεν βρίσκω τις λέξεις. Ίσως η πληθώρα, η προσφορά, τα αμέτρητα αδηφάγα μάτια που έβλεπα και ποτέ σχεδόν δεν αναγνώριζα. Σημάδια στα κορμιά τους έψαχνα για να ταυτίσω, να μην επαναλαμβάνω μετά την πέμπτη ή έκτη φορά που θα πλάγιαζαν μαζί μου «έχεις ξαναέρθει;».
Πόσο γελοία πρέπει να φαινόμουν στα μάτια τους. Ηταν και τα τσιγαριλίκια βέβαια που έπαιζαν τον ρόλο τους. Κρυμμένα στην τουαλέτα. Με κάρφωσε ένα βράδυ η άλλη που δεν πήρε την άδεια, τελικά. Κατεβαίνω τη σκάλα με τη βυσσινί μοκέτα. Ένας μικρός πανικός από κόσμο και μια αναταραχή. Μπούκαρε η αστυνομία με ένα λυκόσκυλο το οποίο πήγε κατευθείαν στην τουαλέτα ρίχνοντας αρκετά πράγματα στο πέρασμα του. Αφρούς έβγαλε το ζωντανό απ' το γαύγισμα, του είχε σπάσει τη μύτη, αλλά τα είχα καλά κρυμμένα. Έφυγαν άπραγοι.
Το επόμενο βράδυ, καλοκαίρι, είχα ανοιχτά παράθυρα και, όπως ήμουν με τον πελάτη, άρχισε να ουρλιάζει απέξω «τι γαμάτε, ρε; Αυτή έχει aids, όλους θα σας κολλήσει». Μούρη με μούρη εγώ με τον κρητίκαρο και βάζαμε τα γέλια. Όλοι σχεδόν την ήξεραν στη γειτονιά. Καφάσια μπύρες κουβαλούσε κάθε βράδυ ημίγυμνη απ' το παραδίπλα μαγαζάκι και τα έβαζε με τον κόσμο και την τρέλα της. Μέχρι και με τσεκούρι κυνήγησε ένα βράδυ κάποιον επειδή την κοίταζε, λέει, περίεργα. Μια ολόκληρη περιουσία είχε μα το οξυγόνο της ήταν το μπουρδέλο. Το δηλητήριο να δίνει ζωή.
Πολλά ευτράπελα στην Κρήτη. Παντού βασικά, αλλά εκεί είχε λίγο παραπάνω πλάκα. Είναι και η προφορά που φέρνει μια ευθυμία στην καρδιά… Άναβαν εύκολα τα αίματα. Εκεί πρωτοείδα όπλο στη ζωή μου. Στην ουσία το ένιωσα στον κρόταφο επειδή τον κορόιδεψα που δεν του είπα τι γεννήθηκα, ενώ αυτός με ερωτεύτηκε. Είχα ξεχάσει να το γράψω στο κούτελο.
Τα μεσημέρια, αν και σπάνια πήγαινα τέτοιες ώρες για δουλειά, οι μισές γυναίκες ήταν στημένες στις πόρτες. Για λίγο αέρα, λίγο κουτσομπολιό και φυσικά να κόψουν κίνηση ποιας ανοίγει η πόρτα πιο συχνά. Αργότερα μπήκαν κάμερες στις εισόδους κι έκοβαν κίνηση από τα μικροσκοπικά μόνιτορς.
Μια παράταιρη μάντρα από τσιμεντόλιθους οριοθετούσε τα σπίτια από τα κατοικήσιμα σπίτια. Ήρεμα τα πράγματα όταν κατέβηκα στο νησί. Είχαν ενσωματωθεί παιδικές φωνές με βογκητά πάθους, ηδονής, καμιά φορά και πόνου. Ουρλιαχτών από κορίτσια που δεν τα έβρισκαν με κορμιά ποτισμένα με ρακί. Ενας τέτοιος μουστακαλής Σφακιανός ένα απόγευμα έσπασε το τηλέφωνο που είχα στον τοίχο και με το πλαστικό άμορφο μαχαίρι στον λαιμό, μου ζητούσε τα λεφτά του πίσω επειδή το οινόπνευμα δεν κατάφερε να τον δείξει άντρα στα μάτια μιας πουτάνας.
Έκανα πολλά κρητικόπουλα άντρες, με την κλασσική έννοια. Πρωτάκια ντροπαλά με τρέμουλο στα άτριχα κορμάκια, σήμερα κάποια μου στέλνουν μηνύματα συμπάθειας και ευγνωμοσύνης, κάποιες φορές για το πόσο τυχερά ήταν που έπεσαν στα χέρια μου για πρώτη φορά. Ποτέ δεν αδιαφόρησα, ούτε παράβλεψα τη λέξη ανοχή από το επάγγελμά μου. Εγώ το έλεγα υπομονή, ίσως για να το γλυκάνω, να κατεβαίνει πιο εύκολα.
Τολμηρή η σκέψη μου, μα θα τη γράψω. Θα έδινα, δεν ξέρω κι εγώ τι, για να βρεθώ ένα βράδυ στο σπίτι με τη βυσσινί μοκέτα στις σκάλες, τα πιο όμορφα παλικάρια κυριολεκτικά στα πόδια μου, την τσάντα μου γεμάτη από ατσούμπαλα ατακτοποίητα χαρτονομίσματα. Μα θα πουλούσα την ψυχή μου στον διάολο για να βρισκόμουν ένα χειμωνιάτικο βράδυ απέναντι απ' τη μανία της θάλασσας. Με το ίδιο φορτίο, για να νιώσω το ίδιο ξαλάφρωμα.
Πάμε πίσω, Δήμητρα. Θα χαλάσουν τα όμορφα, μαύρα σου μαλλιά…
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
