701
Σκηνές από ένα ακόμη Eurogroup: Ο Τσακαλώτος και ο Λεμέρ χαμογελούν αμήχανοι, ενώ ο Μοσκοβισί προσπαθεί να πει κάτι ευχάριστο στον Σόιμπλε | ΙΝΤΙΜΕΝΕWS/© European Union

Eνα προς ένα: τι (δεν) πήραμε στο Eurogroup

Σκηνές από ένα ακόμη Eurogroup: Ο Τσακαλώτος και ο Λεμέρ χαμογελούν αμήχανοι, ενώ ο Μοσκοβισί προσπαθεί να πει κάτι ευχάριστο στον Σόιμπλε
|ΙΝΤΙΜΕΝΕWS/© European Union

Eνα προς ένα: τι (δεν) πήραμε στο Eurogroup

Στο χθεσινό Eurogroup:

– Δεν κερδίσαμε χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα, που θα θέλαμε
– Δεν κερδίσαμε το QE, που επιδιώκαμε,
– Δεν πήραμε δήλωση βιωσιμότητας, που είχαμε ανάγκη,
– Η κυβέρνηση κατήγαγε μια εξαιρετική επιτυχία!

Αλλά όλα αυτά τα γνωρίζαμε.

Εκ των προτέρων μάλιστα, τον Μάιο, στο προηγούμενο Eurogroup, είχαμε ακούσει και μια συνοπτική αποτίμηση του χθεσινού Eurogroup από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο: «Η συμμετοχή του ΔΝΤ χωρίς δήλωση βιωσιμότητας αποτελεί τη χειρότερη λύση για την Ελλάδα», είχε πει (εδώ).

Οσο για το χρέος, σχεδόν τίποτα καινούργιο ή αξιοσημείωτο.

Αντιπαραβάλλοντας το κείμενο του Eurogroup Μαΐου 2016 μ’ εκείνο του Ιουνίου 2017 εντοπίζουμε δύο διαφορές-προσθήκες:

α) Επιμήκυνση λήξεων και περιόδου χάριτος μέχρι 15 έτη, δηλαδή ό,τι είχε προτείνει ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε τον περασμένο Μάιο. Για την ακρίβεια και στο Eurogroup του Μαΐου 2016 υπήρχε αναφορά σε επιμήκυνση και περιόδου χάριτος, αν χρειαστεί. Στην τρέχουσα διατύπωση παραλείπεται το «αν χρειαστεί» αλλά το εύρος της επιμήκυνσης ξεκινάει από 0 έτη που σημαίνει ακριβώς αυτό, «αν χρειαστεί»!

β) Ρήτρα ανάπτυξης. Εναλλακτικά θα μπορούσε να ονομαστεί και «ρήτρα ύφεσης»: Οσο χειροτερεύει η οικονομία μας, τόσο μεγαλύτερη ελάφρυνση θα εξασφαλίζουμε. Τώρα, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως η παρούσα κυβέρνηση μπορεί να εξασφαλίζει στη χώρα τη μεγαλύτερη ελάφρυνση εις το διηνεκές. Αμφιβάλλω όμως αν αυτό συνιστά κίνητρο να τη ψηφίσει κάποιος ή αιτία πανηγυρισμών.

Βέβαια, αυτή η ρήτρα δεν είναι καινοφανής. Οι εταίροι μας διαβεβαίωναν και παλαιότερα πως στο μέλλον θα κάνουν ό,τι χρειαστεί για το χρέος. Σήμερα συμπλήρωσαν τη διαβεβαίωση με την εξειδίκευση ότι θα κάνουν περισσότερα για το χρέος, αν έχουμε υστέρηση στην ανάπτυξη. (Το οποίο όμως προκύπτει από την πρότερη δήλωση).

Και αναρωτιέται κανείς τι πραγματικά περιμένουν από μια κυβέρνηση που δυόμισι χρόνια τώρα έχει εγκλωβίσει την οικονομία στην αβεβαιότητα, την ύφεση και τους κεφαλαιακούς ελέγχους.

Αν θεωρείτε υπερβολική τη βεβαιότητά μου για τις αναπτυξιακές αδυναμίες της κυβέρνησης, σκεφτείτε μόνο πως, πριν από τρία χρόνια η οικονομία μας εμφάνιζε τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης. Eκτοτε παραμένει σε τέλμα, ενώ την ίδια τριετία:

– η ευρωπαϊκή οικονομία καταγράφει υψηλή για τα ιστορικά δεδομένα της ανάπτυξη
– το ευρώ έχει υποτιμηθεί υποστηρίζοντας την ανταγωνιστικότητα όλης της Ευρωζώνης
– το πετρέλαιο έχει υποχωρήσει κατά 50% μετά το 2014
– η τουριστική βιομηχανία έχει απογειωθεί συνεπικουρούμενη από την κρίση στις γειτονικές και ανταγωνιστικές χώρες
– υπάρχει ποσοτική χαλάρωση, μηδενικά επιτόκια και τεράστια ρευστότητα που αναζητά ευκαιρίες για επενδύσεις σε όλο τον πλανήτη.

Καταλαβαίνετε γιατί αυτή η κυβέρνηση είναι το καλύτερο άλογο για να ποντάρει κανείς, αν επιδιώκει τη μέγιστη… ελάφρυνση του χρέους.

Η ρήτρα ανάπτυξης και η ρήτρα επιτοκίων

Στην ανακοίνωση του Eurogroup το Μάιο 2016 (εδώ) αναφέρεται ρητά πως το χρέος θα ρυθμιστεί έτσι ώστε οι ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας να παραμένουν χαμηλότερα από 15% μεσοπρόθεσμα και 20% μακροπρόθεσμα.

Οι μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες ως % του ΑΕΠ, όπως και οι μελέτες βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, βασίζονται σε τέσσερις παραμέτρους: τα μελλοντικά πρωτογενή πλεονάσματα, τους μελλοντικούς ρυθμούς ανάπτυξης, την εξέλιξη του πληθωρισμού και τα επιτόκια, με τα οποία θα δανείζεται μελλοντικά η Ελλάδα.

Η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, που θα αποφασιστεί στο τέλος του Προγράμματος, θα βασίζεται σε μια σειρά παραδοχών για την εξέλιξη αυτών των τεσσάρων παραμέτρων έτσι ώστε το χρέος να καταστεί «βιώσιμο».

Αν η εξέλιξη αυτών των παραμέτρων αποκλίνει από τις παραδοχές (με αρνητικό τρόπο), τότε θα έχουμε αποκλίσεις στη «βιωσιμότητα».

Με τη ρήτρα ανάπτυξης υποτίθεται ότι θα οριστεί μελλοντικά ένας μηχανισμός που θα «διορθώνει» τις αποκλίσεις στη «βιωσιμότητα» λόγω των χαμηλότερων ρυθμών ανάπτυξης, επιμηκύνοντας τις λήξεις κάποιων δανείων.

Η ρήτρα ανάπτυξης, λοιπόν, έρχεται να θεραπεύσει ένα πρόβλημα. Να άρει την αβεβαιότητα σχετικά με τη «βιωσιμότητα» του χρέους λόγω αποκλίσεων των πραγματικών δεδομένων από τις παραδοχές περί ρυθμού ανάπτυξης. Η αβεβαιότητα όμως δεν αίρεται, διότι η «βιωσιμότητα» δεν απειλείται μόνον από τις αποκλίσεις στο ρυθμό ανάπτυξης αλλά και από τις αρνητικές αποκλίσεις στην εξέλιξη είτε των επιτοκίων είτε του πληθωρισμού.

Είτε, λοιπόν, αρκούμαστε στη γενικόλογη διαβεβαίωση των εταίρων μας, πως θα πράξουν ό,τι χρειαστεί στο μέλλον, αν παρουσιαστούν αποκλίσεις από τις παραδοχές του μοντέλου βιωσιμότητας και αυτή η διαβεβαίωση θεωρείται ικανή να άρει την αβεβαιότητα σχετικά με το ελληνικό χρέος, είτε δεν αρκούμαστε στην αόριστη διαβεβαίωση και ζητούμε συγκεκριμένες δεσμεύσεις, οι οποίες δεν είναι μία ρήτρα αλλά οι εξής τρεις: ρήτρα ανάπτυξης, ρήτρα επιτοκίων και ρήτρα πληθωρισμού. Διότι από μόνη της η ρήτρα ανάπτυξης δεν είναι ικανή να άρει την αβεβαιότητα σχετικά με το ελληνικό χρέος.

Οι ενδιάμεσες καταστάσεις είναι καθρεφτάκια για ιθαγενείς.