1710
| CreativeProtagon/Shutterstock

Σ’ αγαπώ, είσαι για μια σχέση… «situationship»;

Ράνια Ζώκου Ράνια Ζώκου 13 Σεπτεμβρίου 2022, 20:51
|CreativeProtagon/Shutterstock

Σ’ αγαπώ, είσαι για μια σχέση… «situationship»;

Ράνια Ζώκου Ράνια Ζώκου 13 Σεπτεμβρίου 2022, 20:51

Οταν τα Μέσα μυρίζονται ότι κάποιος νεολογισμός έχει γίνει δημοφιλής στο Ιnternet, βουτάνε το ένα μετά το άλλο να δώσουν ορισμούς, παραδείγματα και εξηγήσεις, πριν χάσει τη δυναμική του και τις προοπτικές για πολλά κλικ. Πολύ συχνά, αυτό απευθύνεται σε ένα κοινό που δεν έχει ξανακούσει τον όρο και πρέπει να πειστεί ότι αξίζει την προσοχή του και, άρα, ο συνειρμός αρθρώνεται στη βάση ενός υπεραπλουστευτικού πορτρέτου της νεότερης γενιάς γεμάτο χοντροκομμένες γενικεύσεις και ενός «αχ αυτή η νεολαία» να συνυποδηλώνεται σε κάθε ανάσα του κειμένου. Μοιάζει, δηλαδή, περισσότερο με αφήγηση της συμπεριφοράς ενός άγριου ζώου με παράξενα χαρακτηριστικά παρά με ανάλυση ενός κοινωνικού φαινομένου.

Η περίπτωση του δύσκολου στη μετάφραση όρου «situationship» δεν διαφέρει πολύ. Οι πάνω από 850 εκατομμύρια προβολές που έχουν συγκεντρώσει τα βίντεο κάτω από το χάσταγκ #situationship στο TikTok, είναι αρκετές ώστε συντάκτες από μεγάλα Mέσα όπως το BBC να θεωρήσουν το φαινόμενο άξιο της προσοχής τους και να αρχίσουν τις απόπειρες ανάλυσής του, με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία.

Η λέξη «situationship» αποτελείται από τα συνθετικά «situational» και «relationship» και σύμφωνα με τη μετάφρασή τους είναι μια περιστασιακή σχέση ή, πιο πιστά στην εμπειρία που περιγράφει, μια σχέση αλλά μόνο περιστασιακά. Δεν πρόκειται στην πραγματικότητα ούτε για νεολογισμό: ο όρος πρωτοεμφανίστηκε στα μέσα του 20ού αιώνα με διαφορετική σημασία, ενώ άρχισε να διαμορφώνει τη σημερινή του στις αρχές του 21ου. Ο πρώτος σχετικός ορισμός καταχωρίστηκε στο Urban Dictionary το 2006, όταν τα μέλη της Γενιάς Ζ (άτομα γεννημένα από το 1997 έως το 2012) με την οποία έμελλε να συνδεθεί, ήταν στην πλειοψηφία τους στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και τα υπόλοιπα αγέννητα.

Στην ταινία «Οχι μόνο φίλοι», η Μίλα Κούνις και ο Τζάστιν Τίμπερλεικ ξεκινούν σαν φίλοι για να καταλήξουν ζευγάρι. Στο «situationship» όμως δεν σε απασχολεί να προσπαθήσεις για κάτι παραπάνω… (Sony Pictures)

Φυσικά, ο λόγος για τον οποίο έχει δημιουργηθεί όλος αυτός ο ντόρος δεν έχει να κάνει με την ετυμολογία της λέξης αλλά με αυτό που περιγράφει. Μια «situationship», λοιπόν, είναι μια ερωτική σχέση η οποία μπορεί να συμπεριλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες μιας «συμβατικής» σχέσης, χωρίς τη δέσμευση, την πίεση και τις προσδοκίες που συνεπάγεται μια τέτοια. Θυμίζει τον όρο «friends with benefits» που έγινε δημοφιλής στις αρχές της χιλιετίας μέσα από διάφορα προϊόντα της ποπ κουλτούρας που προσπαθούσαν να περιγράψουν, να απενοχοποιήσουν και να προωθήσουν, εσκεμμένα ή μη, κάτι που ένιωθαν ότι ήταν προχωρημένο και αντισυμβατικό για την εποχή.

Η «situationship» όμως είναι με κάποιον τρόπο η μικρή κυνική αδελφή του «friends with benefits». Πάνε πια οι εποχές όπου φίλοι α λα Μίλα Κούνις – Τζάστιν Τίμπερλεικ στην ταινία «Οχι μόνο φίλοι» βλέπουν ο ένας τον άλλον ερωτικά μετά από καιρό, περιπλέκοντας τη σχέση τους με αμφίβολο τέλος. Τώρα μπορείς να γνωρίσεις έναν άνθρωπο που σου αρέσει και περνάς καλά, αλλά αντί να κάνεις έναν δυστυχισμένο γάμο επειδή έτυχε να είσαι σε μια συγκεκριμένη ηλικία πριν από λίγες δεκαετίες, είναι εντάξει να πεις ότι δεν σε απασχολεί να προσπαθήσεις για κάτι παραπάνω και να παραμείνεις για όσο κρατάει η σχέση σε αυτό το διάστημα-λίμπο που τυπικά θα έληγε με τους εμπλεκόμενους να παραδέχονται ότι είναι ερωτευμένοι.

Ανθρωποι που βλέπουν αυτόν τον τύπο σχέσης σαν κάτι ενδυναμωτικό και επαναστατικό, όπως η Αλία Μούρο από το Redacted, υποστηρίζουν ότι οι παραδοσιακές σχέσεις και οι συνυποδηλώσεις τους που περνάνε από γενιά σε γενιά και διαποτίζουν όλους τους θεσμούς με τους οποίους έρχεται σε επαφή το άτομο στη ζωή του είναι καταπιεστικές και κανονιστικές, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Σε μια «situationship» όμως, στην οποία οι κανόνες και τα όρια είναι ρευστά και συνδιαμορφώνονται από δύο συνειδητοποιημένα άτομα, η κοινωνικά επιβεβλημένη ατζέντα μπορεί να προσαρμοστεί πιο εύκολα σε κάτι που ανταποκρίνεται στα θέλω και στη χρονική στιγμή που βρίσκονται τα άτομα.

Μπορείς, δηλαδή, αν θες να συμπεριφέρεσαι ακριβώς σαν να είσαι σε σχέση με κάποιον, από το να κοιμάστε μαζί για τρία βράδια σερί, μέχρι να κάνεις βιντεοκλήση με τους γονείς του και μετά να εξαφανιστείς για δύο μέρες, χωρίς κανένα εσωτερικό ή εξωτερικό κόστος. Μπορείς να έχεις κάτι αξιόπιστο και γλυκό, συντροφικότητα, οικειότητα και εσωτερικά αστεία χωρίς να πρέπει να βοηθήσεις τον άλλον να λύσει τις ανασφάλειές του, να μην έχεις άλλες ερωτικές επαφές ή γενικά να περιοριστείς με οποιονδήποτε τρόπο. Μια «situationship» ακούγεται δηλαδή σαν ένα ιδανικό και αναίμακτο υποκατάστατο σχέσης, για τις περιπτώσεις που δεν μπορείς ή δεν θέλεις να τη στηρίξεις. Στη θεωρία, τουλάχιστον.

Αστον Κούτσερ και Νάταλι Πόρτμαν στην ταινία «Μόνο το σεξ δε φτάνει» προσπαθούν να κρατήσουν τη σχέση τους καθαρά ερωτική, αλλά στο τέλος συνειδηοποιούν ότι θέλουν περισσότερα (Paramount Pictures)

Η δυσεύρετη συναισθηματική ωριμότητα και η αυτογνωσία που προϋποθέτει μια υγιής έκφρασή της είναι δυσανάλογη με τον αριθμό ατόμων που θα βρει κάποιος στον κύκλο του να γκρινιάζει για μία τέτοια. Οταν κάποιος αρχίσει να αφουγκράζεται τον πραγματικό λόγο που αρθρώνεται γύρω από το θέμα και όχι τις ορθολογιστικές ή εξιδανικευτικές απόπειρες –ανεξάρτητα από το πόσο ειλικρινείς είναι– θα ανακαλύψει ότι κυριαρχούν διάφορες επιπλοκές. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι τα πιο δημοφιλή βίντεο κάτω από το χάσταγκ είναι νεαρά κορίτσια τα οποία μεταφέρουν με μεγάλη δόση χιούμορ τη σύγχυση και τη δυσφορία τους μέσα σε τέτοιες σχέσεις, γεμάτες αντιφατικά μηνύματα που συχνά πέφτουν σε ένα καθόλου επαναστατικό και πρωτοποριακό για τη Γενια Ζ αρχέτυπο.

Είναι πολύ απλό: ένας από τους δύο θέλει τον άλλον πολύ περισσότερο. Αυτή η έντονη διαφορά δυναμικής, που εντοπίζεται σε ιστορίες που προϋπάρχουν των «situationships» κατά πολύ, μπορεί να πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις με μεγάλο συναισθηματικό κόστος για όποιον μπαίνει σε αυτές σε μια ευάλωτη στιγμή ή χωρίς να ξέρει –ή να παραδέχεται– τι θέλει. Η βασική παγίδα είναι ότι μπορεί να μην υπάρχουν τρανταχτά σημάδια ότι κάποιος δεν είναι συναισθηματικά διαθέσιμος, μέχρι να το ξεφουρνίσει ύστερα από λίγο καιρό. Μέχρι, δηλαδή, να αφαιρεθεί αυτή η πιθανότητα από το τραπέζι, μπορεί εκείνος που θα ήθελε μια «συμβατική σχέση» να επενδύει ανεμπόδιστος στην ιδέα μιας σχέσης με τον μη διαθέσιμο άλλον.

Στην περίπτωση που και οι δύο είναι αποφασισμένοι για το τι θέλουν και τι δεν θέλουν, τα πράγματα είναι εύκολα: μόλις δουν ότι αποζητούν κάτι διαφορετικό, χωρίζουν ειρηνικά. Αυτό όμως είναι σπάνιο. Μπορεί εκείνος που δεν θέλει σχέση να αφήσει ένα ενδεχόμενο για κάτι παραπάνω ανοιχτό, και ας ξέρει ότι μάλλον δεν θα συμβεί, για να διατηρήσει αυτό που έχει. Μπορεί αυτός που θέλει σχέση να αψηφήσει την άρνηση του άλλου, γιατί όλα τα άλλα μηνύματα που λαμβάνει από τη συμπεριφορά του, όπως φροντίδα, ενθουσιασμός, ακόμα και ζήλια, αποκωδικοποιούνται σαν κάτι που θα έκανε κάποιος με αισθήματα. Μπορεί ακόμα να είναι πεπεισμένος ότι όπως σε τόσους τηλεοπτικούς έρωτες και ιστορίες που διάβαζε στην εφηβεία, ο άλλος θα καταλάβει την αξία του και θα αλλάξει γνώμη.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η κατάσταση αυτή συνήθως παρατείνεται μέχρι είτε αυτός που θέλει κάτι παραπάνω να συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι ευχαριστημένος που δεν το παίρνει είτε εκείνος που δεν θέλει, να βαρεθεί και να ξεκόψει. Αυτό το διάστημα μπορεί να κρατήσει μέχρι και χρόνια: τα «ψίχουλα» που λαμβάνεις και η αδρεναλίνη που νιώθεις όταν διεκδικείς διαρκώς, από τη μία, και η σταθερή επιβεβαίωση και δύναμη που απορρέουν από το να σε διεκδικούν διαρκώς, από την άλλη, είναι πιο αποδοτικό καύσιμο από ό,τι θα περίμενε κανείς.

Oι αγκυλώσεις του «online dating», η διαρκής ανασφάλεια και το στρες κάτω από τις παρούσες οικονομικές, πολιτικές και κλιματικές συνθήκες δημιουργούν τις συνθήκες που επιτρέπουν τη διάδοση των «situationships»

Ο,τι ακολουθεί το τέλος αυτού του «ψυχικού τραύματος σε συσκευασία δώρου», όπως χαρακτηρίζει ένας δημοφιλής ορισμός τη «situationship» στο Urban Dictionary, μπορεί να είναι χειρότερο από τη διάρκειά του. Ενα από τα δημοφιλέστερα «trends» στο TikTok, κάτω από το χάσταγκ #situationship, έχει να κάνει με την αδυναμία όσων ήθελαν κάτι παραπάνω να ξεπεράσουν τη σχέση. Το γεγονός ότι δεν τη βιώνουν ποτέ κανονικά, ότι δεν μαθαίνουν καλά τον άλλον, αφήνει μεγάλα περιθώρια για ρομαντικοποίηση, εξιδανίκευση και φαντασία. Συχνά, μπορεί ακόμα και να εντείνει μια προϋπάρχουσα ανασφάλεια γύρω από την απόρριψη.

Οι νεότερες γενιές είναι λογικό να εμπλέκονται αλλά και να υποφέρουν περισσότερο από τέτοιες σχέσεις. Αυτό που βλέπουμε δημόσια στο TikTok είναι οι αναπόφευκτες κοινές εμπειρίες νέων ανθρώπων που τρεκλίζουν στις πρώτες τους ερωτικές σχέσεις, πληγώνοντας και πονώντας εναλλάξ, σε ένα χαώδες, ελαστικό και συμπεριληπτικό πεδίο που είναι πολύ πιο δύσκολα χαρτογραφήσιμο από το παλαιότερο γραμμικό πρότυπο σχέση-συγκατοίκηση-γάμος-παιδιά και τις πιθανές παραλλαγές του. Βέβαια, με αρκετό στοχασμό, προσπάθεια και πιθανότατα ακριβοπληρωμένες συνεδρίες με ψυχολόγο, υπάρχει περίπτωση να μάθουν να πλοηγούνται στο σύμπαν αυτό με μεγαλύτερη άνεση.

Σε αυτό το πεδίο δημιουργούνται και οι συνθήκες που επιτρέπουν τη διάδοση των «situationships»: οι αγκυλώσεις του «online dating», η διαρκής ανασφάλεια και το στρες κάτω από τις παρούσες οικονομικές, πολιτικές και κλιματικές συνθήκες, οι δυστυχισμένοι ή διαλυμένοι γάμοι γονιών και το τρομακτικό κόστος μιας λάθος επιλογής συντρόφου που συνεπάγονται, ο φόβος της απώλειας που προκαλεί η συναισθηματική επένδυση, η διαρκής πίεση για τις πιο σωστές αποφάσεις ζωής και μια απενοχοποιημένη, ρομαντικοποιημένη και γοητευτική κουλτούρα τού να εξερευνάς τη σεξουαλικότητά σου, να ερωτεύεσαι δύσκολα και να μη δίνεις λογαριασμό σε κανέναν.

Η δημοφιλία των «situationships» στους νεότερους εξηγείται και από αποτελέσματα ερευνών σχετικά με τις σχέσεις. Σε συνεντεύξεις με 150 προπτυχιακούς φοιτητές κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους 2020-2021, η Λίζα Γουέιντ, αναπληρώτρια καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Τουλέιν των ΗΠΑ, παρατήρησε ότι η Γενιά Z είναι πιο απρόθυμη να «επισημοποιήσει» μια σχέση ή ακόμη και να παραδεχτεί ότι θέλει να είναι σε σχέση. Η ίδια λέει στο BBC ότι η έρευνά της έδειξε ότι «το να κρατά κανείς τα χαρτιά του κλειστά δεν είναι κάτι που χαρακτηρίζει μόνο τους σημερινούς νέους», αλλά η Γενιά Z είναι ιδιαίτερα απρόθυμη να μοιραστεί τα συναισθήματά της.

Η δυσκολία έκφρασης συναισθημάτων, οι λάθος εκτιμήσεις σε νεαρή ηλικία και οι σχέσεις χωρίς δεσμεύσεις ξεπερνούν χρονικά την εποχή που έγινε μόδα να ονομάζουμε τις γενιές με γράμματα του αλφαβήτου. Σίγουρα δημοφιλία της «situationship» είναι σημείο των καιρών μας: πρόκειται για ένα κράμα των πιο φοβικών και πιο προοδευτικών αντανακλαστικών των σημερινών νέων και συνήθως καταλήγει άσχημα για τουλάχιστον έναν από τους δύο εμπλεκόμενους. Η κατάληξη αυτή, όμως, δεν περιορίζεται ούτε στις αντισυμβατικές σχέσεις ούτε στο δημογραφικό γκρουπ που τις προτιμά.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News