735
O Ρετ Μπάτλερ (Κλαρκ Γκέιμπλ) είχε πάντα εύκαιρο ένα μαντίλι για να σκουπίσει η Σκάρλετ Ο' Χάρα (Βίβιαν Λι) τα κροκοδείλια δάκρυά της | Metro-Goldwyn-Meyer

Κλαρκ Γκέιμπλ, αυτό που (κατά βάθος) χρειάζεται κάθε γυναίκα

Αστερόπη Λαζαρίδου Αστερόπη Λαζαρίδου 16 Νοεμβρίου 2018, 13:30
O Ρετ Μπάτλερ (Κλαρκ Γκέιμπλ) είχε πάντα εύκαιρο ένα μαντίλι για να σκουπίσει η Σκάρλετ Ο' Χάρα (Βίβιαν Λι) τα κροκοδείλια δάκρυά της
|Metro-Goldwyn-Meyer

Κλαρκ Γκέιμπλ, αυτό που (κατά βάθος) χρειάζεται κάθε γυναίκα

Αστερόπη Λαζαρίδου Αστερόπη Λαζαρίδου 16 Νοεμβρίου 2018, 13:30

Κάθε φορά που οι γυναίκες του σήμερα συζητούν και φαντασιώνονται «άνδρες παλαιάς κοπής», το μόνο σίγουρο είναι ότι στο πίσω μέρος του μυαλού τους έχουν τον Κλαρκ Γκέιμπλ. Και όχι τον Κλαρκ Γκέιμπλ σε οποιαδήποτε ταινία, τον Κλαρκ Γκέιμπλ ως Ρετ Μπάτλερ στην κλασική ταινία του 1939 «Οσα παίρνει ο άνεμος».

Στην κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου της Μάργκαρετ Μίτσελ, ο Κλαρκ Γκέιμπλ, ο οποίος δεν ήταν η πρώτη επιλογή του σκηνοθέτη Βίκτορ Φλέμινγκ για τον ρόλο, υποδύθηκε τον άνδρα-θηριοδαμαστή, τον μοναδικό που θα μπορούσε να τιθασεύσει τη δυναμική όσο και κακομαθημένη φύση της Σκάρλετ Ο’ Χάρα (Βίβιαν Λι).

Στο «Οσα παίρνει ο άνεμος», ακούγεται, φυσικά διά στόματος Γκέιμπλ, η πιο πρωτότυπη πρόταση γάμου όλων των εποχών: «Την πρώτη φορά παντρεύτηκες από πείσμα. Την δεύτερη από συμφέρον. Παντρέψου και μία φορά από κέφι…!». Και όντως, τον παντρεύτηκε. Ποια γυναίκα άλλωστε, θα μπορούσε να αντισταθεί σε μία τέτοια προτροπή;

Η αρχική σκέψη για τον ρόλο, ήταν να ενσαρκώσει τον κοσμοπολίτη κυνικό τρίτο σύζυγο της Σκάρλετ, ο Γκάρι Κούπερ. Ο ρόλος φυσικά, σφραγίστηκε τόσο απόλυτα από τον Γκέιμπλ, που δεν μπορούμε να διανοηθούμε κάποιον άλλον, ούτε καν τον Κούπερ στη θέση του.

Γιατί λοιπόν γυναίκες του σήμερα νοσταλγούν το αρσενικό πρότυπο του χθες που πρωτοείδαν ούτε καν στο σινεμά, αλλά σε τριπλή βιντεοκασέτα (λόγω της μεγάλης διάρκειας της ταινίας) κάπου στα μέσα των ’80s;

Ακριβώς επειδή ο Ρετ Μπάτλερ –και ο Γκέιμπλ κατ’ επέκταση που έδωσε τη δική του στόφα στον ρόλο– είχε το ταλέντο να εκπληρώνει τις ανάγκες και τις επιθυμίες της γυναίκας που αγαπούσε, χωρίς να γίνει το κοροϊδάκι της, να καταντήσει δηλαδή υπηρέτης και όχι σύντροφος.

Κάθε φορά που τα κροκοδείλια δάκρυα της Σκάρλετ άρχιζαν να κυλούν πάνω στα ολόλευκα μάγουλά της, εκείνος άπλωνε το χέρι του, από την άκρη του οποίου κρεμόταν ένα λευκό μαντίλι. Λίγο μετά την κοιτούσε στα μάτια με βλέμμα πατρικής κατανόησης, εκείνη του το ανταπέδιδε με ύφος ανεπίδεκτης αλλά χαριτωμένης μαθήτριας, και πήγαιναν παρακάτω.

Ο Ρετ Μπάτλερ ήταν κάτι σαν τον Σούπερμαν του παλιού, καλού σινεμά: η εμβληματική εικόνα της αφίσας, με εκείνον να έχει σηκώσει στα χέρια του μία Σκάρλετ εξουθενωμένη από όλα τα δεινά που την έχουν βρει με φόντο τον τόπο της που έχει τυλιχτεί στις φλόγες, είναι ίσως η απόλυτη εικονογράφηση αυτού που κατά βάθος, χρειάζεται κάθε γυναίκα. Εναν άνδρα, με ένα νούμερο μεγαλύτερη πυγμή από τη δική της, να την σηκώσει και να της πει «εγώ είμαι εδώ, μην φοβάσαι…».

Ισως να μην ήταν καθόλου τυχαίο μάλιστα, εκείνο που είχε εξομολογηθεί η Μέριλιν Μονρόε λίγο πριν από τον θάνατό της για τον Κλαρκ Γκέιμπλ, με τον οποίο είχε συμπρωταγωνιστήσει στην ταινία «The Misfits» (Οι Αταίριαστοι) του 1961: «Σε όλη μου τη ζωή ονειρευόμουν να παίξω με τον Κλαρκ Γκέιμπλ. Ηταν ο απόλυτος άνδρας για μένα. Οταν ήμουν μικρή, είχα μία φωτογραφία του πάνω από το κρεβάτι μου. Φανταζόμουν ότι ο Γκέιμπλ ήταν ο πατέρας μου και αυτή η σκέψη με βοηθούσε να κοιμηθώ».

Ο Γκέιμπλ πέθανε το 1960, η Μονρόε δύο χρόνια αργότερα. Η ταινία που βγήκε το ’61 στις αίθουσες, ένωσε για πάντα στην οθόνη, «μπαμπά και κόρη».

Επιστρέφοντας όμως στο «Οσα παίρνει ο Ανεμος», στην ταινία που και η ίδια η Μέριλιν είχε αγαπήσει αυτή την αίσθηση σιγουριάς που απέπνεε η φιγούρα του Γκέιμπλ, μία είναι η ατάκα που ψηφίστηκε και συνεχίζει να ψηφίζεται ως η καλύτερη κινηματογραφική φράση όλων των εποχών: «Frankly my dear, I don’t give a damn». «Ειλικρινά καλή μου, δεν μου καίγεται καρφί» σε ελεύθερη μετάφραση. Μόνο που η λέξη «damn» (ανάθεμα), πέρασε ξυστά από τη λογοκρισία και λίγο έλειψε να αντικατασταθεί με κάτι πιο κόσμιο.

Ευτυχώς όμως, ειπώθηκε όπως ακριβώς έπρεπε: στην τελευταία πράξη του δράματος, ο Ρετ αποφασίζει να εγκαταλείψει την Σκάρλετ, ύστερα από έναν πολύ δύσκολο κοινό βίο. Είχαν χάσει τη μικρή τους κόρη και ο δύσκολος ως ανυπόφορος χαρακτήρας της Σκάρλετ δεν έδειχνε σημεία βελτίωσης.

Οταν λίγο πριν το τέλος εκείνη συνειδητοποιεί ότι ο έρωτας της ζωής της ετοιμάζεται να φύγει μια για πάντα από το σπίτι τους, τρέχει από πίσω του, τον προφταίνει και τον ρωτάει με εκείνο το απεγνωσμένο ύφος που συνήθως τον τούμπαρε: «Αν φύγεις, πού θα πάω, τι θα κάνω;». Και τότε ο Σούπερμαν παλαιάς κοπής, της απαντά με την περίφημη ατάκα, γράφοντας ιστορία. Και είναι ίσως ένα από τα πιο έντιμα φινάλε στην ιστορία του σινεμά. Δύο άνθρωποι που ενώ αγαπιούνταν πολύ, δεν μπορούσαν να είναι μαζί, δεν άντεχαν να χωρέσουν σε κανένα «Happy End». Και κάλπασαν και οι δύο προς την ανεξαρτησία τους.