Σαμπντόρια: Ενα υπέροχο «παραμύθι» με θλιβερό τέλος
Σαμπντόρια: Ενα υπέροχο «παραμύθι» με θλιβερό τέλος
Ο θλιβερός επίλογος μιας υπέροχης ποδοσφαιρικής ιστορίας γράφτηκε την Τρίτη (13 Μαΐου) σε ένα μικρό γηπεδάκι της Καμπανίας. Η Σαμπντόρια, που πριν από 43 χρόνια εμφανίστηκε «από το πουθενά» για να καταπλήξει όλο τον κόσμο με τους απρόσμενους άθλους της, υποβιβάστηκε στη Serie C (Γ’ Κατηγορία) της Ιταλίας για πρώτη φορά στις οκτώ δεκαετίες της ζωής της, μετά το αποτέλεσμα (0-0) του αγώνα της με την τοπική Γιούβε Στάμπια.
Τα δάκρυα των παικτών της στο τέλος του ματς δεν ήταν μόνο για τον υποβιβασμό. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να σημάνει τη διάλυση του συλλόγου, που στα ‘80s και τα ‘90s αγαπήθηκε και από πολλούς «ουδέτερους» φιλάθλους στην Ιταλία και την Ευρώπη, καθώς τινάζει στον αέρα το σχέδιο αναδιάρθρωσης του υπέρογκου χρέους του. Οταν συμφωνήθηκε (και εγκρίθηκε από την επιτροπή ελέγχου), η Serie C δεν υπήρχε στον ορίζοντα ούτε ως μακρινό σενάριο. Τώρα, η αποβολή της από όλες τις επαγγελματικές κατηγορίες της Ιταλίας είναι ένα πολύ πιθανό ενδεχόμενο.
Κανείς δεν πίστευε ότι η Σαμπντόρια, που την περασμένη σεζόν ονειρευόταν επιστροφή της στη Serie A, θα βίωνε τέτοια καταστροφή. Ολοκλήρωσε την
εφετινή αγωνιστική περίοδο με μόλις 41 βαθμούς σε 38 αγωνιστικές, αλλάζοντας τέσσερις προπονητές, οι οποίοι χρησιμοποίησαν συνολικά 38 διαφορετικούς παίκτες (ανάμεσά τους, πέντε γκολκίπερ). Δεν κατάφερε να τη σώσει ούτε ο Ρομπέρτο Μαντσίνι, ο ποδοσφαιριστής – θρύλος που φόρεσε τη φανέλα της επί 15 χρόνια, ο οποίος πριν από 40 μέρες δέχθηκε να αναλάβει καθήκοντα τεχνικού διευθυντή.
Αδοξο τέλος για μια ομάδα που κάποτε ξεπέρασε τον εαυτό της και ήρθε από τη Serie B για να κατακτήσει το πρωτάθλημα και τέσσερα Κύπελλα Ιταλίας, το ιταλικό Σούπερ Καπ, το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης, και να φτάσει το 1992 στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Που μέχρι πριν από μια δεκαετία έπαιζε στην Ευρώπη, και το 2010 είχε τερματίσει 4η στη μεγάλη ιταλική λίγκα.

Η «Ντόρια» υπήρξε μια Σταχτοπούτα του ποδοσφαίρου, και είχε προκαλέσει παγκόσμιο θαυμασμό επειδή πίστεψε στο όνειρό της και κατάφερε να το κάνει πραγματικότητα. Η απίθανη ιστορία της άρχισε να γράφεται το καλοκαίρι του 1979 (αγωνιζόταν ακόμη στη Serie B), όταν την αγόρασε ο Πάολο Μαντοβάνι. Ο μέγας ευεργέτης της ήταν γέννημα – θρέμμα Ρωμαίος και οπαδός της Λάτσιο. Η μόνη σύνδεση που είχε με τη Γένοβα, ήταν ότι κάποτε είχε νοσηλευθεί σε νοσοκομείο της πόλης με σκωληκοειδίτιδα, και οι γιατροί του έσωσαν τη ζωή. Βρέθηκε ξανά εκεί το 1975, όταν τον έστειλε με μετάθεση η πετρελαϊκή εταιρεία στην οποία εργαζόταν.
Στην αρχή έγινε οπαδός της Τζένοα, της μισητής αντιπάλου της Σαμπντόρια που χθες πανηγύρισε έξαλλα τον υποβιβασμό της. Είχε αγοράσει και εισιτήριο διαρκείας για τους εντός έδρας αγώνες της. Υστερα, όμως, συμπάθησε τη Σαμπντόρια. Το γιατί… αλλαξοπίστησε, δεν το μάθαμε ποτέ. «Ηταν να διαλέξω ανάμεσα στις δύο ομάδες της πόλης, και διάλεξα τη Σαμπντόρια», είχε πει. «Αν με ρωτήσετε γιατί παντρεύτηκα μια οπαδό της Τζένοα, θα σας απαντήσω ότι κανείς δεν είναι τέλειος». Δεν παρέμεινε απλός υποστηρικτής της, αλλά προσελήφθη ως υπεύθυνος επικοινωνίας του συλλόγου. Και το 1979, αφού προηγουμένως είχε ιδρύσει τη δική του πετρελαϊκή εταιρεία (Pontoil), αποφάσισε να επενδύσει σε αυτή. Εγινε ιδιοκτήτης της.
Μόλις η Σαμπντόρια ανέβηκε στη Serie A, το 1982, ο Μαντοβάνι έφερε στο «Λουίτζι Φεράρις» τον Λίαμ Μπρέιντι, από τη Γιουβέντους, και τον Τρέβορ Φράνσις, από τη Μάντσεστερ Σίτι. Επίσης, δύο πιτσιρικάδες: τον Πιέτρο Βιέρκοβουντ και, στη συνέχεια, τον Μαντσίνι. Δύο χρόνια αργότερα, τον Τζιανλούκα Βιάλι. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία ήρθε το 1985, με την κατάκτηση του Κυπέλλου Ιταλίας. Στον «αστερισμό» της Σαμπντόρια είχε προστεθεί και ο Γκρέιαμ Σούνες, μεγάλη δόξα της Λίβερπουλ. Αλλά οι βάσεις για την ομάδα που τα επόμενα χρόνια θα κέρδιζε θαυμαστές σε όλη την Ευρώπη, μπήκαν το 1986, όταν ανέλαβε την τεχνική της ηγεσία ο Βουγιαντίν Μπόσκοφ.
Το 1989 η Σαμπντόρια έπαιξε τον πρώτο της ευρωπαϊκό τελικό. Ηττήθηκε από την Μπαρτσελόνα του Κρόιφ (2-0) στο Κύπελλο Κυπελλούχων, το οποίο κατέκτησε την επόμενη χρονιά νικώντας την Αντερλεχτ (που τότε ήταν… η μισή εθνική Βελγίου) με δύο γκολ του Βιάλι στην παράταση. Στο ρόστερ της προστίθεντο διαρκώς σπουδαίοι παίκτες: Χανς-Πέτερ Μπρίγκελ, Τονίνιο Σερέζο, Τζουζέπε Ντοσένα, Σρέτσκο Κάτανετς, Αλεξέι Μιχαϊλιτσένκο…
Η κορύφωση της εκπληκτικής της πορείας ήταν ο τίτλος της σεζόν 1990-1991 στο (τότε) κορυφαίο πρωτάθλημα της Ευρώπης. Τερμάτισε πέντε βαθμούς μπροστά από την τεράστια Μίλαν του Αρίγκο Σάκι. Εκτός από εξαιρετική ομάδα, οι «μπλουτσερκιάτι» ήταν και μια υπέροχη παρέα. Τέσσερις φορές την εβδομάδα όλοι οι παίκτες δειπνούσαν μαζί σε κάποιο εστιατόριο της πόλης. «Πέτυχαν τόσα πολλά μαζί, επειδή ήταν… μεθυσμένοι με φιλία», έγραψε η Gazzetta dello Sport.
Το 1992 έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Εκεί, στο «Γουέμπλεϊ», αντιστάθηκε γενναία στην Μπαρτσελόνα, αλλά τη λύγισε μια βολίδα του Ρόναλντ Κούμαν στην παράταση.
Ο Πάολο Μαντοβάνι «έφυγε» ξαφνικά από τη ζωή ένα χρόνο μετά, τον Οκτώβριο του 1993, σε ηλικία 63 ετών. Μαζί του χάθηκε και η μεγάλη Σαμπντόρια. Αλλά η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει αμέσως μετά τον τελικό. Ο Μπόσκοφ αποχώρησε για να αναλάβει τη Ρόμα. Ο Βιάλι έφυγε για τη Γιουβέντους με μεταγραφή – ρεκόρ. Ο Σερέζο επέστρεψε στη Βραζιλία. Τελευταίος έφυγε ο Μαντσίνι, το 1997, για τη Λάτσιο.
Το 1999 η Σαμπντόρια υποβιβάστηκε στη Serie B. Τον Απρίλιο του 2023 το σύνολο των χρεών της ξεπερνούσε τα 200 εκατομμύρια ευρώ.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
