990
|

Τουρισμός και δημοκρατία

Αρίστος Δοξιάδης Αρίστος Δοξιάδης 23 Νοεμβρίου 2013, 01:14

Τουρισμός και δημοκρατία

Αρίστος Δοξιάδης Αρίστος Δοξιάδης 23 Νοεμβρίου 2013, 01:14

Δημοσιεύω σήμερα στο φιλόξενο protagon ένα απόσπασμα από το βιβλίο μου «Το αόρατο ρήγμα: θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. Δεν ήθελα να γράψω άλλο ένα βιβλίο για τις πολυσυζητημένες φανερές όψης της κρίσης, τα ελλείμματα, τα Μνημόνια, τις τράπεζες, την ανεργία και την οργή. Ηθελα να φωτίσω πιο διαχρονικά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής οικονομίας. Διαλέγω εδώ ένα απόσπασμα για τον τουρισμό και τη σχέση του με το θεσμικό και πολιτικό περιβάλλον. Η αλληλεπίδραση θεσμών και επιχειρηματικής δραστηριότητας διαμόρφωσε την οικονομία που κατέρρευσε το 2009, και αυτή θα διαμορφώσει την μελλοντική πορεία της οικονομίας.

Απόσπασμα από το βιβλίο

[…] Σ’ εμάς η φύση έκανε ένα δώρο στη δημοκρατία από τη δεκαετία του 1970 και μετά, όταν αναπτύχθηκε ο μαζικός τουρισμός στη Μεσόγειο. Έχοντας ήδη κατακερματισμένη γαιοκτησία, όταν η γη κοντά στις ακτές άρχισε να γίνεται χρυσοφόρα, πολλές οικογένειες βρέθηκαν μ’ ένα περιουσιακό στοιχείο που μπορούσε να αποφέρει εισόδημα χωρίς παρέμβαση του κράτους, χωρίς κεντρικό σχεδιασμό, χωρίς μεγάλες επενδύσεις. Δωμάτια, μικρά ξενοδοχεία, ταβέρνες και μπαράκια, ταξί, καΐκια και πρακτορεία έπιασαν δουλειά. Οι ιδιοκτήτες μπορούσαν να βγάζουν όσα ένας διευθυντής τράπεζας, ένας γιατρός, ένας βουλευτής, χωρίς ν’ ανήκουν σε καμιά ελίτ. Χρειαζόταν προσωπική εργασία, συχνά σκληρή, και ίσως από όλη την οικογένεια, αλλά τίποτε άλλο. Ήταν σαν να έχεις περίπτερο στο Σύνταγμα, χωρίς όμως να χρειαστεί να πάρεις την άδεια με ρουσφέτι.

Ο τουρισμός αποφέρει περίπου 15-18% του ΑΕΠ και προσφέρει δουλειά σε εκατοντάδες χιλιάδες άτομα (κατά μία εκτίμηση, σε 700-800 χιλιάδες, δηλαδή στο 15%-18% του εργατικού δυναμικού). Γι’ αυτό οι σχέσεις παραγωγής και ιδιοκτησίας στον κλάδο επηρεάζουν συνολικά τη συγκρότηση της κοινωνίας. Το ελληνικό μοντέλο τουρισμού (ήλιος, θάλασσα και αρχαιολογικά αξιοθέατα), σε συνδυασμό με την κατακερματισμένη γαιοκτησία, μπορεί να μην ευνοεί τον λεγόμενο «ποιοτικό τουρισμό» (δηλαδή, τα υψηλά έσοδα ανά επισκέπτη), αλλά διασφαλίζει τη μεγάλη διασπορά των εσόδων. Τα έσοδα έρχονται ουρανοκατέβατα, όπως η βροχή στους γεωργούς της μεσαιωνικής Ευρώπης, και είναι περισσότερο πρόσοδος από την τοποθεσία παρά κέρδη πάνω σε επενδυμένο κεφάλαιο.

Ο τουρισμός είναι βασικός πυλώνας της οικογενειακής επιχειρηματικότητας. Όχι μόνο επειδή είναι σχετικά εύκολο να κερδίσεις από ένα ακίνητο στην κατάλληλη τοποθεσία, αλλά κι επειδή η εποχικότητα επιτρέπει στην πολυεργειακή οικογένεια να συνδυάσει αυτή τη δραστηριότητα με άλλες. Για τους εκπαιδευτικούς, π.χ., οι εποχές των δύο δραστηριοτήτων είναι καθαρά συμπληρωματικές. Έτσι, τα οφέλη του τουρισμού διασπείρονται σε πολλούς μικροϊδιοκτήτες.

Υπάρχουν μεγάλες επιχειρήσεις, και πολυεθνικές, στο κύκλωμα του ελληνικού τουρισμού. Το φυσικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Ελλάδας είναι αρκετά ισχυρό ώστε ν’ αντισταθμίζει τα θεσμικά εμπόδια που συναντούν οι οργανωμένες εταιρείες στο ελληνικό κράτος. Υπάρχουν οι μεγάλες και οργανωμένες εταιρείες στην ακτοπλοΐα, στην αεροπλοΐα και στο αεροδρόμιο. Υπάρχουν ελληνικές αλυσίδες ξενοδοχείων, και μερικοί μεγάλοι tour operators έχουν επενδύσει σε ελληνικά ξενοδοχεία.

Αλλά ο βαθμός συγκέντρωσης του κλάδου είναι πολύ χαμηλός. Οι είκοσι μεγαλύτερες ξενοδοχειακές μονάδες της χώρας έχουν μόνο το 4% των κρεβατιών, ενώ στην εστίαση και στη διασκέδαση δεν υπάρχει καμία μεγάλη αλυσίδα. Μόνο το 36% των ξενοδοχειακών κλινών είναι σε μονάδες άνω των 100 δωματίων. Υπάρχουν επίσης περίπου 500 χιλιάδες κλίνες σε ενοικιαζόμενα δωμάτια και ξενώνες, πάνω κάτω όσες και σε κανονικά ξενοδοχεία. Πρόκειται για περίπου 40.000 οικογενειακές μονάδες, που πολλές φορές συμπληρώνουν άλλα εισοδήματα της οικογένειας. Η μία στις τέσσερις δεν είναι καν δηλωμένη στον ΕΟΤ.

Ούτε στο μέλλον διαφαίνεται πιθανότητα να εκτοπίσουν οι μεγάλες μονάδες τις μικρές: ακόμα και αν γίνουν πολλές μεγάλες επενδύσεις στον τουρισμό (πράγμα μάλλον απίθανο), το μοντέλο ήλιος-θάλασσα μάλλον θα συνεχίσει να δίνει έσοδα και στις μικρές μονάδες, έστω μόνο τους μήνες αιχμής ‒ όπως γίνεται και τώρα. Αν υπάρχει κίνδυνος, για μικρές και μεγάλες μονάδες, αυτός προέρχεται από τον διεθνή ανταγωνισμό, όχι από τον εσωτερικό.

Οι μικροεπιχειρήσεις του τουρισμού δεν κινδυνεύουν επίσης -ιδιαίτερα από τον έλεγχο ή την αυθαιρεσία του κράτους. Σε αντίθεση, π.χ., με τις μικρές βιομηχανίες, η αδειοδότηση είναι σχετικά εύκολη. Σε αντίθεση με τα σχολεία και τις κλινικές, οι όροι λειτουργίας και οι εργασιακές σχέσεις δεν ακολουθούν νόρμες Δημοσίου. Σε αντίθεση με πολλά επαγγέλματα, δεν υπήρχε κλειστός αριθμός αδειών. Σε αντίθεση με τη γεωργία σε μερικές περιοχές, το εισόδημα δεν εξαρτάται από επιδοτήσεις, και άρα δεν εξαρτάται από το να τα έχεις καλά με την τοπική εξουσία ενός κόμματος ή μιας υπηρεσίας. Επειδή είναι ο βασικός «συναλλαγματοφόρος» κλάδος, ακόμα και το μυωπικό ελληνικό κράτος προσέχει να μη βάζει πολλά εμπόδια και βάρη πάνω στις επιχειρήσεις.

Ανεξάρτητοι από το κεφάλαιο, ανεξάρτητοι από την πολιτική εξουσία, πολυπληθείς: ορίστε τα αντικειμενικά στοιχεία που καθιστούν τους μικροεπιχειρηματίες του τουρισμού μια κοινωνική ομάδα στήριγμα της δημοκρατίας.

Όμως αυτή η ανεξαρτησία έχει και τα αρνητικά της για τη λειτουργία των θεσμών. Το τουριστικό εισόδημα εισρέει είτε έχουμε καλά σχολεία είτε όχι, είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει σοβαρή πολιτική για τις επενδύσεις, την έρευνα, τη χωροταξία, είτε λειτουργεί καλά η διοίκηση είτε όχι. Όσο για το κακό φορολογικό σύστημα, αυτό δεν ενοχλεί ιδιαίτερα τον κλάδο, αφού η φοροδιαφυγή είναι πιο εύκολη εκεί απ’ ό,τι αλλού.

Έτσι, στα πιο δυσεπίλυτα για τους θεσμούς και την ανάπτυξη προβλήματα, ο τουριστικός κλάδος μπορεί να αδιαφορεί, σε αντίθεση, π.χ., με τη βιομηχανία ή τις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας. Ή, πιο σωστά, το μεγάλο πλήθος των μικρών επιχειρηματιών μπορεί να αδιαφορεί, γιατί οι λίγες μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις -έχουν παρόμοιες απαιτήσεις για καλούς θεσμούς όπως έχει μια σύγχρονη βιομηχανία.

Έχουμε λοιπόν μια σημαντικότατη για την εθνική οικονομία ομάδα πολιτών που μπορούν να γυρνάνε την πλάτη στη φαυλότητα και στην κακοδιοίκηση και παρ’ όλα αυτά να ζουν καλά. Όπως δεν έχουν λόγο να εκλιπαρούν για να διορίσει ο βουλευτής το γιο στο Δημόσιο, έτσι δεν έχουν και πολύ σοβαρό λόγο να δράσουν για ν’ αλλάξουν το πελατειακό σύστημα. Το μαγαζάκι στις Κυκλάδες είναι το σύμβολο του ελληνικού ατομισμού και η βάση των όποιων ελευθεριακών τάσεων στην κοινωνία: δεν ζητάω τίποτε από το κράτος, πέρα από το να με αφήσει στην ησυχία μου.

Κι όμως: η ελευθερία αυτή δεν είναι τόσο σίγουρη ούτε τόσο αθώα όσο φαίνεται. Βασίζεται σε κάτι που δεν ελέγχει ο ελευθεριακός μικροεπιχειρηματίας: στην κοινόχρηστη φύση και στα κοινόχρηστα αξιοθέατα. Γι’ αυτό και κινδυνεύει από την «τραγωδία του κοινού αγρού».

(Ακολουθεί το υποκεφάλαιο «Η διαχείριση των κοινών»)