Ποιες επιλογές έχει η Αμερική στο Ιράν
Ποιες επιλογές έχει η Αμερική στο Ιράν
Αν πιστέψει κανείς τον Ντόναλντ Τραμπ, το τέλος της Ισλαμικής Δημοκρατίας φαίνεται να πλησιάζει. «Το Ιράν βλέπει την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ίσως όσο ποτέ άλλοτε», έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 10 Ιανουαρίου, διαβεβαιώνοντας ότι «οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να βοηθήσουν». Παρόμοιες δηλώσεις επαναλαμβάνονται σχεδόν καθημερινά από τότε που, στις 28 Δεκεμβρίου, ένα νέο κύμα διαδηλώσεων άρχισε να εξαπλώνεται σε ολόκληρη τη χώρα. Ο αμερικανός πρόεδρος έχει προειδοποιήσει ότι η Ουάσινγκτον είναι έτοιμη να επέμβει, αν το καθεστώς συνεχίσει να σκοτώνει διαδηλωτές: «Αν το κάνουν, θα πληρώσουν ακριβά», έχει δηλώσει.
Οπως ήταν αναμενόμενο, γράφει ο Economist, η ιρανική ηγεσία δεν έδειξε να πτοείται. Αυτό που ξεκίνησε ως απεργία καταστηματαρχών στην Τεχεράνη εξελίχθηκε γρήγορα σε μια βαθιά κρίση νομιμοποίησης για το καθεστώς, σε τέτοιο βαθμό ώστε ακόμη και στελέχη του συστήματος να αναρωτιούνται αν πλησιάζει η ώρα της αλλαγής. Αδυνατώντας να κατευνάσει την οργή μοιράζοντας πενιχρά επιδόματα, το κράτος κατέφυγε στη βία. Σύμφωνα με οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων με έδρα στην Ουάσινγκτον, έχουν επιβεβαιωθεί τουλάχιστον 490 νεκροί, αριθμός που σχεδόν σίγουρα υποτιμά το πραγματικό μέγεθος της καταστολής.
Η κατάσταση αυτή φέρνει τον Τραμπ μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Παρά τη ρητορική του, οι επιλογές του είναι περιορισμένες. Δεν υπάρχει προηγούμενο στρατιωτικής επέμβασης με σκοπό την υποστήριξη ειρηνικών διαδηλωτών. Το αντιπολιτευτικό κίνημα στο Ιράν παραμένει χωρίς ηγεσία και σαφή οργάνωση και, κυρίως, δεν έχει καταφέρει να πείσει τα κέντρα ισχύος του καθεστώτος, ιδίως εκείνους που ελέγχουν τα όπλα, να αποστατήσουν. Συνεπώς, ισχυρίζεται ο Economist, οι ΗΠΑ μπορούν να ενισχύσουν το ηθικό της αντιπολίτευσης, δύσκολα όμως θα κρίνουν μόνες τους την έκβαση της εξέγερσης.
Η ακριβής έκταση της βίας είναι δύσκολο να εκτιμηθεί, καθώς το καθεστώς διέκοψε σχεδόν πλήρως την πρόσβαση της χώρας στο παγκόσμιο διαδίκτυο. Ακόμη και οι διεθνείς τηλεφωνικές κλήσεις συχνά είναι αδύνατες. Το μπλακάουτ αυτό πλήττει όχι μόνο τους διαδηλωτές αλλά και την ήδη εύθραυστη οικονομία. Το γεγονός ότι διαρκεί πάνω από τρεις ημέρες δείχνει το επίπεδο πανικού στο οποίο βρίσκεται η εξουσία. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον παραπληροφόρησης, οι αξιόπιστες μαρτυρίες που διαρρέουν είναι εφιαλτικές: νοσοκομεία γεμάτα τραυματίες από πυροβολισμούς και νεκροτομεία που δεν χωρούν άλλα πτώματα.
Ορισμένοι Ιρανοί αναρωτιούνται αν η κατάσταση θα ήταν ακόμη πιο αιματηρή εάν δεν υπήρχαν οι απειλές του Τραμπ. Οσο περνά ο χρόνος, όμως, η αποτρεπτική ισχύς των απειλών αυτών μπορεί να εξανεμιστεί. Καθώς οι διαδηλώσεις μπαίνουν στην τρίτη εβδομάδα, ο αμερικανός πρόεδρος πιέζεται να μετατρέψει τα λόγια σε πράξεις. Εχει ήδη συζητήσει με συμβούλους του πιθανά σενάρια, χωρίς ωστόσο να έχει λάβει τελικές αποφάσεις.
Οι επιλογές που εξετάζονται από τις ΗΠΑ καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα. Στο ένα άκρο, σημειώνει ο Economist, βρίσκεται ένα συμβολικό πλήγμα κατά του καθεστώτος. Ενα τέτοιο χτύπημα θα μπορούσε προσωρινά να ενθαρρύνει τις διαδηλώσεις, αλλά υπάρχει και ο κίνδυνος να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα: να εκληφθεί ως ένδειξη ότι η Ουάσινγκτον δεν είναι διατεθειμένη να προχωρήσει παραπέρα. Αυτό θα απογοήτευε τους διαδηλωτές και θα ενθάρρυνε το καθεστώς να σκληρύνει περισσότερο τη στάση του.
Μια πιο αυστηρή επιλογή θα ήταν η στοχοποίηση των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC), του βασικού μηχανισμού καταστολής και στήριξης του συστήματος, που είχε ήδη δεχθεί πλήγματα από το Ισραήλ το προηγούμενο καλοκαίρι. Ενα τέτοιο χτύπημα θα είχε σαφές συμβολικό και ψυχολογικό βάρος. Ωστόσο, ούτε αυτό θα μπορούσε να αποτρέψει τις δυνάμεις ασφαλείας και τις παραστρατιωτικές ομάδες, όπως οι Basij, από το να πυροβολούν διαδηλωτές στους δρόμους. Επιπλέον, θα μπορούσε να αποξενώσει εκείνους τους Ιρανούς που φοβούνται ένα χάος τύπου Λιβύης ή Συρίας.
Η πιο ριζοσπαστική επιλογή, συνεχίζει ο Economist, θα ήταν η άμεση στοχοποίηση της ανώτατης ηγεσίας, ακόμη και του ίδιου του αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Ενα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να περιλαμβάνει μια ειδική επιχείρηση ή αεροπορικά πλήγματα. Αν πετύχαινε, θα οδηγούσε αναμφίβολα σε πολιτική ανατροπή. Ομως, στη χαοτική μάχη διαδοχής που θα ακολουθούσε, ένα ανοργάνωτο λαϊκό κίνημα θα βρισκόταν σε μειονεκτική θέση και το πιθανότερο είναι ότι θα επικρατούσαν οι Φρουροί της Επανάστασης και οι πολιτικοί τους σύμμαχοι.
Πέρα από τα πολιτικά διλήμματα, υπάρχουν και πρακτικοί περιορισμοί. Οι ΗΠΑ θα δυσκολεύονταν να διατηρήσουν μια μακρόχρονη στρατιωτική παρουσία στο Ιράν. Δεν διαθέτουν αυτή τη στιγμή αεροπλανοφόρο στον Περσικό Κόλπο, ενώ οι βάσεις στην περιοχή εξαρτώνται από τη συναίνεση άλλων κρατών, τα οποία φοβούνται αντίποινα και αποσταθεροποίηση. Το ιρανικό καθεστώς έχει ήδη προειδοποιήσει ότι θα στοχεύσει αμερικανικές βάσεις και το Ισραήλ σε περίπτωση επίθεσης.
Ολα αυτά καθιστούν πιο πιθανή μια «στατική» απάντηση, καταλήγει ο Εconomist. Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να στείλουν περισσότερους Starlink για να παρακάμψουν το μπλακάουτ του διαδικτύου ή να χρησιμοποιήσουν κυβερνοεπιθέσεις για να εμποδίσουν την απομόνωση της χώρας. Η επανασύνδεση θα βοηθούσε τους Ιρανούς να οργανωθούν και να δείξουν στον κόσμο τη βαρβαρότητα του καθεστώτος, χωρίς όμως να τη σταματήσει.
Η ιστορία προσφέρει ελάχιστα ασφαλή παραδείγματα. Στη Λιβύη, η διεθνής επέμβαση οδήγησε σε χρόνια χάους. Στη Συρία, τα περιορισμένα πλήγματα δεν απέτρεψαν τις μαζικές δολοφονίες. Με την υπόσχεσή του να «σώσει» τους διαδηλωτές, ο Τραμπ έχει θέσει έναν φιλόδοξο και εξαιρετικά δύσκολο στόχο.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
