622
| .

H εξομολόγηση του Τζον Λε Καρέ

Protagon Team Protagon Team 5 Σεπτεμβρίου 2016, 07:06

H εξομολόγηση του Τζον Λε Καρέ

Protagon Team Protagon Team 5 Σεπτεμβρίου 2016, 07:06

Ο πατέρας του τον έδερνε, η μητέρα του τον εγκατέλειψε, οι μυστικές υπηρεσίες (κατά κάποιον τρόπο) τον υιοθέτησαν, το γράψιμο τον έσωσε. Η ζωή του Τζον Λε Καρέ, την οποία ο ίδιος παρουσιάζει σε μια αυτοβιογραφία που πρόκειται να κυκλοφορήσει στη Βρετανία αυτές τις ημέρες, ήταν δύσκολη και συναρπαστική – ενδεχομένως πιο δύσκολη και συναρπαστική ακόμη και από τη ζωή των ηρώων του.

Σίγουρα ήταν και πιο γνωστή. Παρόλα αυτά στην αυτοβιογραφία του 84χρονου συγγραφέα υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες και αποκαλύψεις που κάνουν το βιβλίο του ένα ενδιαφέρον και γοητευτικό όσο και τα μυθιστορήματα που τον έκαναν διάσημο. Ο Λε Καρέ βέβαια δεν είναι ένας κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο, αλλά ένας πρώην κατάσκοπος που τα τελευταία σαράντα χρόνια ζει απομονωμένος στην Κορνουάλη, παραχωρεί σπάνια συνεντεύξεις και δεν εμφανίζεται ποτέ σε τηλεοπτικά τοκ σόου, φεστιβάλ και σεμινάρια δημιουργικής γραφής.

Στον Ντέιβιντ Κόρνγουελ, όπως είναι το πραγματικό του όνομα, υπήρχε πάντα κάτι αινιγματικό. Και η αυτοβιογραφία του επιβεβαιώνει αυτή την αίσθηση ήδη από τον τίτλο της: «The pigeon’s tunnel» – «Η σήραγγα των περιστεριών». Οπως εξηγεί ο ίδιος στα αποσπάσματα που προδημοσίευσε o Guardian, εμπνεύστηκε τον τίτλο μια επίσκεψη στο Μόντε Κάρλο με τον πατέρα του όταν ήταν παιδί. Στην ταράτσα ενός καζίνου εκεί είχε στηθεί μια σήραγγα όπου κάποιοι έβαζαν περιστέρια από τη μία πλευρά κι εκείνα έβγαιναν πετώντας από την άλλο για να μπουν στο στόχαστρο μιας ομάδας σκοπευτών. Εκείνα που τη γλίτωναν επέστρεφαν στην ταράτσα για να οδηγηθούν εκ νέου στη σήραγγα κι από εκεί σε ένα πέταγμα προς τον πιθανό τους θάνατο. «Για ποιον λόγο αυτή η εικόνα με ακολουθούσε για τόσο καιρό, είναι κάτι που ο αναγνώστης μπορεί να καταλάβει καλύτερα από μένα» γράφει.

GettyImages-3137513
Ο Τζον Λε Καρέ το 1965 (Getty Images)

Η δύσκολη σχέση με τον πατέρα του καταλαμβάνει τον χώρο που δικαιούται. Ο Λε Καρέ περιγράφει τον Ρόνι Κόρνγουολ ως έναν «απατεώνα, ονειροπόλο και πρώην τρόφιμο φυλακής» που χτυπούσε πολύ συχνά τη γυναίκα του. «Χτυπούσε και μένα, αλλά ούτε πολύ συχνά ούτε πολύ άγρια» προσθέτει, ενώ πληροφορεί τους αναγνώστες του πως ο Ρόνι του τηλεφωνούσε από διάφορες φυλακές στο εξωτερικό για να του ζητήσει χρήματα. Η μητέρα του τον εγκατέλειψε όταν εκείνος ήταν πέντε χρονών. «Δεν θυμάμαι να αγαπώ κανέναν στα παιδικά μου χρόνια εκτός από τον μεγαλύτερο αδελφό μου (σ.σ. ο Ρούπερτ έγινε γνωστός δημοσιογράφος), ο οποίος κατά περιόδους ήταν σαν μοναδικός γονιός μου». Μια παιδική ηλικία που πιθανότατα άφησε τα σημάδια της: «Δεν ήμουν ούτε υποδειγματικός σύζυγος ούτε υποδειγματικός πατέρας και δεν με ενδιέφερε να γίνω» γράφει αλλού.

Και για τη δουλειά του στη ΜΙ6; «Αισθάνομαι ένας συγγραφέας που κάποια στιγμή έγινε κατάσκοπος παρά ένας κατάσκοπος που κάποια στιγμή άρχισε να γράφει». Εξομολογείται επίσης ότι προτιμά να παραμείνει πιστός στην «αιώνια παράδοση της μη μηχανικής γραφής», καθώς η έμπνευση τον επισκέπτεται στους περιπάτους του, το τρένο ή το καφέ που συχνάζει. Το μόνο που χρειάζεται τότε είναι ένα χαρτί κι ένα μολύβι.

Από τα έξι κεφάλαια που προδημοσίευσε o Guardian τα δύο αναφέρονται στις συναντήσεις του με την Μάργκαρετ Θάτσερ και τον Ρούπερτ Μέρντοκ. Η Σιδηρά Κυρία τον κάλεσε σε δείπνο όταν εκείνος αρνήθηκε κάποια τιμή. Ο Λε Καρέ τότε είχε επιστρέψει από τον Λίβανο και σκέφτηκε ότι θα ήταν σωστό να της πει στο τραπέζι πως η κυβέρνησή της θα έπρεπε να κάνει περισσότερα για τους Παλαιστίνιους. «Οι Παλαιστίνιοι εκπαιδεύουν τους αντάρτες του IRA» του απάντησε ξερά εκείνη. Η συνάντηση με τον Μέρντοκ έγινε πάνω στο γιοτ του τελευταίου. Ο μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης τον ρώτησε εάν ήξερε ποιος σκότωσε τον εκδότη και αντίπαλό του Ρόμπερτ Μάξγουελ. Ο Λε Καρέ δήλωσε άγνοια και ο Μέρντοκ απομακρύνθηκε χωρίς να κάνει άλλη ερώτηση.

Κι αυτές οι συναντήσεις φαίνεται ότι ήταν πολύ για τον Λε Καρέ. Η απομονωμένη βίλα του στην Κορνουάλη τον περίμενε.