Advertisement

2056
Η σκάλα του «αρκούδα» στολισμένη με άνθη. Αφιερωμένη «στον δάσκαλο» Γιάννη Κυριακίδη | ΙΝΤΙΜΕNEWS/ΤΟΣΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Οι εντιμότατοι φίλοι του Γιάννη Κυριακίδη

Νικόλας Τριανταφύλλου Νικόλας Τριανταφύλλου 24 Φεβρουαρίου 2016, 20:22
Η σκάλα του «αρκούδα» στολισμένη με άνθη. Αφιερωμένη «στον δάσκαλο» Γιάννη Κυριακίδη
|ΙΝΤΙΜΕNEWS/ΤΟΣΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Οι εντιμότατοι φίλοι του Γιάννη Κυριακίδη

Νικόλας Τριανταφύλλου Νικόλας Τριανταφύλλου 24 Φεβρουαρίου 2016, 20:22

Κλασικός βροχερός θεσσαλονικιώτικος καιρός το απόγευμα της Τετάρτης. Ιδανικός για να αποχαιρετίσει η πόλη τον πιο επίμονο φωτογράφο της: τον Γιάννη Κυριακίδη.

Στον ναό της Αγίας Σοφίας ήταν οι συνήθεις ύποπτοι: δημοσιογράφοι, φωτορεπόρτερ, πολιτικοί και πλήθος από όσους είχαν γνωρίσει τον ιδιόρρυθμο αυτόν Θεσσαλονικιό, ο οποίος απαθανάτισε τους πάντες και τα πάντα. «Την γέννηση και τον θάνατο, όλους τους πολιτικούς αρχηγούς, όλους τους καλλιτέχνες, όλες τις επίσημες-ιστορικές εκδηλώσεις της πόλης, γεγονότα εντυπωσιακά, λαμπερά και θλιβερά», έλεγε κι έτσι ήταν. Αλλά και ποτέ δεν φωτογράφισε αδιάκριτα, ποτέ δεν ενεπλάκη σε αμφιλεγόμενες ειδήσεις, δεν αδίκησε και δεν αναμίχθηκε σε κάτι άτιμο.

Εκανε απόλυτο κουμάντο στη Θεσσαλονίκη. Ο Γιάννης Κυριακίδης ήταν μια μοναδική περίπτωση ανθρώπου. Ανεβασμένος στη σκάλα του, με τη στάχτη του πούρου του να πέφτει παντού, με την αυθόρμητη και αθυρόστομη γλώσσα του, κατάφερνε πάντα να έχει το πλάνο που θέλει. Σταματούσε πομπές και πορείες, έβαζε επισήμους να ξανακάνουν χειραψίες, έσπαγε το πρωτόκολλο, έβριζε θεούς και δαίμονες και ποτέ δε βρέθηκε κάποιος μεγαλόσχημος να διαμαρτυρηθεί: εφόσον ο Κυριακίδης ήθελε πλάνο, έπρεπε να το έχει.

Η πρωτοφανής ισχύς του Γιάννη Κυριακίδη κερδήθηκε με ασταμάτητη δουλειά και αφοσίωση στο έργο του. Γεννήθηκε από ποντιακή, προσφυγική οικογένεια στην Νέα Ζωή, έξω από τη Θεσσαλονίκη κι αργότερα μετακόμισαν, οικογενειακώς, στην Καλαμαριά. Μαζεύοντας κουπόνια από την εφημερίδα «Μακεδονία», ο έφηβος Γιάννης πήγε στο πασίγνωστο κατάστημα φωτογραφικών ειδών «Κούνιο» και ζήτησε μια πανάκριβη κάμερα. Ετοιμος να φύγει μόλις είδε την τιμή, με έκπληξη άκουσε τον ιδιοκτήτη να του τη δίνει με πίστωση. Τον ξεπλήρωσε όταν είχε τη δυνατότητα. Ετσι άρχισε μια απίστευτη καριέρα 70 ετών. Ο Γιάννης Κυριακίδης δεν εγκατέλειψε ποτέ τη Θεσσαλονίκη, κι ας είχε προτάσεις από την Αθήνα.

Για το πάθος του για τη δουλειά του μίλησε πρώτος ο Αρχιεπίσκοπος Ανθιμος, ο οποίος χοροστάτησε στην εξόδιο ακολουθία. «Είχε ιερό πάθος, δύναμη, προσωπικότητα. Απέναντί μου είχε ευγενική κι εκπληκτική συμπεριφορά, αν και μπορούσε να σε φοβίσει». Και τι πάθος! Δημοσιογράφος θυμάται μια αποστολή που είχαν πάει μαζί στα Σκόπια το 1983, προκειμένου να καλύψουν συνάντηση του τότε σκοπιανού ηγέτη Κίρο Γκλιγκόροφ με τον τούρκο πρόεδρο Τουργκούτ Οζάλ. Συνηθισμένος ο Κυριακίδης να είναι ο απόλυτος άρχων της Θεσσαλονίκης, δεν σταμάτησε όταν στο αεροδρόμιο οι (τότε) Γιουγκοσλάβοι του έλεγαν να μην μπει στον διάδρομο. Ετσι, βρέθηκε στο κρατητήριο, μαζί με τον δημοσιογράφο. Εμειναν 5-6 ώρες μέσα, κι όταν βγήκαν ο δημοσιογράφος τον άφησε έξω από το Κοινοβούλιο των Σκοπίων, όπου ο Γιάννης Κυριακίδης περίμενε άλλες 5-6 ώρες προκειμένου να μπορέσει να κάνει μια λήψη την ώρα που θα έβγαιναν οι Γκλιγκόροφ – Οζάλ. «Επειτα από τέτοια ταλαιπωρία, είχε το κουράγιο να περιμένει τόσες ώρες και στο τέλος δεν μπόρεσε και να κάνει τη λήψη», λέει ο δημοσιογράφος.

«Θέλω όταν κλείσω τα μάτια και με κατεβάζουν στον τάφο και σεις τα παλιόπαιδα από πάνω θα μουντζοκλαίτε, να μου δώσει ο Θεός ζωή για ένα δευτερόλεπτο να σηκώσω το καπάκι, να φωνάξω “ουστ κοπρόσκυλα” και μετά να φύγω». Αυτή η ευχή του δεν έπιασε…

Ο άνθρωπος αυτός υπήρξε θρύλος. Η γυναίκα του, Χρύσα, έλεγε ότι «δεν μου άρεσαν ποτέ οι κανονικοί άνθρωποι, τους έβρισκα βαρετούς», όταν τη ρωτούσαν σχετικά με την ιδιορρυθμία του Κυριακίδη.

Και τι ιδιορρυθμία! Από πού να αρχίσει κανείς; Από την αλουμινένια σκάλα που κουβαλούσε μονίμως κάποιος βοηθός του, προκειμένου ο «Αρκούδας» -όπως ήταν το παρατσούκλι του- να φωτογραφίζει πάντα από ψηλά, τη μόνιμη γκρίνια του η οποία, στα τελευταία χρόνια της ζωής του (δηλαδή όταν ήταν ήδη 90 ετών και ύστερα από βαρύ εγκεφαλικό…) επικεντρωνόταν στο ότι κανείς δεν του ζητούσε να φωτογραφήσει πια, τις φωνές του σε πρωθυπουργούς και καλλιτέχνες για να καθίσουν να τους φωτογραφήσει, τη «σπηλιά» της Τσιμισκή (το φωτογραφείο του η είσοδος του οποίου γινόταν μονίμως στόχος των πλακατζήδων φίλων του που θα διαβάσετε παρακάτω), την απίστευτη ικανότητά του να καταφέρνει πάντα το πλάνο του ή από την τρομερή παρέα του με τις μαύρου χιούμορ πλάκες που απολάμβανε ενώ ταυτόχρονα έβριζε;

Η αλουμινένια σκάλα ήταν έξω από την εκκλησία, σαν σήμα κατατεθέν του. Ολοι αναρωτιόντουσαν, στην κηδεία του, αν θα πραγματοποιηθεί το όνειρό του έτσι όπως το είχε εκφράσει το 2013, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης της Ενωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας – Θράκης: «Θέλω όταν κλείσω τα μάτια και με κατεβάζουν στον τάφο και σεις τα παλιόπαιδα από πάνω θα μουντζοκλαίτε, να μου δώσει ο θεός ζωή για ένα δευτερόλεπτο να σηκώσω το καπάκι, να φωνάξω “ουστ κοπρόσκυλα” και μετά να φύγω». Αυτή η ευχή του δεν έπιασε. Αλλά όλοι κρυφογελώντας έλεγαν ότι πήγαν στην κηδεία προκειμένου να μη χάσουν την είδηση, σε περίπτωση που η ευχή του Κυριακίδη έπιανε.

Οι φάρσες -ακόμη και χονδροειδείς και μακάβριες- ήταν στην ημερήσια διάταξη για τα δυο «χαλκεία» που είχαν βάλει στο μάτι το Γιάννη Κυριακίδη: το «χαλκείο της Σοφούλη», δηλαδή το σπίτι φίλου του βιομήχανου και το «χαλκείο της Αγίας Σοφίας», το γραφείο των εφημερίδων ΒΗΜΑ-ΝΕΑ, απ’ όπου δραστηριοποιούνταν ο έτερος αείμνηστος κολλητός του, Δημήτρης Γουσίδης, άλλοτε πρόεδρος της ΕΣΗΕΜΘ.

Τα «χαλκεία» εναντίον της «σπηλιάς»

Δεν φαντάζεστε τι μηχανεύονταν τα «χαλκεία» εις βάρος της «σπηλιάς» του Κυριακίδη. Κάποτε, του έχτισαν την πόρτα. Οι αγριοφωνάρες του φωτογράφου ακούστηκαν σε όλη την Τσιμισκή. Μια άλλη φορά, ενώ περπατούσαν στο κέντρο της πόλης, τα «χαλκεία» συνάντησαν το όχημα επιχείρησης εκκένωσης βόθρων. «Θες να βγάλεις μεροκάματο;» ρώτησαν τον οδηγό. «Να πας τάδε ώρα να αδειάσεις στο μπαλκόνι του Κυριακίδη». Πηγαίνει, λοιπόν, και με μια επιχείρηση άξια για ταινία τύπου «Οι εντιμότατοι φίλοι μου» αρχίζει το έργο της εκκένωσης. «Εδώ έχει ένα καναρίνι, μην πάθει τίποτα!» διαπιστώνει ο οδηγός. «Τι να πάθει;» λεν τα «χαλκεία». Ελα όμως που ο Κυριακίδης εμφανίστηκε στη γωνία νωρίτερα απ’ όσο τον περίμεναν… Τα μαζεύει άρον άρον ο οδηγός και φεύγει με το σωλήνα να σέρνεται στο δρόμο. Τα «χαλκεία» φεύγουν τρέχοντας ενώ ο Κυριακίδης ανέβαινε προς τη «σπηλιά». Βλέποντας εκείνος τι έγινε, σε έξαλλη κατάσταση τρέχει στο μπαρ «Gallery» που διατηρούσε ο έτερος αείμνηστος και κολλητός του, Ανέστης Πεταλίδης, όπου σύχναζαν τα «χαλκεία». Οντως, τους βρίσκει εκεί, να πίνουν το ποτό τους αμέριμνα, όπως έκανε κι ένας εισαγγελέας γνωστός τους. Πηγαίνει ο Κυριακίδης κατευθείαν στον εισαγγελέα: «Το και το μου κάνανε, αυτοί οι δυο κύριε εισαγγελέα, θέλουν να με καταστρέψουν, πιάσε τους να τους πας αύριο στο δικαστήριο να δω τι θα έχουνε να πούνε για να δικαιολογηθούν». Γυρνάει ήρεμα ο εισαγγελέας στα «χαλκεία». «Αλήθεια, κύριοι, τι θα έχετε να πείτε;» Κι απαντά με απάθεια το «χαλκείο της Αγίας Σοφίας»: «Τι να πούμε εμείς; Εχεσε το καναρίνι και λέρωσε το μπαλκόνι!» Σείστηκε το μπαρ από τα γέλια.

Και η «σπηλιά», όμως, δεν άφηνε αναπάντητες τις προκλήσεις. Κάποτε διέδωσε ότι ένας Ιρακινός που ζούσε χρόνια στη Θεσσαλονίκη ήταν εραστής κάποιου από την παρέα. Το μαθαίνει ο Ιρακινός και πηγαίνει και ρίχνει δυο τενεκέδες μέλι στην πόρτα της «σπηλιάς». Πάει ο Κυριακίδης στη σπηλιά, κολλάει στο μέλι. Φωνάζει την Αστυνομία, πηγαίνουν δυο άτομα, κολλάνε κι αυτοί στο μέλι! Το τι άκουσαν από τον Κυριακίδη, δε λέγεται. «Εσείς τώρα ήρθατε να με σώσετε;» Εννοείται ότι κάθε του φράση κοσμούνταν από λέξεις που δεν γράφονται.

Η εκκεντρική του συμπεριφορά σήκωνε πολλές πλάκες από πολύ κόσμο, πάντως, αλλά ο Γιάννης Κυριακίδης δεν τσιμπούσε πάντα. Μια φορά στο Kitchen Bar της Θεσσαλονίκης, δημοσιογράφος της πόλης είχε μαζί του κατσαβίδι και ξεβίδωσε μια βίδα από την καρέκλα του Κυριακίδη, όταν εκείνος σηκώθηκε. Ολοι περίμεναν να τον δουν να πέφτει, αλλά ματαίως. Όταν σηκώθηκε και πάλι, ο «κατσαβιδάκιας» κάθισε στην καρέκλα για να διαπιστώσει πού έκανε το λάθος στο ξεβίδωμα κι η καρέκλα διαλύθηκε με αποτέλεσμα να βρεθεί στο πάτωμα ο «κατσαβιδάκιας». Γυρνάει τότε ο Κυριακίδης και του λέει «πάρ’ τα τέτοια μου τώρα!». Προφανώς, επειδή είχε στο νου του ότι έχει να κάνει με φαρσέρ, είχε παραφυλάξει κι είχε δει το ξεβίδωμα, οπότε έκατσε προσεκτικά.

Mε τον Αντώνη Δούδο
Mε τον Αντώνη Δούδο

Ταξίδευε πολύ για τη δουλειά του, φωτογράφιζε πολέμους, αλλά ειδικά για το θάνατο έλεγε «τον είδα στο Γάγγη, εκεί που πλένονταν οι Ινδοί». Μιλούσε μ’ ένα βλέμμα απόκοσμα για την εμπειρία του εκείνη. Για να ξαναγυρίσει αμέσως μετά στις φάρσες της καθημερινότητας. Μια από τις τελευταίες πλάκες που του είχε κάνει το «χαλκείο της Αγίας Σοφίας» είχε τίτλο «Σήμερα ήρθε ο εγγονός του Σκαλούμπακα». Ο Σκαλούμπακας ήταν βασανιστής στη Μακρόνησο, όπου πέρασε 3 χρόνια ο Κυριακίδης, καθώς συνελήφθη ως αριστερός όταν ήταν να καταταγεί στο Στρατό. Το «χαλκείο» είχε βγάλει το εντελώς φανταστικό σενάριο ότι ο Κυριακίδης είχε κάνει συνεταιρισμό με το Σκαλούμπακα, να φωτογραφίζει τους κρατουμένους έναντι 10 φράγκων τη φωτογραφία και να μοιράζονται τα λεφτά. Σύμφωνα με το σενάριο, ο Κυριακίδης πήρε τα λεφτά, έφυγε, και τώρα εμφανίστηκε στη Θεσσαλονίκη ο εγγονός του Σκαλούμπακα να τα ζητήσει. Εννοείται ότι το σενάριο αυτό επί μέρες απασχόλησε την παρέα, διανθίζοντάς το με λεπτομέρειες που ερέθιζαν τον ιδιαίτερο ψυχισμό του Κυριακίδη. Πάντως, ποτέ του δεν εξέθεσε κάποιον για πολιτικούς λόγους, ανεξαρτήτως σε ποια πλευρά κι αν ανήκε ο άλλος.

Κάποτε, σε περίοδο Αποκριάς, ένας πλακατζής έφτιαξε μια μάσκα με το πρόσωπο του Κυριακίδη. Την είδε και γύρισε έξαλλος στην παρέα και είπε: «Οποιος τολμήσει να κυκλοφορήσει μ’ αυτό, να ξέρει ότι μόνο θα τον γα…σω, αλλά θα του κάνω και μήνυση!»

doudos
Από αριστερά: Κυριακίδης, Γουσίδης, Δούδος.

Οταν ένα από τα «χαλκεία» αγόρασε αυτοκίνητο με θερμαινόμενα καθίσματα -άγνωστο, ακόμη, τότε στον πολύ κόσμο- πρότεινε στην παρέα να πάνε για ουζάκι στη Ρέμβη. Η παρέα ήταν τέσσερις συνεννοημένοι για φάρσα κι ο Κυριακίδης. Επειδή την εποχή εκείνη υπήρχε μεγάλη έξαρση μιας νέας γρίπης, κανόνισαν μεταξύ τους να μιλούν στη διάρκεια της διαδρομής για τη γρίπη και τα περίεργα συμπτώματά της, ένα εκ των οποίων υποτίθεται ότι ήταν κάψιμο στους όρχεις. Εκεί που το συζητούσαν στο αυτοκίνητο, ο οδηγός ανάβει τη θέρμανση στο κάθισμα του Κυριακίδη. Έντρομος αυτός γυρίζει και λέει «καίγονται τα αρ…α μου!» Κάποιος ανέλαβε να επιβεβαιώσει το γεγονός, συμπέραναν ότι πρόκειται για σύμπτωμα της γρίπης, οπότε ο Κυριακίδης ζήτησε να τον παν στο νοσοκομείο που βρισκόταν στο δρόμο τους. Στρίβει ο οδηγός, κατεβαίνουν και οι πέντε και βρίσκουν ένα γιατρό. Επειδή η φάρσα δεν ξέρεις ποτέ πότε και πώς θα συνεχιστεί, έπεσαν σε έναν ευγενέστατο άνθρωπο ο οποίος, όμως, κεκέδιζε. Ο Κυριακίδης είχε την αγωνία του και αντί να περιμένει το γιατρό να πάρει το ιστορικό, γυρνάει και του λέει «Γιατρέ, καίγονται τα αρ…α μου!» Ευγενικός ξε-ευγενικός, ο γιατρός κατάλαβε ότι πρόκειται περί πλάκας αλλά δεν την εκτίμησε, με αποτέλεσμα να τους πετάξει, κυριολεκτικά, έξω από το νοσοκομείο. Κι όλα αυτά, κεκεδίζοντας.

Ενα μεσημέρι κάθονταν στο «Μικράκι», ένα μικρό ταβερνείο στην Προξένου Κορομηλά, πολύ στενό δρόμο του κέντρου της Θεσσαλονίκης, με πολυκατοικίες και ηχώ. Στην παρέα βρισκόταν ένας ιερέας ο οποίος, δασκαλεμένος από τους άλλους, τον κούρδιζε. Αρχισε να φωνάζει ο Κυριακίδης μέσα στην ησυχία του μεσημεριού: «Παπά, κι εσύ μ’ αυτούς; Τέτοιος είσαι κι εσύ;» και διάφορα άλλα που δεν γράφονται. Εκείνη τη στιγμή, ακούγεται μια φωνή «Ε, σκάσε πια!» κι από κάποιο μπαλκόνι πέφτει ένα πατσαβούρι και προσγειώνεται επάνω στο κεφάλι του. «Αυτό είναι θεία δίκη!» απεφάνθη η παρέα, αφήνοντας τον Κυριακίδη να πιστεύει ότι είχαν συνεργό και στο μπαλκόνι.

Μιλάμε για χιλιάδες -κυριολεκτικά- περιστατικά με πρωταγωνιστή τον Κυριακίδη. Καθένας μας έχει να διηγηθεί τουλάχιστον δυο τρία, και μάλιστα γελώντας. Ενας συμμαθητής της μεγάλης του κόρης τον είδε στο δρόμο να του γνέφει με μεγάλη λαχτάρα, ενώ περνούσε με τη μηχανή του. Σταματάει ο συμμαθητής και βλέπει τον Κυριακίδη να καβαλάει τη μηχανή. «Νόμιζα ότι ήθελε να με χαιρετίσει, αλλά εκείνος ήθελε να τον πάω στο ρεπορτάζ του, επειδή δεν έβρισκε ταξί. Τι να κάνω, τον φόρτωσα με το τριπόδι του και τον πήγα. Κυριακίδης ήταν αυτός, ποιος του αντιστεκόταν;»

134698
Ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης κατά την άφιξή του στην κηδεία του Κυριακίδη (IntimeNews)

Πιστεύω πως αυτό που χαιρόταν η Θεσσαλονίκη κι υποκλινόταν στον Κυριακίδη ήταν το ότι δεν ήταν άγιος, δεν προσποιούνταν τον άγιο και δεν είχε την απαίτηση να τον αντιμετωπίζουν ως άγιο. Κι είναι σίγουρο ότι θα χαιρόταν να ακούει, στους επικήδειους που εκφωνήθηκαν να εξαίρεται ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας του, η εμβληματική προσωπικότητά του, το ιδιότυπο χιούμορ του. Οπως είπε ο πρόεδρος της ΕΣΗΕΜΘ, Παναγιώτης Νεστορίδης, «αν δεν τον τσιγκλούσες, ερχόταν εκείνος και το ζητούσε». Και σύμφωνα με το δήμαρχο Θεσσαλονίκης, Γιάννη Μπουτάρη «χαιρόταν κι εκείνος κι εμείς που τον πειράζαμε. Οταν έκανα τον Αρκτούρο με ρωτούσαν αν τον έκανα για να βάλω μέσα τον Κυριακίδη».

Ο Γιάννης Κυριακίδης δεν σηκώθηκε να πει «ουστ κοπρόσκυλα», δεν «έπεσε σε χειμερία νάρκη» όπως έλεγαν χαριτολογώντας δημοσιογράφοι. Ο θάνατός του δεν ήταν φάρσα, αλλά η κατάληξη 92 μοναδικά γεμάτων ετών ενός ξεχωριστού ανθρώπου. Ενός ξεχωριστού Θεσσαλονικιού.