816
| Shutterstock

Χρειαζόμαστε μεταρρυθμίσεις, τις θέλουμε όμως;

Μιχάλης Μιχαήλ Μιχάλης Μιχαήλ 21 Ιουλίου 2020, 23:20
|Shutterstock

Χρειαζόμαστε μεταρρυθμίσεις, τις θέλουμε όμως;

Μιχάλης Μιχαήλ Μιχάλης Μιχαήλ 21 Ιουλίου 2020, 23:20

Γιατί κράτησε τέσσερα μερόνυχτα η Σύνοδος Κορυφής; Πέρα από την ανάγκη για προσωπικό πολιτικό μπρα ντε φερ μεταξύ ορισμένων ηγετών και πέρα από την άλλη ανάγκη να ξεπεραστούν διαχρονικά ταμπού, όπως η αγορά χρέους από μέρους της ΕΕ, κράτησε τόσο πολύ για τις… μεταρρυθμίσεις. Η γεμάτη εντάσεις διαπραγμάτευση είχε στον πυρήνα της τη σκληρή στάση των «φειδωλών» χωρών, με προεξάρχουσα την Ολλανδία, που απαίτησαν λιγότερες επιδοτήσεις και περισσότερα δάνεια στο πακέτο των 750 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης προς τις χώρες του Νότου. Το ανομολόγητο επιχείρημά τους ήταν πως πρέπει οι οικονομίες τους να γίνουν ανταγωνιστικές – για να μπορούν βεβαίως να αγοράζουν τα προϊόντα των Βορείων. Και πώς θα γίνουν ανταγωνιστικές; Μα με μεταρρυθμίσεις. Η ίδια ιστορία…

Από το 2010, όταν η Ελλάδα βυθίστηκε στη δημοσιονομική κρίση και αποδέχθηκε τα μνημόνια για να αποφύγει την (τυπική) χρεοκοπία, όλοι οι διεθνείς οργανισμοί (ΕΕ, ΔΝΤ,ΟΟΣΑ), οικονομικά ινστιτούτα ανά τον κόσμο, κορυφαίοι οικονομολόγοι και ο διεθνής Τύπος το ίδιο έλεγαν και λένε: η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της Ελλάδας είναι η αναγκαία και ικανή συνθήκη για να μη βρεθεί η χώρα ξανά στο χείλος του γκρεμού –και ο μόνος τρόπος για να αλλάξει το μοντέλο είναι σημαντικές μεταρρυθμίσεις τόσο στο κράτος όσο και στη διάρθρωση της οικονομίας.

Αρκετά έγιναν αυτά τα δέκα χρόνια, όμως ο δρόμος είναι ακόμη μακρύς. Για να είμαστε δίκαιοι, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 2010-12 προχώρησε σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις για να εξισορροπήσει τις περικοπές που επέβαλε η αποδοχή του πρώτου μνημονίου, όμως η ΝΔ του Αντώνη Σαμαρά δεν τις στήριξε, είτε επειδή είχε μια «υποχρέωση» προς τη φενάκη των Ζαππείων, είτε φοβούμενη το πολιτικό κόστος, καθώς τα ποσοστά της κατέρρεαν –ακολούθως βέβαια συμφώνησε στο δεύτερο μνημόνιο. Οσο για τον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα που λαΐκισε με τους Αγανακτισμένους, υποσχόμενος ότι θα «σκίσει τα Μνημόνια με ένα νόμο κι ένα άρθρο» και αντ’ αυτού έκανε την «kolotoumba» και συμφώνησε το τρίτο αχρείαστο μνημόνιο, οι μεταρρυθμίσεις υπήρξαν άγνωστη λέξη. Ισως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της μετέωρης δεκαετίας ήταν η Μεταρρύθμιση της Αννας Διαμαντοπούλου στην Παιδεία, που πρώτα υπερψηφίστηκε με ευρεία πλειοψηφία και έπειτα ακυρώθηκε επί της ουσίας από τους ίδιους που την είχαν ψηφίσει! Διότι, όντως, η ιστορία παραμένει η ίδια. Ναι, χρειαζόμαστε μεταρρυθμίσεις, τι θέλουμε όμως;

Η πανδημία ανέδειξε ξανά, περισσότερο επιτακτικά μάλιστα, το χρόνιο πρόβλημα της χώρας. Μας το ξαναθύμισε και η Εκθεση της Επιτροπής, υπό τον νομπελίστα Χρ. Πισσαρίδη: ούτε λίγο ούτε πολύ, μας λέει και πάλι ότι χωρίς απαραίτητες και ορισμένες αυτονόητες μεταρρυθμίσεις το μέλλον θα παραμένει στενόχωρο και κοντόθωρο – είναι, μάλιστα, διπλά επείγουσες, λόγω της ανάγκης γρήγορης απορρόφησης των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Και ερχόμαστε στο επίδικο: Επιθυμεί η ελληνική κοινωνία μεταρρυθμίσεις; Δεν φαίνεται κάτι τέτοιο, αντιθέτως είναι εμφανής μια αντι-μεταρρυθμιστική κουλτούρα σε όλο το κοινωνικό φάσμα. Οι κυβερνήσεις, φοβούμενες το πολιτικό κόστος, αλλά και το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα, η Δικαιοσύνη, η Τοπική Αυτοδιοίκηση, ο αγροτικός κόσμος αντιδρούν προτάσσοντας τη λογική του Αρχιμήδη «μη μου τους κύκλους τάραττε». Κατά βάση τις θέλουν μόνο επικοινωνιακά.

Οι προτάσεις της Επιτροπής Πισσαρίδη θα μπορούσαμε να πούμε ότι επικαιροποιούν εκείνη την περιβόητη μελέτη της McKinsey που στις αρχές της δεκαετίας του ’10 υπεδείκνυε τις αναγκαίες αλλαγές σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας και του κράτους. Ποιος, όμως, δεν θυμάται τις σφοδρές αντιστάσεις των άλλοτε πανίσχυρων συνδικαλιστών του ΠΑΣΟΚ στον Νόμο Διαμαντοπούλου και στο άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων ή των εφοριακών της ΠΑΣΚΕ για την ίδρυση της τόσο αυτονόητης σήμερα ΑΑΔΕ;

Ακόμη και σήμερα είναι εμφανές ότι οι περισσότερες κοινωνικές ομάδες προασπίζονται τα κεκτημένα τους, αισθάνονται βολεμένες και συμφωνούν μόνο σε επιφανειακές αλλαγές. Από κοντά και ο ΣΥΡΙΖΑ, που θεωρεί τις μεταρρυθμίσεις έγκλημα ιδεολογικής καθοσιώσεως και επιβολή νεοφιλελεύθερης ατζέντας. Με τον ίδιο τρόπο απέρριψε της προτάσεις της Επιτροπής Πισσαρίδη (Αυγή 14/7/2020), και τώρα πάλι ο κ. Τσίπρας βγήκε να κρώζει για «μνημονιακές μεταρρυθμίσεις».

Στο κυβερνητικό στρατόπεδο ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε σημαία τις μεταρρυθμίσεις στην προεκλογική περίοδο και δείχνει αποφασισμένος να τις προχωρήσει. Ωστόσο, ο πελατειασμός που διακατέχει τη Δεξιά λειτουργεί ανασταλτικά. Πλην της ψηφιακής προσαρμογής των κρατικών υπηρεσιών (καθόλου αμελητέο που έγινε βέβαια από έναν «κεντροαριστερό» πολιτικό, τον Κυριάκο Πιερρακάκη), οι περισσότερες προσπάθειες της κυβέρνησης, π.χ. στο Ασφαλιστικό και την Παιδεία, είναι άτολμες. Εναν χρόνο μετά την εκλογή της, η ΝΔ δεν έχει παρουσιάσει συνολικό μεταρρυθμιστικό σχέδιο –απλώς διορθώνονται οι ιδεοληπτικές οπισθοδρομήσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχει λοιπόν ο κίνδυνος να χαθεί και αυτή η ευκαιρία.

Πιο ανοικτό εμφανίζεται το Κίνημα Αλλαγής, παρά την αναιμική εκλογική-δημοσκοπική του επιρροή –ή μήπως χάρη σε αυτήν; Υπερασπίζεται τις μεταρρυθμίσεις του, το 2010-2012, αναγνωρίζει την ανάγκη για νέες ώστε να «ξεκολλήσει» η χώρα από τη στασιμότητα, καταθέτει προτάσεις για αλλαγές, όμως δεν έχει διατυπώσει μια συνολική μεταρρυθμιστική πρόταση που θα συνιστά το δικό του σχέδιο-αφήγημα για τη νέα εποχή της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης και της Κλιματικής Αλλαγής.

Ως εκ τούτου, είναι φανερό ότι πριν από όλα απαιτείται ένα ολοκληρωμένο πολιτικό μεταρρυθμιστικό σχέδιο. Απαιτούνται εκείνες οι συναινέσεις μεταξύ κυβέρνησης, αντιπολίτευσης και κοινωνικών φορέων ώστε να προχωρήσει η χώρα μπροστά –λεφτά άλλωστε υπάρχουν. Οχι όμως για να πληρώσουν μια ακόμη εθνική αποτυχία…